Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Λούης Τίκας: ο Έλληνας μετανάστης στις ΗΠΑ που ηγήθηκε της μεγαλύτερης απεργίας των ορυχείων!!!

Mε αφορμή την Εργατική Πρωτομαγιά, που φέτος λόγω των γνωστών εξελίξεων και παρεμβάσεων με την αφαίρεση δικαιωμάτων που κατακτήθηκαν μέσα από αγώνες και αίμα, αποκτά ιδιαίτερη φόρτιση, θέλω με την παρούσα ανάρτηση να αποτίσω ένα φόρο τιμής σε έναν μεγάλο αγωνιστή και δικό μας άνθρωπο τον Έλληνα μετανάστη Λούη Τίκα που ηγήθηκε της μεγαλύτερης απεργίας των μεταλλωρύχων στην ιστορία των ΗΠΑ και δολοφονήθηκε με άγριο τρόπο στο Κολοράντο. Στη μεγάλη εκείνη Σφαγή του Λάντλοου (Ludlow Massacre) της 20ης Απριλίου 1914, που αποτελεί ακόμη και σήμερα: ημέρα μνήμης για τα αμερικάνικα συνδικάτα.
Ο Luis Tikas, Ηλίας Σπαντιδάκης το ελληνικό του όνομα, γεννήθηκε στο χωριό Λούτρα του Ρεθύμνου το 1886. Και το 1906 σε ηλικία 20 χρόνων μετανάστευσε στην Αμερική όπου βρέθηκε στο Ντένβερ του Κολοράντο κοντά στους συγγενείς του που δούλευαν στα ορυχεία χαλκού των Ροκφέλερ. Πρώτα άνοιξε καφενείο το οποίο κατά σύμπτωση βρισκόταν απέναντι στα τοπικά γραφεία των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (Wobblies). Ευαίσθητος άνθρωπος εντυπωσιάζεται από τις μεσαιωνικές συνθήκες των ορυχείων: στο διάστημα 1910-1913 πάνω από 600 ανθρακωρύχοι είχανε χάσει τη ζωή τους μέσα στις στοές, μεταξύ των οποίων και αρκετοί Έλληνες. Δωδεκάωρη εργασία και πολύ χαμηλά μεροκάματα συν το ό,τι τα σπίτια που έμεναν και τα καταστήματα που ψώνιζαν ανήκαν στην Εταιρία των ορυχείων που κοστολογούσε τα προϊόντα 25% ακριβότερα από τις τιμές της αγοράς και οι εργάτες δεν μπορούσαν να ψωνίσουν από αλλού γιατί τους πλήρωνε με κουπόνια ανταλλάξιμα μόνο στα δικά της καταστήματα. Έτσι ο Τίκας δεν άργησε να στραφεί στον αγώνα για καλύτερες συνθήκες ζωής.
Το 1912 κλείνει το καφενείο και βρίσκεται στα ορυχεία του Φρέντερικ, τα πιο σκληρά ορυχεία του Κολοράντο. Στις 19 Νοέμβρη του ίδιου χρόνου βρίσκεται επικεφαλής 63 Ελλήνων που κατεβαίνουν σε απεργία, ακολουθούν και οι υπόλοιποι εργάτες και ο Τίκας έρχεται σε επαφή με την Ένωση Ανθρακωρύχων Αμερικής (United Mine Workers of America). Τότε αναδεικνύεται η ηγετική του φυσιογνωμία που εκτός από τη μαχητικότητα του, έχει και το προσόν των γραμματικών γνώσεων (λέγεται ότι πριν μεταναστεύσει στην Αμερική πέρασε για 1 χρόνο από τη Νομική της Αθήνας) και της άπταιστης γνώσης των αγγλικών.
Η απεργία σαν πυρκαγιά αρχίζει να εξαπλώνεται και σε άλλα ορυχεία και στις 23 Σεπτεμβρίου του 1913 ξεκινά η μεγάλη απεργία στην πόλη Λάντλοου όπου υπήρχαν 13.000 ανθρακωρύχοι. Αλλά ας αφήσουμε από εδώ και κάτω να μας διηγηθεί πως εξελίχτηκαν τα πράγματα ο Ζeeses Papanikolas από το βιβλίο του «BURIED UNSUNG»:

"...Τα κυριότερα αιτήματα των απεργών του Λάντλοου ήταν τα παρακάτω:
>Να ψωνίζουν από όποιο κατάστημα προτιμούσαν οι ίδιοι.
>Να πηγαίνουν σε όποιον γιατρό επιθυμούσαν και όχι στους γιατρούς της εταιρίας.
>Να αναγνωριστεί το συνδικάτο τους.
>Να καθιερωθεί η οκτάωρη εργασία.
>Να εφαρμοστούν αυστηρά οι νόμοι της Πολιτείας του Κολοράντο όσον αφορά την ασφάλεια των ορυχείων, να καταργηθεί το script, όπως και το σύστημα φρουρών της εταιρείας που έκανε τους εργατικούς καταυλισμούς να μη διαφέρουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Επικεφαλής της απεργίας ήταν ο Τζον Λόζον και ο Λούης Τίκας, που είχε μια ομάδα στήριξης από Κρητικούς, μερικοί από τους οποίους είχαν πάρει μέρος στις απεργίες του Μπίνγκαμ στη Γιούτα.Στις αρχές της απεργίας, η εταιρεία για να την καταπνίξει προέβη σε έξωση των απεργών από τα οικήματα στα οποία τους στέγαζε και προσέλαβε απεργοσπάστες. Οι απεργοί δεν πτοήθηκαν. Έστησαν σκηνές στην περιοχή σε στρατηγικό σημείο, ώστε να εμποδίζουν τους απεργοσπάστες να μπουν στα ορυχεία.
Τον Οκτώβριο, ο καταυλισμός των απεργών λειτουργούσε σαν πόλη: πεντακόσιοι άνδρες, τριακόσιες πενήντα γυναίκες, τετρακόσια πενήντα παιδιά, ελληνικός φούρνος, ελληνικό καφενείο.Η εταιρεία ζήτησε την παρέμβαση της εθνοφρουράς και ο κυβερνήτης του Κολοράντο συμφώνησε. Οι συγκρούσεις ήταν βιαιότατες. Τότε η οικογένεια Ροκφέλερ υπέβαλε το αίτημα να ντυθούν με στολές της εθνοφρουράς δικά της, έμπιστα πρόσωπα, αποφασισμένα αν χρειαστεί να ρίξουν στο ψαχνό. Ο κυβερνήτης το αποδέχθηκε και αυτό. Αλλά οι απεργοί δεν υποχώρησαν - ακόμη και όταν οι Ροκφέλερ έστειλαν ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο το οποίο έφερε πολυβόλο και οι εθνοφρουροί το αποκαλούσαν Death Special.
Ήταν φανερό ότι στις 20 Απριλίου 1914 η εθνοφρουρά θα εισέβαλε και θα εκκένωνε τον καταυλισμό των απεργών. Ήταν Δευτέρα του Πάσχα και οι περισσότεροι κοιμούνταν αφού την προηγούμενη γιόρταζαν το ελληνικό Πάσχα. Οι πιστολάδες της εταιρίας απαίτησαν από τον Λούη Τίκα να τους παραδώσει δύο Ιταλούς συνδικαλιστές. Ο Τίκας ζήτησε ένταλμα σύλληψης αλλά τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε και ο Τίκας αρνήθηκε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση.Λίγο αργότερα έπεσε η πρώτη βολή: μερικοί από τους απεργούς ήταν οπλισμένοι. Το Κολοράντο αποτελούσε μέρος της Άγριας Δύσης. Ακολούθησε μάχη χαρακωμάτων ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έτρεξαν να σωθούν στους γύρω λόφους. Σύμφωνα με την μαρτυρία της Μαίρη Χάρρις, γνωστής και ως Mother Jones, πάνω από σαράντα άτομα σκοτώθηκαν από σφαίρες και από ασφυξία, ενώ ένα αγοράκι δέχτηκε μια σφαίρα στο κεφάλι καθώς προσπαθούσε να σώσει το γατάκι του. Σύμφωνα με την Mother Jones οι πιστολάδες είχαν καταναλώσει πολύ ουίσκι από το κοντινό σαλούν και βρίσκονταν σε έξαλλη κατάσταση. Τα επεισόδιο, που αποτελεί μαύρη σελίδα στην ιστορία των ΗΠΑ, ονομάστηκε «σφαγή του Λάντλοου».
Ο Τίκας με απαράμιλλο θάρρος, ζήτησε να δει τον επικεφαλής της εθνοφρουράς, λοχαγό Καρλ Λίντερφελντ (Karl Linderfeld) κρατώντας λευκή σημαία. Οι δυο τους συναντήθηκαν στο λόφο και μίλησαν για λίγο. Έπειτα οι αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι ο αξιωματούχος χτύπησε με πρωτοφανή αγριότητα τον Τίκα στο κεφάλι με την καραμπίνα του. Η καραμπίνα έσπασε στα δύο όπως και το κρανίο του Τίκα. Οι εθνοφρουροί βάλθηκαν να πυροβολούν το άψυχο σώμα.
Ευθύς αμέσως εισέβαλαν στον καταυλισμό, ρίχνοντας αδιακρίτως εναντίον σε οτιδήποτε κουνιόταν. Έδιωξαν τους απεργούς, σκότωσαν 18 άτομα, 10 εκ των οποίων ήταν παιδιά από τριών μηνών ως 11 ετών, και έκαψαν τις σκηνές τους. Όταν οι απεργοί ξαναμπήκαν μερικές ημέρες αργότερα στον καταυλισμό βρήκαν το πτώμα του Τίκα. Η κηδεία του έγινε στις 27 Απριλίου και τη νεκρώσιμη πομπή ακολούθησαν χιλιάδες εργάτες.
Μετά τη σφαγή στο Λάντλοου, οι συγκρούσεις των εργατών με την εθνοφρουρά σε όλη την Πολιτεία του Κολοράντο έλαβαν τεράστιες διαστάσεις. Τα συνδικάτα κάλεσαν τους εργάτες να εξοπλιστούν με «όλα τα όπλα και τα πυρομαχικά που μπορούσαν να αποκτήσουν νόμιμα» και άρχισε πραγματικός ανταρτοπόλεμος ανάμεσα στην εθνοφρουρά και στα συνδικάτα που διήρκεσε δέκα ημέρες. Οι συγκρούσεις τερματίστηκαν μόνον όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Γούντροου Γουίλσον έστειλε μονάδες του ομοσπονδιακού στρατού στην περιοχή. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, σκοτώθηκαν συνολικά 69 άτομα. Στον θλιβερό απολογισμό θα πρέπει να προσθέσουμε και τα εξής: 400 απεργοί συνελήφθησαν, 332 από αυτούς παραπέμφθηκαν για φόνο και μόνο ένας, ο Τζον Λόουσον, καταδικάστηκε αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο του Κολοράντο αργότερα τον αθώωσε. Από την εθνοφρουρά παραπέμφθηκαν 22 άτομα - ανάμεσά τους και δέκα αξιωματικοί - και σε μια παρωδία δίκης, που ως τέτοια διδάσκεται σήμερα σε διάφορες πανεπιστημιακές σχολές, αθωώθηκαν όλοι, πλην του λοχαγού Λίντερφελντ, ο οποίος δολοφόνησε τον Τίκα. Όμως, η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν απλή πειθαρχική επίπληξη..."
Τελικά η ιστορία αυτή πήγαινε να ξεχαστεί και την επανάφερε στο προσκήνιο ο μεγάλος τροβαδούρος Woody Guthrie (το καλλιτεχνικό πρότυπο του Bob Dylan) που γύριζε με την κιθάρα του όλη την Αμερική τραγουδώντας σε πόλεις χωριά και εργοστάσια τραγούδια με στίχους πολιτικού περιεχομένου,
όταν το 1944 έγραψε το περίφημο «Ludlow Massacre» που γνώρισε μεγάλη επιτυχία:

LUDLOW MASSACRE (Woody Guthrie)

It was early springtime that the strike was on
They moved us miners out of doors
Out from the houses that the company owned
We moved into tents at old Ludlow
*
I was worried bad about my children
Soldiers guarding the railroad bridge
Every once in a while a bullet would fly
Kick up gravel under my feet
*
We were so afraid they would kill our children
We dug us a cave that was seven foot deep
Carried our young ones and a pregnant woman
Down inside the cave to sleep
*
That very night you soldier waited
Until us miners were asleep
You snuck around our little tent town
Soaked our tents with your kerosene
*
You struck a match and the blaze it started
You pulled the triggers of your gatling guns
I made a run for the children but the fire wall stopped me
Thirteen children died from your guns
*
I carried my blanket to a wire fence corner
Watched the fire till the blaze died down
I helped some people grab their belongings
While your bullets killed us all around
*
I will never forget the looks on the faces
Of the men and women that awful day
When we stood around to preach their funerals
And lay the corpses of the dead away
*
We told the Colorado governor to call the President
Tell him to call off his National Guard
But the National Guard belong to the governor
So he didn't try so very hard
*
Our women from Trinidad they hauled some potatoes
Up to Walsenburg in a little cart
They sold their potatoes and brought some guns back
And put a gun in every hand
*
The state soldiers jumped us in a wire fence corner
They did not know that we had these guns
And the red neck miners mowed down them troopers
You should have seen those poor boys run
*
We took some cement and walled that cave up
Where you killed those thirteen children inside
I said, "God bless the Mine Workers' Union"
And then I hung my head and cried



Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΠΙΕΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ!!!


