Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ.....και στα αστεράκια των κριτικών!!!!!


Η ταινία του Λοράν Καντέ «Ανάμεσα στους τοίχους» που τιμήθηκε με το Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ Καννών 2008, παίζεται αυτές τι μέρες στους κινηματογράφους της Αθήνας. Παίζεται μάλιστα σε δύο μόνο αίθουσες και ο συνωστισμός που παρατηρείται είναι ανάλογος με αυτό που γινόταν πριν 2 χρόνια με την ταινία «Οι ζωές των άλλων». Και τούτο γιατί συνοδεύεται από ύμνους και διθυράμβους της εγχώριας κριτικής. Αστέρια επί αστεριών παρελαύνουν στις σχετικές σελίδες των περιοδικών και των εφημερίδων. Στο....τσακ κρατιούνται μερικοί για να μη βάλουνε τα 5* και βάζουνε τα 4,5 *. Εμένα όμως η ταινία δεν μου άρεσε!
Έχει να κάνει με τους μαθητές μιας τάξης, ενός πολυφυλετικού σχολείου κάποιας εργατικής συνοικίας του Παρισιού και το φιλόλογο καθηγητή τους, όπου μέσα από κουλτούρες και συμπεριφορές, δημιουργούνται διάφορες εντάσεις, προστριβές και συγκρούσεις.
Κινηματογραφικά ο Καντέ δεν μας δείχνει και κάτι το ιδιαίτερο. Συνεχή κοντινά πλάνα, η κάμερα χαμηλά και εντελώς γραμμική αφήγηση. Μας δείχνει όμως με πολλές λεπτομέρειες τη μέθοδο διδασκαλίας του μαθήματος και τους τρόπους προσέγγισης των μαθητών από τον καθηγητή τους. Οπότε και όλο το ενδιαφέρον και η συζήτηση για το έργο επικεντρώνονται πάνω σε αυτούς τους τρόπους και τις μεθόδους. Και εδώ ακριβώς είναι που υπεισέρχονται οι προσωπικές εκτιμήσεις και απόψεις πάνω στα θέματα του σχολείου.
Εγώ εκπαιδευτικός δεν είμαι. Έτυχε όμως να διαβάσω την περασμένη άνοιξη το πολυδιαβασμένο βιβλίο της Νατάσας Πολονύ: Τα χαμένα παιδιά μας και έπαθα σοκ. Η Πολονύ είναι μια τριαντάχρονη Γαλλίδα καθηγήτρια που δίδαξε για 2 χρόνια σε ένα σχολείο, ακριβώς σαν αυτό που δείχνει η ταινία. Κάποια στιγμή δεν άντεξε, τα βρόντηξε υπέβαλε την παραίτηση της και κάθισε και έγραψε αυτό το βιβλίο-καταγγελία μέσα από τις σελίδες του οποίου καταγγέλλει όλο το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας, αυτό που λίγο ως πολύ υπερασπίζεται η ταινία, ξεκινώντας μάλιστα με τη φράση: «Είμαι αντιδραστική». Γιατί ήξερε εκ των προτέρων την εύκολη ετικέτα που θα της κόλλαγαν.
Υποστηρίζει με λίγα λόγια ότι το τέλμα μέσα στο οποίο βρίσκεται σήμερα το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας της, οφείλεται εν πολλοίς στην κυρίαρχη άποψη των τελευταίων 40 χρόνων ότι: κέντρο του σχολείου είναι ο μαθητής. Μια άποψη που όπως λέει φτάνει σε ακρότητες του τύπου: ότι και ο καθηγητής διδάσκεται από το μαθητή. Λέγοντας χαρακτηριστικά: τι να μάθεις από τα σημερινά παιδιά που οι γνώσεις τους, επί το πλείστον, εξαντλούνται στα ριάλιτυ της τηλεόρασης;
Και υπερασπίζεται με σθένος την άποψη της ότι: κέντρο του σχολείου είναι η μάθηση. Ο καθηγητής διδάσκει και ο μαθητής μαθαίνει. Και για το πόσο έχει διασαλευτεί σήμερα αυτό το πράγμα, καταγράφει επώνυμες μαρτυρίες από διάφορα ντοκιμαντέρ της γαλλικής τηλεόρασης όπου όχι καθηγητές αλλά παραδοσιακοί τεχνίτες: κεραμοποιοί, ξυλουργοί, κοσμηματοποιοί, υδραυλικοί, αγγειοπλάστες κ.ά. μιλάνε έκπληκτοι για το πόσο αδιάφορα να μάθουν, είναι τα παιδιά που μετά το γυμνάσιο πάνε κοντά τους για να γίνουν τεχνίτες. "Δεν θέλουν να ακούσουν τίποτα" λένε "βαριούνται, δεν σέβονται την ηλικία μας, κάθονται 5-10 μέρες και μετά φεύγουν". Τραβώντας για τον παρασιτισμό και την παραβατικότητα.
Αν δεν είχα διαβάσει αυτό το βιβλίο μπορεί να μου άρεσε και μένα η ταινία, έτσι δημοκρατικά που πιάνει τα θέματα. Δεν ξέρω πως την είδαν οι εκπαιδευτικοί. Το σίγουρο πάντως είναι ότι όλοι τους ψυχικά θα βγήκαν ευχαριστημένοι και τι καλά θα λέγαν από μέσα τους που είμαστε εδώ, εδώ που ακόμα τα παιδιά των ξένων εργατών, έρχονται στο σχολείο για να μάθουν γράμματα.