Αναλωνόμαστε διαρκώς αυτό τον καιρό με τα οικονομικά μεγέθη και τις υλικές συνέπειες της κρίσης και του ΔΝΤ στη ζωή μας, χωρίς να τονίζουμε όσο πρέπει τις επιπτώσεις αυτών των πραγμάτων πάνω στην ψυχική υγεία των εργαζομένων. Και δεν μιλάω μόνο για τη γενική αβεβαιότητα του αύριο και την μεγάλη ανασφάλεια που διαπερνάει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, γιατί και αυτοί που έχουνε περισσότερα έχουν ίσως και μεγαλύτερη αγωνία, αλλά για αυτό το άγριο και εξουθενωτικό παιχνίδι του τρόμου που βιώνουν κάθε μέρα πολλοί συμπολίτες μας στου χώρους δουλειάς!
Και αν φτάσαμε να τρέμουν, με αυτά που διαδίδονται, ακόμη και οι δημόσιοι υπάλληλοι, σκεφθείτε τι γίνεται στον ιδιωτικό τομέα; Ιδίως τέτοιες μέρες που εξαγγέλλονται απεργίες τόσο επιτακτικά αναγκαίες και δίκαιες για την υπεράσπιση της κοινωνικής μας αξιοπρέπειας και υπόστασης, όσο ποτέ άλλοτε τα τελευταία 50 χρόνια!
Σκεφτείτε τους συνειδητοποιημένους πολίτες που θέλουν να απεργήσουν και από πάνω τους επικρέμεται η δαμόκλειος σπάθη των απολύσεων. Τους συνανθρώπους μας που συνθλίβονται κάτω από τις χωρίς προσχήματα απειλές των σκυλιών της εργοδοσίας!
Με πήρε προχθές στο τηλέφωνο για να με συμβουλευτεί τι να κάνει μια φίλη μου εργαζόμενη νέα κοπέλα και συνειδητοποιημένη και ήτανε στα μαύρα πανιά το κορίτσι. Είχαν κάνει μια κίνηση για απεργία στην επιχείρηση τους που ήδη έχει προβεί σε επιλεκτικές απολύσεις και ενώ στην αρχή εκδήλωσαν ενδιαφέρον οι 50 από τους 100 εργαζόμενους σε δυο μέρες φυλλορρόησαν και έμειναν μόνο 5! Με βαριά καρδιά τη συμβούλεψα να μην απεργήσει! Γιατί αυτό θα ισοδυναμούσε με χαρακίρι!
Δεν ξέρω αν έπραξα σωστά, ξέρω όμως ότι η κοπέλα πέρασε δύσκολες ώρες πηγαίνοντας κόντρα στη συνείδηση της! Όπως και τόσοι άλλοι συνάνθρωποι μας αυτόν τον καιρό που πέρα από τις οικονομικές συνέπειες που πληρώνουν, υφίστανται και μια τέτοιου είδους καθημερινή ταπείνωση. Ένα μεγάλο τσαλάκωμα της προσωπικότητας τους και είναι οι περισσότεροι τους γονείς και μεγαλώνουν παιδιά!

Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

ΛΟΡΔΟΣ BYRON: Ένας δαιμονισμένος Τσε Γκεβάρα της εποχής του!!!