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

χαμηλές φωνές ...ξεχασμένες!






ΠΙΕ ΣΤΟΥ ΓΙΑΛΟΥ ΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΤΑΒΕΡΝΑ



Πιέ στου γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου,

σε μι' άκρη, τώρα που άρχισαν ξανά τα πρωτοβρόχια,

πιέ το με ναύτες και σκυφτούς ψαράδες αντικρύ σου,

μ' ανθρώπους που βασάνισε κι η θάλασσα κι η φτώχεια.



Πιέ το. Η ψυχή σου αξένοιαστη τόσο πολύ να γίνει

που αν έρθει η Μοίρα σου η κακιά να της χαμογελάσεις,

καημοί καινούργιοι αν έρθουνε να πεις να πιουν κι εκείνοι,

κι αν έρθει ο Χάρος, ήσυχα κι αυτόν να τον κεράσεις.


Λάμπρος Πορφύρας.


Μελαγχολίας συνέχεια. Σήμερα θέλω να μιλήσω για έναν σχεδόν ξεχασμένο ποιητή: το Λάμπρο Πορφύρα. Το πραγματκό του όνομα ήταν Δημήτρης Σύψωμος και γεννήθηκε στη Χίο το 1879. Ήρθε νέος στον Πειραιά όπου τελείωσε το Γυμνάσιο και μετά γράφτηκε στη Νομική της Αθήνας την οποία και εγκατέλειψε όταν έφτασε στο πτυχίο. Συνεγάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας και της Αλεξάνδρειας, όπου δημοσίευε τα ποιήματα του
και τα οποία εκδόθηκαν το 1920 σε συλλογή με τον τίτλο: Σκιές. Έζησε φτωχικά τη ζωή του, περνώντας πολλές ώρες του στα ταβερνάκια της Φρεαττύδας. Παρέα με απλούς ανθρώπους του μόχθου, στους οποίους μάλιστα δεν επεδείκνυε ποτέ τις γραμματικές του γνώσεις. Και είναι χαρακτηριστικό ότι όταν πέθανε το 1923 και κατέβηκε στην κηδεία του όλος ο πνευματικός κόσμος της Αθήνας, οι άνθρωποι αυτοί ξαφνιάστηκαν. "Ήταν σπουδαίος άνθρωπος ο κυρ Δημήτρης!" σχολίαζαν μεταξύ τους. Παρά την πολύ μικρή ποσοτική παραγωγή του θεωρείται από τους μεγαλύτερους λυρικούς ποιητές της εποχής του. Οι στίχοι του διακρίνονται για την απλότητα τους, τη μεγάλη συναισθηματική φόρτιση και την έντονη μουσικότητα τους. Και αν ο Πωλ Βαλερύ έδωσε κάποτε τον ορισμό της λυρικής ποίησης ως: η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος, στούς στίχους του Λάμπρου Πορφύρα η φράση αυτή, νομίζω, ότι βρίσκει την πλήρη επαλήθευση της.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΣΕΣ ΤΩΝ ΓΗΠΕΔΩΝ


Μην κοιτάτε τώρα που για χάρη των τηλεοπτικών δικαιωμάτων και των μεταδόσεων της μικρής οθόνης, τράβηξαν το ποδόσφαιρο από δέκα πάντες. Βάζουν αγώνες και τα Σάββατα. Απογεύματα και βράδια. Μέχρι και την Κυριακή τη νύχτα αργά, σέρνουν στα γήπεδα τον κόσμο. Αυτά είναι φρούτα της νέας εποχής. Μπίζνες χοντρές που όλο και αγριεύουν. Ούτε να βλέπετε εμάς τους μεγαλύτερους –τα νέα παιδιά βιώνουν το παρόν έτσι όπως είναι - που κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε γιατί έχουμε τη «φόλα» με την μπάλα, όπως λέγαμε παλιά αυτό που λένε σήμερα «εξάρτηση» από κάτι. Και ούτε και θέλω να μιλήσω τώρα για τους επιχειρηματίες που ξεπλένουνε λεφτά για το χοντρό εμπόριο παικτών που αλλοιώνουν και τα τελευταία ίχνη κάποιας ταυτότητας των ομάδων. «Η ομάδα της Τρίπολης» λένε για τον Αστέρα οι εκφωνητές και στο γήπεδο δεν παίζει: όχι ούτε ένας Αρκάς αλλά ούτε ένας Έλληνας παίκτης! Το ίδιο με τον Άρη Θεσσαλονίκης, τη Σκόντα Ξάνθης το Λεβαδειακό και λίγο ως πολύ με όλες τις ομάδες.
Θέλω να πω για αυτό το ανάμεικτο συναίσθημα: τη γλύκα δηλαδή της προσμονής μιας νίκης μαζί με την μελαγχολία του κυριακάτικου απογεύματος. Γιατί τελειώνει η γιορτή και η σκόλη. Την άλλη μέρα μάθημα δουλειά! Μια μελαγχολία γνωστή σε όλους, που για μας τους ποδοσφαιρόφιλους μας πέφτει λίγο ανάλαφρα όταν κερδίζουμε αλλά γίνεται αβάσταχτη, βαριά σαν σίδερο, όταν αντί για νίκη της ομάδας μας: έρχεται η ήττα!
Παλιά οι αγώνες γίνονταν όλοι Κυριακή απόγευμα και μάλιστα νωρίς. Τελείωναν πριν βασιλέψει. Άκουγες από τα σπίτια τα ραδιόφωνα με τις αναμεταδόσεις. Το ίδιο στα λεωφορεία και στα καφενεία. Πολλοί όμως ήτανε και αυτοί που πήγαιναν στο γήπεδο. Ήταν το εισιτήριο πολύ φτηνό. Κατάφορτοι οι συρμοί του Ηλεκτρικού κουβάλαγαν τον κόσμο για το Νέο Φάληρο και το γήπεδο Καραϊσκάκη. Το ίδιο και για τον Περισσό και το γήπεδο της ΑΕΚ. Περνούσανε το ρέμα, τον Ποδονίφτη όπως τον έλεγαν και που το χειμώνα κατέβαζε πολλά νερά, μαζί οι ΑΕΚτζήδες με τους Ολυμπιακούς ή Παναθηναϊκούς. Στη Λεωφόρο οι πιο πολλοί πήγαιναν με τα πόδια. Ένα ποτάμι κόσμου η Αλεξάνδρας. Και όλοι το βράδυ στην Ομόνοια σε ατέλειωτα πηγαδάκια. Κουβέντα για τις φάσεις και τα γκολ: αν ήτανε οφσάϊντ ο Σιδέρης, αν κοντρολάρισε τη μπάλα με το χέρι ο Δομάζος και αν στηρίχτηκε ο Παπαϊωάννου πάνω στον αμυντικό, τόσο ψηλά που πήδησε στο πρώτο γκολ της ΑΕΚ. Και όλα αυτά χωρίς καυγάδες. Ήταν αδιανόητο το ξύλο. Μόνο στο γήπεδο τραγουδιστά αντάλλασσαν κάποια πειραχτικά στιχάκια.
Και όταν δεν έπαιζε στο κέντρο η ομάδα μας, πηγαίναμε σε ουδέτερους αγώνες. Εμείς οι ΑΕΚτζήδες προτιμούσαμε τη Νέα Σμύρνη και τον Πανιώνιο. Οι Παναθηναϊκοί τη Ριζούπολη και την «Ελαφρά Ταξιαρχία» όπως έλεγαν παλιά τον Απόλλωνα της Αθήνας. Οι Ολυμπιακοί πήγαιναν στους αγώνες του Εθνικού Πειραιά και της Προοδευτικής.
Υπήρχε τότε ένα ποσοστό εντοπιότητας παικτών και ομάδας. Πολλοί παίκτες του Παναθηναϊκού έμεναν στους Αμπελοκήπους. Το ίδιο και στη Νέα Φιλαδέλφεια με πολλούς της ΑΕΚ. Και οι περισσότεροι του Ολυμπιακού ήτανε Πειραιώτες.
Τώρα μπερδεύτηκαν πολύ τα πράγματα, δεν βγάζεις άκρη! Μα τι να κάνουμε οι φτωχοί που όλα χρειάζονται. Χωρίς παιγνίδι δεν αντέχεται η ζωή. Και ούτε το απόγευμα της Κυριακής χωρίς ομάδες.