Φέτος συμπληρώνονται 200 ακριβώς χρόνια από το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα το 1810 και σήμερα 19 Απριλίου είναι η επέτειος του θανάτου του στο πολιορκημένο Μεσολόγγι το 1824.
Ο Λόρδος Βύρων (George Gordon Lord Byron 1788-1824) ο μεγάλος αυτός ρομαντικός ποιητής της Αγγλίας υπήρξε ο επιφανέστερος Φιλέλληνας που προσέτρεξε να βοηθήσει τον αγώνα του λαού μας για ανεξαρτησία, δίνοντας όχι μόνο οικονομική βοήθεια αλλά και την ίδια του τη ζωή.
Διάσημη προσωπικότητα της εποχής του και από το ποιητικό του έργο, που υπήρξε πολύ σημαντικό και μεγάλο, αλλά και από τον πολυτάραχο και προκλητικό του βίο. Χλεύαζε διαρκώς την πουριτανική υψηλή κοινωνία και την εξουσία της χώρας του. Μια φορά μάλιστα μπήκε φουριόζος στην Βουλή των Λόρδων και έκραξε άγρια τον Έλγιν για τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Με μία άκρως αχαλίνωτη και αποκλίνουσα ερωτική ζωή (αιμομιξία, παιδοφιλία, ομοφυλοφιλία) αποτελούσε το σύμβολο του απόλυτου κακού για την αγγλική αυτοκρατορία. Και ήταν αυτό το στοιχείο, νομίζω, που έκανε τους καθηγητές μας και τα σχολικά εγχειρίδια να υποβαθμίζουν τη συνεισφορά του στον αγώνα του ’21.
Και όπως ένας άλλος παγκόσμιος επαναστάτης, πολλά χρόνια αργότερα, έτσι και αυτός, εκτός από το κοινό στοιχείο της εύθραυστης υγείας τους, πίστευε ότι: «όταν δεν υπάρχουν επαναστατικές συνθήκες στη χώρα μας πρέπει να προστρέχουμε και να βοηθάμε τους λαούς που είναι εξεγερμένοι και διεκδικούν την ελευθερία τους». Και όπως ο Τσε Γκεβάρα μετά την Κούβα πήγε να βοηθήσει το εξεγερμένο Κονγκό και τη Βολιβία, έτσι και ο BYRON πρώτα αναμείχθηκε με το «κίνημα των Καρμπονάρων» για την απελευθέρωση της Ραβένας από τον παπικό ζυγό και αργότερα όταν συνάντησε στην Πίζα στο σπίτι του ποιητή Σέλλεϋ τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον άκουσε να μιλάει με ενθουσιασμό για την ελληνική Επανάσταση, συγκινήθηκε βαθειά και επιστρέψας αμέσως στην Αγγλία άρχισε να συγκεντρώνει χρήματα για τον ελληνικό Αγώνα, πούλησε και όλα του τα υπάρχοντα, τα άλογα του, τα έπιπλα του, τα βιβλία του και τη θαλαμηγό του και οργάνωσε ορειβατικό πυροβολικό και υγειονομική υπηρεσία και αφού ναύλωσε το πλοίο «Ηρακλής» απέπλευσε για Ελλάδα και έφτασε στο Μεσολόγγι στις 4 Ιανουαρίου του 1824 όπου έτυχε αποθεωτικής υποδοχής. Αλλά ας αφήσουμε από εδώ και κάτω, τα λίγα που απομένουν, να μας τα πει με τη γλαφυρή της καθαρεύουσα η Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη:
«…Ήτο πλήρους πυρετώδους ανυπομονησίας αναμένων να έλθη η στιγμή της πολεμικής εκστρατείας. Κατά τας ατελειώτους ημέρας της βροχής, κλεισμένος εις τον μικρόν του οικίσκον, κατετρύχετο υπό βαθυτάτης ανίας. Οι πεντήκοντα εκλεκτοί σωματοφύλακες του Σουλιώται πάνοπλοι τον περιεστοίχιζον νυχθημερόν. Αλλά μετ’ ου πολύ οι υπέρμετροι κόποι, αι κακουχίαι, το υγρόν κλίμα του Μεσολογγίου ήρχισαν να τον καταβάλλωσι. Την 15ην Φεβρουαρίου κατελήφθη υπό σφοδροτάτης νευρικής κρίσεως, ήτις είχεν όλα τα συμπτώματα της επιληψίας. Έκτοτε ο Βύρων εκυριεύθη υπό βαθυτάτης μελαγχολίας. «Θεέ μου, ανεφώνει, ας έλθει επιτέλους η ημέρα να ορμήσω εναντίον των Τούρκων και να εύρω τον θάνατον μαχόμενος!» Δυστυχώς η ευχή του δεν εισηκούσθη. Μετ’ ολίγας ημέρας έπεσεν εις την κλίνην πυρέσσων και την 19 Απριλίου, την επομένην του Πάσχα απέθανεν, έχων εις τα χείλη του το όνομα της κόρης του Άντας και της Ελλάδος.
Ο Βύρων, ως άνθρωπος και ποιητής, υπήρξεν εις των αρτιωτέρων αντιπροσώπων του ρωμαντισμού: ακόρεστος, υπερήφανος, ευέξαπτος, βίαιος, περιφρονητής της χρυσής μετριότητος και της ηρέμου ζωής, θεατρικός άμα και γενναιόψυχος. Η ποίησις του είνε πλήρης υπερβολών, πλουσία, αχαλίνωτος, με λαμπροτάτας αντιθέσεις, με μοναδικήν μουσικότητα και ορμήν ύφους.»
Και ευτυχώς που οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, όσοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή πάνω από το Παγκράτι και μέχρι τον Υμηττό, σκέφθηκαν και έδωσαν στην περιοχή τους το όνομα του μεγάλου αυτού Φιλέλληνα και μας έμεινε ο Δήμος Βύρωνα να μας τον θυμίζει γιατί αλλιώς μπορεί και να τον είχαμε ξεχάσει.
Και εκεί στο Δήμο Βύρωνα σήμερα με πρωτοβουλία του Συλλόγου «Λόρδος Βύρων»
θα γίνουν σχετικές εκδηλώσεις για τις επετείους που ανέφερα στην αρχή.

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ….ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ…τρομάρα μας!!!