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΕΛΟΣ ΑΥΤΟΣ Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ!!!!











Το φυλετικό μίσος του Νότου,
αυτή τη φορά μας ήρθε από την Αλάσκα!!!



Αν ο Μπάρακ Ομπάμα είχε λευκή επιδερμίδα, στις επερχόμενες εκλογές του Νοεμβρίου, μπορεί να καταγραφόταν υπέρ των Δημοκρατικών μια πρωτοφανής για την ιστορία των ΗΠΑ, διαφορά στα ποσοστά των ψήφων. Μπορεί να βλέπαμε κανα 80% έναντι 15% των Ρεπουμπλικάνων!
Και αυτό γιατί τα τελευταία 8 χρόνια με επικεφαλής αυτό το ηλίθιο παιδάκι του Μπους, κυβερνάνε την Αμερική κάτι απίθανοι άνθρωποι τόσο αδίστακτοι στην προκλητικότητα τους, τόσο ανάλγητοι αμοράλ και μαλάκες που παρόμοιο τους προηγούμενο δεν έζησε ποτέ αυτή η χώρα. Γιατί ναι μεν, αποτελούσε εδώ και 60 χρόνια την Υπερδύναμη, το αντίπαλο δέος του Κομμουνισμού, τη Μητρόπολη του καπιταλισμού, την πανίσχυρη στρατιωτική μηχανή του πλανήτη, φρόντιζε όμως στην άσκηση της πολιτικής της να κρατάει όσο μπορούσε και κάποια προσχήματα.
Κάποιους φόρους έβαζε στους πλουσίους και έδειχνε για τους φτωχούς μια στοιχειώδη μέριμνα. Στο εξωτερικό ναι μεν βοηθούσε δικτάτορες και ανελεύθερα καθεστώτα αλλά απέφευγε την άμεση στρατιωτική ανάμειξη. Και τις δυο φορές που το έκανε αυτό: στην Κορέα και το Βιετνάμ, σεβάστηκε τις διεθνείς συνθήκες για τους αιχμαλώτους πολέμου.
Τώρα στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν τον πόλεμο τον κάνουν ιδιωτικές εταιρίες -στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, παρεμπιπτόντως, τυχαίνει να ελέγχονται από τον αντιπρόεδρο Ντικ Τσέϊνι- που δεν σέβονται τίποτα. Αιχμάλωτοι ταπεινώνονται και εξευτελίζονται, γαμήλιες τελετές και γιορτές βομβαρδίζονται, σκοτώνονται άμαχοι, ρέει το αίμα ποτάμι και τρισεκατομμύρια δολάρια σπαταλώνται σε εγχειρήματα αδιέξοδα.
Πίσω στην πατρίδα μέσα σε αυτά τα χρόνια, η αγοραστική δύναμη των πολιτών διαρκώς μειώνεται. Καταφεύγουν οι άνθρωποι στα δάνεια. Οι τράπεζες δανείζουν γιατί, χρηματιστηριακά, πρέπει διαρκώς να μεγαλώνουν τα κέρδη τους. Χρηματιστήρια με φούσκες που όλο φουσκώνουν, φουσκώνουν και ξαφνικά μια μέρα: …μπαμ στον αέρα ο κοσμάκης. Το οικοδόμημα τρίζει, κανείς δεν γνωρίζει τον πάτο.
Αυτά όμως κάποιοι τα βλέπανε από πριν και εδώ και ένα χρόνο μιλούσαν για την ανάγκη της Αλλαγής στα αμερικάνικα πράγματα. Δεν πήγαινε άλλο! Οικονομικοί αναλυτές, καθηγητές πανεπιστημίων, έγκριτοι δημοσιογράφοι και ένα μετά το άλλο τα δημοσιογραφικά συγκροτήματα τάσσονταν επιτακτικά, όχι μόνο στις προκριματικές εκλογές για το χρίσμα των Δημοκρατικών αλλά και για την προεδρία, υπέρ του Μπάρακ Ομπάμα και του συνθήματος του: CHANGE !