Τις τελευταίες μέρες βιώνουμε από όλα τα μίντια και σε πολύ γενναίες δόσεις πληροφόρησης την υπόθεση εξάρθρωσης του «Επαναστατικού Αγώνα». Πέρα από τις ενστάσεις και τα ερωτηματικά που ακόμα και σε …πρετεντέρηδες προκάλεσε η υπόθεση αυτή με το ακατανόητο και το πρωτοφανές: ο υπ’ αριθ.1 ύποπτος και καταδικαστείς πριν μερικά χρόνια για τρομοκρατία Ν. Μαζιώτης να θεωρείται ο εγκέφαλος της οργάνωσης, μεγαλύτερη ανησυχία πρέπει να μας προκαλεί ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει το θέμα η –τηλεοπτική κυρίως- Δημοσιογραφία μας. Η λειτουργία δηλαδή εκείνη του δημοκρατικού μας πολιτεύματος που έχει ως σκοπό: να ελέγχει την εξουσία και να προστατεύει τον πολίτη από τυχόν αυθαιρεσίες της. Γιατί ναι μεν οι διωκτικές αρχές μπορεί να ενεργούν και μέσα στα πλαίσια κάποιας πίεσης μωρέ παιδί μου: να λέει π.χ. ο Γιώργος (όχι Γιωργάκης πλέον γιατί σκλήρυνε) στον Χρυσοχοίδη «βάλε και συ ρε Μιχάλη ένα χεράκι μήπως και ρίξουμε τα spreads!». Αλλά οι δημοσιογράφοι;
Πολύ συνοπτικά θα αναφέρω τρία κραυγαλέα παραδείγματα και βγάλτε τα συμπεράσματα σας:
1. Από την Κυριακή που ανακοινώθηκε η σύλληψη των έξι και ενώ η Ασφάλεια λέει ότι ψάχνει για γιάφκες, σε όλα τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων, τα σπίτια τους στα οποία τους πιάσανε και στα οποία διαμένανε κανονικά, αναφέρονται ως κρησφύγετα! Φράσεις όπως: «…στο κρησφύγετο των Καλυβίων βρέθηκαν…» «…στο κρησφύγετο της Ν. Ιωνίας κατασχέθηκαν…» δίνουν και παίρνουν ενώ ο Μπαμπινιώτης στο Μεγάλο του Λεξικό είναι σαφέστατος:
κρησφύγετο (το) το μέρος στο οποίο μπορεί κανείς να κρυφτεί, χωρίς να διατρέχει κίνδυνο να τον πιάσουν, το ασφαλές καταφύγιο: οι αντάρτες είχαν το κρησφύγετο τους σε μια απόμερη και δύσβατη ορεινή περιοχή. ΣΥΝ: κρυψώνας, κρύπτη, λημέρι.
2. Kαι ενώ όπως κατηγορηματικά δηλώνουν οι συνήγοροι υπεράσπισης: κανένα cd με ηχητικά ντοκουμέντα συνομιλιών δεν βρίσκεται στη δικογραφία, κάθε βράδυ στα δελτία των 8 ακούμε να απαγγέλλονται με θεατρικό στόμφο που θα τον ζήλευαν και οι καλύτεροι ηθοποιοί του θεάτρου μας ολόκληροι διάλογοι! Που τα βρήκαν που τα μάθανε όλα αυτά ένας θεός ξέρει! Και
3. Προχθές την Τρίτη μια ομάδα 150 περίπου αντεξουσιαστών από τα Εξάρχεια, θέλοντας να διαμαρτυρηθούν γι’ αυτά τα πράγματα, πήγαν με κανονική πορεία και πανώ χωρίς να φοράνε κουκούλες στα γραφεία της ΕΣΗΕΑ και έκαναν για κάποιες ώρες συμβολική κατάληψη. Κάτι που γίνεται συχνά με διάφορα δημόσια κτήρια και από άλλα πολιτικά σχήματα όπως το ΠΑΜΕ. Γιατί και οι εντεξουσιαστές, όσο και να διαφωνεί κάποιος μαζί τους, συμπολίτες μας είναι με τη δική τους ιδεολογική άποψη, και πάμε τώρα στην ενημέρωση: Σε όλα τα δελτία τους τα κανάλια μιλούσαν για το συμβάν αποκαλώντας τους νεαρούς κουκουλοφόρους, χωρίς όμως να δείχνουν εικόνα (η Βουλή που ξεροσταλιάζουν απέξω όλα τα τηλεοπτικά συνεργεία, απέχει από εκεί 200 μέτρα) γιατί η εικόνα θα τους διέψευδε και θέλανε να πουλήσουνε τρόμο!
Πράγματα βέβαια που δεν συνάδουν καθόλου με τη δημοσιογραφική εκτός και αν τα κάνουν από άλλη δεοντολογία: από αγνή πατριωτική διάθεση παραδείγματος χάριν, θέλοντας να συμβάλλουν και αυτοί στην αποκλιμάκωση των spreads! Μόνο που οι κουτόφραγκοι δεν είναι τόσο κουτοί και τα spreads ….δεν μασάνε!