Ο Ομπάμα όμως είναι μαύρος! Και πολύ πιο μαύρος, κατράμι σαν πίσσα είναι ο αντιδραστικός πυρήνας που βρίσκεται σήμερα στην εξουσία. Είδανε ότι ο Μακαίην ένας μετρημένος στα λόγια του άνθρωπος που εκλέχτηκε και αυτός από αγανακτισμένους ρεπουμπλικάνους ψηφοφόρους γιατί διαφωνούσε με τους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, δεν τράβαγε απέναντι στον τυφώνα Ομπάμα και αποφάσισαν να του ρίξουν δίπλα του για την αντιπροεδρία: το «πιτ-μπουλ της Αλάσκας» όπως φιλάρεσκα αυτοαποκαλείται αυτή η κυρία. Τη Σάρα Πέϊλιν, δηλαδή, την κυβερνήτη της βορειότερης Πολιτείας των ΗΠΑ.
Μια γυναίκα που από την πρώτη της εμφάνιση έδειξε σε ποιο ταμπλό θα παίξει. Με ένα συντηρητικό και άκρως αντιδραστικά μέχρι σήμερα κλιμακούμενο λόγο, ξυπνάει τις φοβίες και τα φυλετικά μίση των συντηρητικών Αμερικάνων, ακολουθώντας στο θέμα του πολιτικού διαλόγου την τακτική: «γειά σου Γιάννη», «κουκιά σπέρνω».
Της φωνάζουν από το ακροατήριο: «όχι στον πόλεμο του Ιράκ» και αυτή απαντάει «εμένα ο γιός μου πολεμάει στο Ιράκ». Σταλμένο εκεί να κρύβεται, εξεπίτηδες ,κάποιο φοβισμένο παιδάκι της για να ‘χει να το λέει και να συγκινεί το δουλεμένο από τις σαπουνόπερες, μελό ακροατήριο της. Της φωνάζουν για το περιβάλλον και τις κλιματικές αλλαγές και λέει: «τι κουταμάρες είναι αυτές των οικολόγων, μια χαρά είναι το περιβάλλον και το κλίμα μας και δεν έχουμε να πάρουμε κανένα μέτρο!».
Στην αρχή έκανε αίσθηση μεγάλη γιατί πρόβαλε και το ότι είναι και μάνα με πολλά παιδιά . Πήραν τα πάνω τους οι Ρεπουμπλικάνοι για λίγο, αλλά μετά έσκασε η βόμβα του τραπεζικού και ξανά μπροστά ο Ομπάμα. Τότε το πιτ-μπουλ αγρίεψε : «καλέ αυτός είναι τρομοκράτης!» εκράυγασε. Φράση που δεν θα ξεστομιζόταν εναντίον κανενός λευκού υποψηφίου. Και έφερε σαν επιχείρημα ότι πριν από χρόνια ο υποψήφιος των Δημοκρατικών έκανε παρέα με κάποιον που είχε ακραίες απόψεις και ο οποίος σήμερα είναι ένας νοικοκύρης άνθρωπος καθηγητής στο πενεπιστήμιο του Σικάγου.
Και όσο πλησιάζουμε στην ημέρα των εκλογών και δεν ανακάμπτουν οι Ρεπουμπλικάνοι θα έρθει και η στιγμή που θα βγάλει από μέσα της όλο το δηλητήριο, θα ξεστομίσει, δηλαδή, ολόκληρη τη φοβερή φράση που αφήνει να εννοείται αλλά ακόμα την κρύβει:

«Καλέ τι πάθατε, στραβωθήκατε; Δεν τον βλέπετε; Αυτός είναι μαύρος!»



Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

FREE PRESS....ΟΛΟΓΙΕΣ



Στα βδομαδιάτικα φύλλα της Πέμπτης που βρίσκουμε δωρεάν στους σταθμούς του μετρό και στα βιβλιοπωλεία, υπάρχει αρκετή ύλη για να διαβάσει κάποιος. Έγκριτοι δημοσιογράφοι με στιβαρό γράψιμο, γνωστοί λογοτέχνες, κριτικοί διαφόρων τεχνών, ακόμη και αναγνώστες, παραθέτουν τις απόψεις τους για τρέχοντα ή γενικότερα θέματα που αξίζει κανείς να τις κοιτάξει. Ο εκδότης της μιάς μάλιστα από αυτές τις εφημερίδες: ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος είναι ένας πολύ προικισμένος και ευαίσθητος άνθρωπος. Δεινός χειριστής της πένας, τον ξέρω από την Ελευθεροτυπία και από ένα πολύ δυνατό βιβλίο που έχει γράψει με τίτλο: «Στον παλιό καταρράκτη».
Έχουν όμως αυτά τα έντυπα κάτι που λίγο στη σπάει. Περιστρέφονται γύρω από ένα είδος γκλαμουριάς, παρ’ ότι την καταγγέλλουν. Προωθούν ένα στυλ και αυτά τα must και τα mainstream που είναι τώρα του συρμού δίνουν και παίρνουν. Τα ξεπερνάς όμως, κρατάς κάποια θετικά, είναι και τσάμπα, λες εντάξει δεν χάθηκε ο κόσμος και πράγματι δεν χάθηκε!
Εκεί όμως που σου ανάβουν τα λαμπάκια είναι όταν ξεγελαστείς και πας να διαβάσεις τις σελίδες με τις ταβέρνες και τα φαγάδικα που προτείνουν. Τις γράφουν κάτι κοριτσάκια που ή κατεβαίνουν από άλλον πλανήτη τρώνε και φεύγουν. Ή δεν πρέπει να έχουν δουλέψει ποτέ στη ζωή τους, να δουνε πως βγαίνει το μεροκάματο. Η μία μάλιστα από αυτές φέρει το ίδιο επώνυμο με τον εκδότη της. Και τα λέω αυτά γιατί πώς να εξηγήσεις το ακατανόητο. Όταν διαβάζεις π.χ. για ένα μαγαζί: «…Είναι όλα ωραία ευχαριστιέσαι και δεν πληρώνεις και πολλά: 35-45 ευρώ το άτομο χωρίς το κρασί.»
Γιατί δεν μιλάμε για έντυπα life-style που απευθύνονται στη γκλαμουριά και στα χοντρά πορτοφόλια. Πωλήτριες καταστημάτων που δουλεύουν 9 με 9 και με 800 ευρώ το μήνα και υπαλληλάκια των 700 ευρώ, ωρομίσθιοι φαστφουντάδες, φοιτητές, συνταξιούχοι και λοιποί "ευημερούντες" συμπολίτες μας απαρτίζουν τη συντριπτική πλειοψηφία του μεγάλου αναγνωστικού κοινού τους. Για ποιους τα γράφετε ρε παιδιά;