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

«Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι η ζωή είναι τραγική επειδή είναι άθλια»!!!

Θα μου πείτε: «τέτοια ώρα τέτοια λόγια!» Μα γι’ αυτό το έβαλα μπας και πάρουμε καμιά ανάσα μέσα από αυτή την ιδιότυπη και «απελπιστική αισιοδοξία» του. Γιατί και τότε που ο Αλμπέρ Καμύ το διατύπωσε στα 1939 σε ένα κριτικό του σημείωμα για το μυθιστόρημα του Σάρτρ «Η Ναυτία», η παγκόσμια κατάσταση των πραγμάτων δεν ήτανε καθόλου ρόδινη.
Και συνέχιζε την όντως καινοτόμα αυτή σκέψη του με το: «Η διαπίστωση του παραλογισμού της ζωής δεν είναι ένα τέλος, αλλά μια αρχή». Που έμελε να γίνει και το μότο όλου το φιλοσοφικού και λογοτεχνικού του έργου.
Θυμάμαι παλιά όταν λάβαινε χώρα ένα άγριο έγκλημα η ένας τραγικός αυτοχειριασμός σε κάποια υποβαθμισμένη συνοικία μιας πόλης η απομακρυσμένο χωριό της επαρχίας, οι εφημερίδες στις αναλύσεις τους έβαζαν πάντα το θέμα της οικονομικής εξαθλίωσης: «Η φτώχια και η απόγνωση όπλισαν το χέρι του δολοφόνου ή του αυτόχειρα!» έβλεπες στα πρωτοσέλιδα τους. Όταν όμως κάτι παρόμοιο γινόταν σε κάποια εύπορη συνοικία το πράγμα δυσκόλευε και στην ερμηνεία μπαίνανε άλλοι παράμετροι: «άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου» «ακατανόητο έγκλημα» έλεγαν πια οι υπέρτιτλοι.
Γιατί μάλλον η τραγικότητα που μας λέει ο Καμύ έχει να κάνει με τα μεγάλα υπαρξιακά αδιέξοδα που διατρέχουν όλα τα κοινωνικά στρώματα και όλους τους ανθρώπους. Και ίσα-ίσα, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, που αυτά διογκώνονται με την άνοδο του βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου. Μια ματιά στη σύνθεση της πελατείας των ψυχολόγων και των ψυχαναλυτών, νομίζω, πως το επιβεβαιώνει.
Και επειδή το θέμα προσφέρεται για συζήτηση δεν θέλω να μακρηγορήσω -πιο πολύ θα ήθελα να ακούσω απόψεις- θα τελειώσω με την άλλη φράση του μεγάλου φιλόσοφου που βάζει τη λέξη «διαπίστωση» για τον παραλογισμό της ζωής, ως αρχή, γιατί εξυπακούεται πως η «αποδοχή» του, σηματοδοτεί μια κατάκτηση ένα τέλος, αυτής της τόσο ενδιαφέρουσας υπαρξιακής μας περιπέτειας που λέγεται ζωή!

Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010

ΜΙΑ ΚΗΔΕΙΑ …ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΓΑΜΟΣ ΑΝΤΙ …ΓΙΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ!!!


«…και έτσι στα ξαφνικά όπως θα μπαίνει η άνοιξη…» έτσι στα ξαφνικά μας έφυγε μεσοβδόμαδα ο Στέφανος στα 57 του. Ο παλιός φίλος και σύντροφος τότε που οργώναμε το κέντρο της Αθήνας με τα κόκκινα λάβαρα των ρομαντικών συνθημάτων και τα επαναστατικά γκρουπούσκουλα της extreme πανσπερμίας, για έναν άλλον κόσμο που ονειρευόμασταν και τελικά δεν ήρθε!
Ήταν αλέγκρος, μειλίχιος και χαμογελαστός και εξέπεμπε πάντα μια ζεστασιά μια γλύκα. Κάτι που το έπιαναν αμέσως με το αλάθητο ένστικτο τους οι γυναίκες, γι’ αυτό και τον αγάπαγαν! Γι’ αυτό και πάνω από το τάφο του τον έκλαιγαν τρεις «χήρες»! H Ειρήνη η Φλώρα και η γλυκιά Αλίνα. Όμως μόνο με την πρώτη εξ’ αυτών ήρθε «εις γάμου κοινωνίαν». Και αυτό το γάμο τον μοναδικό και ανεπανάληπτο – ως εικαστική παρέμβαση θα εκλαμβανόταν σήμερα- θέλω να σας τον περιγράψω:
Ο έρωτας ήτανε σφοδρός και η Ειρήνη που έφυγε για χάρη του απ’ το σπίτι της, πήγαινε ακόμη Λύκειο. Γι’ αυτό και με την επαναστατική ηθική της εποχής (σωτήριον έτος 1978) έπρεπε να «αποκατασταθεί» με γάμο. Ο πολιτικός ακόμη δεν υφίστατο και επελέγη η εκκλησία: Αγία Παρασκευή της Νέας Σμύρνης.
Ήταν καλοκαίρι. Ο ναός κατακλύστηκε από ένα περίεργο στην εμφάνιση πλήθος: Χαίτες μαλλιά γενειάδες τζην πέδιλα σαγιονάρες φούστες μακριές με φραμπαλά ταγάρια και σανδάλια. Σε μια γωνία στο πίσω μέρος έντρομοι 5-6 συγγενείς του Στέφανου. Ο νεωκόρος και ο παπάς έψαχναν μεσ’ στο πλήθος να εντοπίσουν τους μελλόνυμφους. Κάποια στιγμή τους βρήκαν: ήταν οι μόνοι που φοράγανε παπούτσια! Σκούρο παντελόνι με άσπρο πουκαμισάκι ο γαμπρός παρόμοια φούστα και πουκάμισο η νύφη. Ζήτησαν τις λαμπάδες να τις βάλουνε στις σιδερένιες θήκες τις τεράστιες και έβγαλε ο Βαγγέλης ο κουμπάρος από την κωλότσεπη δυο κοντά κεριά που τα έβαλαν σε δυο ποτήρια, σκούρα όμως κεριά και γνήσια από κερί που τα είχε πάρει από Αθηνάς και Ευριπίδου μαζί με ένα κιλό κουφέτα για το μοίρασμα στο τέλος. Έξω περίμενε και το μοναδικό μέσο μεταφοράς το άσπρο SEAT 127 του Χρήστου με τη λαμαρίνα του φούρνου στο πορτ-μπαγκάζ και τα 10 ψημένα κοτόπουλα Βοκτάς για το τραπέζι.
Όλα κυλήσανε ομαλά χωρίς σταυροκοπήματα αλλά εν πλήρη ησυχία, κάτι που ανάγκασε στο τέλος τον παπά να πει από άμβωνος: «Καταλαβαίνω ότι είστε άθεοι, δεν έκανε κανένας σας σταυρό αλλά για μένα ήτανε το πιο κατανυκτικό μυστήριο γάμου που έχω τελέσει! Γι’ αυτό και όλα τα έξοδα είναι της εκκλησίας!»
Πήρανε όλοι το κουφέτο τους και οι νεόνυμφοι μπήκαν στο SEAT με τα μοσχοβολιστά κοτόπουλα παίρνοντας μαζί και τον κουμπάρο στο σπίτι του οποίου στο Μοσχάτο θα γινότανε και το γαμήλιο γλέντι. Και όλοι κατηφορίσαμε προς τα εκεί με τα ταξί και λεωφορεία. Υπερυψωμένο ισόγειο σε παλιό διώροφο με βεραντούλα, ρετσίνα νταμιζάνα από την παρακείμενη ταβέρνα φορητό κασετόφωνο ζεϊμπέκικο στα λίγα τετραγωνικά και πολύ τραγούδι, ιδίως αργά πολύ αργά όταν κλείσαμε το κασετόφωνο και τραγουδάγαμε «δια ζώσης» καλλίφωνοι και μη στη διαπασών χωρίς να ενοχλούνται οι υπομονετικοί γειτόνοι.
Και είπαμε πολλά πάρα πολλά τραγούδια: από το «bella ciao-bella ciao» μέχρι την «Ελευσίνα» και το «Μοσχοβολούν οι γειτονιές βασιλικό κι’ ασβέστη» και εκεί που υψώναμε τη φωνή αναψοκοκκινισμένοι και σηκώναμε το κεφάλι μας ψηλά, απλώναμε τα χέρια μας μηχανικά και αγγιζόμασταν τρυφερά στις πλάτες και έτσι όπως μας έπαιρναν στα «γιομάτα» κάτι δυνατές ριπές από τη μεθυστική μοσχοβολιά του διπλανού μας γιασεμιού, στο πίσω μέρος του μυαλού μας είχαμε τη βεβαιότητα -όχι το όραμα- ενός επερχόμενου καλύτερου κόσμου χωρίς να μας περνάει καθόλου από τον νου ότι εκείνη τη στιγμή εκεί σε αυτή τη βεραντούλα, είχαμε πιάσει κορυφή: βρισκόμασταν πολύ ψηλά πάρα πολύ και ότι μετά θα άρχιζε η πτώση!
Καλό ταξείδι Στέφανε! αγαπημένε σύντροφε συνοδοιπόρε!