Και αν πας τώρα να διαβάσεις το τι προσφέρουν αυτά τα μαγαζιά, τα περισσότερα εκ των οποίων έχουν κάτι πομπώδη σύνθετα ονόματα, θα τρομάξεις με την ευρηματικότητα στην ονοματολογία των εδεσμάτων τους. Τα πιο οργιώδη σε φαντασία ποιήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας ωχριούν μπροστά σε αυτούς τους καταλόγους. Και δεν μιλάω για τους ξενικούς όρους: κάτι "μπρουσκέτες" "χουνκιάρ" "κομποζέ" "στροτσαπρέτι" "γκοργκοντζόλα" "λινγκουίνι" "μασκαρπόνε" "νούντλς" "πρέντζελ" και δεν συμμαζεύεται , αλλά για κάτι βουκολικούς και φυσιολατρικούς όρους απίθανους: "σαλάτα του δάσους" "φρούτα του δάσους" "πατάτες από την αφράτη αρκαδική γή" "θεϊκό κρασί Το Δάκρυ Του Αμπελώνα" "χρυσόξανθη μπίρα μοναστηριακή" "γιαούρτι από τις στάνες της Πίνδου με άγριο μέλι από τα υψίπεδα του Ταϋγέτου". Λέξεις και φράσεις που υποδαυλίζουν το θυμικό των ανθρώπων, ξυπνούν αρχέγονες μνήμες της φύσης και ανοίγουν πιο εύκολα τα πορτοφόλια και τις τσέπες.
Ενώ στην πραγματικότητα όλα αυτά και άπειρα άλλα ποιητικώς περιγραφόμενα, απλά προϊόντα του εμπορίου είναι που έχουν αγοραστεί από τη Βαρβάκειο, τη λαχαναγορά του Ρέντη, τη σκάλα Κερατσινίου, τη ΦΑΓΕ, τη ΔΕΛΤΑ και διάφορες αποθήκες τροφίμων, από εκεί δηλαδή που αγοράζει και η ταβέρνα «Ο Μήτσος» και η ψησταριά «Ο Μανώλης». Και αν δεν τσιμπήσεις στην ποίηση της ονοματολογίας τους, υπάρχει και κάτι άλλο που βάζουν να σε κεντρίσει: για κάποια από αυτά και στο τέλος του κειμένου με τα προσφερόμενα είδη, γράφουν ότι συχνάζουν εκεί ηθοποιοί και λοιποί καλλιτέχνες ή πολιτικοί και μεγαλοδικηγόροι. Μπορεί να συμφάς δηλαδή και να ανέβουν οι μετοχές σου, με κανα Σεφερλή ή κανα Βέρτη από τη μια μεριά ,η με κανα Βουλγαράκη ή Κούγια από την άλλη.
Τελειώνοντας θα ήθελα και εγώ, με τη μικρή φωνή που διαθέτω και χωρίς να απομακρυνθώ από αυτό το βουκολικό και φυσιολατρικό πνεύμα που περιγράψαμε, να απευθυνθώ στους αφελείς συμπολίτες μας που τσιμπάνε, με ένα στίχο από ένα τραγούδι που λένε οι αδελφοί Κατσιμίχα:
--Ξύπνα λουλούδι του δάσους, πουλί του λειβαδιού!

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ (...για χωρισμένους)!!!




ΤΟ ΚΟΜΜΕΝΟ ΣΚΟΙΝΙ
Το κομμένο σκοινί
μπορείς να το ξαναδέσεις
και θα κρατήσει πάλι,
ωστόσο θα είναι κομμένο.

Ίσως και εμείς,
πάλι να ανταμώσουμε,
μα εκεί που με άφησες
δεν πρόκειται ποτέ να με ξανάβρεις.

Μπέρτολτ Μπρεχτ


Μετάφραση: Πέτρος Μάρκαρης