Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Πασχαλιάτικη εκδρομή στης ...Ακρόπολης τα μέρη!!!


Δεν χρειάζονται βέβαια ταξιδιωτικά γραφεία και αποσκευές αρκεί να το αποφασίσεις και να μη σε πάρει από κάτω η αναβλητικότητα και η ξάπλα και αν έχεις πρόσβαση με το μετρό η διαδρομή είναι παιχνίδι. Και  όσο και να φαίνεται περίεργο μπορεί να μην υπάρχουν Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες αλλά πάντοτε παραμονεύουν ισχυρές εκπλήξεις. Όπως αυτές που συναντήσαμε χθες με την Ελένη, δεύτερη μέρα του Πάσχα και ανήμερα του Αγίου Γεωργίου.
Βγαίνοντας από το μετρό στη Μακρυγιάννη πέσαμε πάνω σε λιτανεία εικόνας:
Εκεί ανάμεσα στον πελώριο όγκο του μεταμοντέρνου Μουσείου της Ακρόπολης και στα τουριστικά μαγαζάκια με τα τραπεζάκια έξω και τους τουρίστες, είδαμε να ανεβαίνει μια ευλαβική πομπή με ψαλμωδίες και λιβάνι
και την εικόνα του Αγίου Γεωργίου του επωνομαζόμενου και Τροπαιοφόρου στους ώμους , μια πομπή που έστριψε και μπήκε σε μια πύλη και ξαφνικά βρεθήκαμε σε ένα πέτρινο μικρό εκκλησάκι
εκεί που συμβάλει η επιβλητική είσοδος του Μουσείου της Ακρόπολης με το βυζαντινής τεχνοτροπίας πέτρινο κτίριο του παλιού στρατοπέδου, εκεί που συναντώνται όλα δηλαδή ακόμη και η αρτοκλασία με

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Ένα ...πεζό ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη!!!





                                           ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ


    Και τώρα που ξεμπερδέψαμε πια με τα μεγάλα λόγια, τους άθλους, τα όνειρα, καιρός να ξαναγυρίσουμε στη ζωή μας -αλλά μάταια, το σχέδιο της πόλης άλλαξε, κατά που πέφτει ο δρόμος που αγαπηθήκαμε παιδιά, που πήγε ο άνεμος που σκόρπισε τόσους συντρόφους, υπάρχει ακόμα ο κόσμος; -τώρα στη γλώσσα μας μπερδεύονται παλιά τραγούδια, κανείς δεν μας καταλαβαίνει και μόνο τα παιδιά μαντεύουν πιο πολλά,  μα μεγαλώνουν γρήγορα και τα πουλιά πετάνε για να μη θυμούνται - ένα τέτοιο παρελθόν και δεν απόμεινε παρά λίγη στάχτη, όπου σκυμμένοι τα βράδια σχεδιάζουμε σημαίες, άστρα, λόφους, άλογα κι αναμεσά τους την τύψη ότι δεν τα δώσαμε όλα                           ελευθερώνοντας έτσι όρκους αλλοτινούς και τις πιο ωραίες χειρονομίες του μέλλοντος.


Από τη συλλογή "Ο Τυφλός με τον Λύχνο" εκδόσεις Κέδρος

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Είδα μια γυναίκα να χαστουκίζει με βία το πρόσωπο της!!!



   Κατέβαινε την οδό Πανεπιστημίου και διασταυρωθήκαμε λίγο πιο κάτω από το Οφθαλμιατρείο. Ήταν ψηλή γυναίκα λεπτή σαραντάρα με φούστα και μακριά ξεκούμπωτη καμπαρντίνα. Τα καστανά της μαλλιά έφταναν μέχρι τους ώμους και κάτι κρατούσε με το αριστερό της χέρι που η ένταση και η βιαιότητα της σκηνής δεν με άφησε να διακρίνω αν ήτανε τσάντα δερμάτινη ή από αυτές των καταστημάτων. Περπατούσε γρήγορα και κάθε 4-5 βήματα σήκωνε το δεξί της χέρι και το κατέβαζε με βία και εναλλάξ στις παρειές της που από κοντά διέκρινα την έντονη κοκκινίλα τους και τα μεγάλα της μάτια με το φευγάτο βλέμμα ενώ μουρμούριζε ακατάπαυστα  μέσα από το σφιγμένο της στόμα. Στάθηκα στο φανάρι συγκλονισμένος και γύρισα να κοιτάξω. Έμπαινε στη είσοδο του Μετρό και κατεβαίνοντας τα σκαλιά συνέχιζε το ανηλεές αυτομαστίγωμα της. Χάθηκε κάτω απ’ τη γη μαζί με την αντάρα της ψυχής της…

   2. Λίγο πιο πίσω από τα μεσαία καθίσματα του τρόλεϊ ξέσπασε φασαρία. Την ώρα που σηκώθηκε να κατεβεί ο μελαψός  (μάλλον Αιγύπτιος) επιβάτης ο παρακαθήμενος γέροντας του φώναξε: «Χάσου αράπη από μπροστά μου!». Κάτι απάντησε ο άλλος αντάλλαξαν χαρακτηρισμούς αλλά κατέβηκε στη στάση. Πήγα και κάθισα στην ελεύθερη θέση. «Πως τους ανέχεστε του μαύρους;» με υποδέχτηκε ο γέροντας που από κοντά διαπίστωσα ότι ήτανε πολύ μεγάλης ηλικίας, περασμένα τα ενενήντα σίγουρα και είχε ακουμπισμένα τα δυο του χέρια πάνω σε μια χοντρή μαγκούρα. «Όρεξη έχετε;» του είπα εγώ και συνεχίσαμε αμίλητοι το ταξίδι. Στην επόμενη στάση μπήκε μια κεντροαφρικάνα με ένα μωρό μέσα σε μάρσιπο στην πλάτη. Την έδειξε ο γέρος μουρμουρίζοντας «κοιτάτε τα χάλια μας!». Μετά από δυο στάσεις μπήκαν χαρούμενοι τρεις νεαροί μαύροι και τότε ο γέρος σταυροκοπήθηκε και σε μια κίνηση ικεσίας: άνοιξε τα χέρια του και σήκωσε το βλέμμα στον ουρανό. «Έχετε καιρό να κυκλοφορήσετε;» τον ρώτησα. «Είμαι από επαρχία» μου απάντησε. Και μετά από μια μικρή σιωπή γύρισε απότομα προς τη μεριά μου και πιάνοντας με από το βραχίονα σφιχτά μου δήλωσε με έμφαση: «Εγώ δεν είμαι ρατσιστής!» «Έκανα 40 χρόνια στο Σάουθ Άφρικα!»
Οπότε αναλογιζόμενος και εγώ χρόνια και ηλικίες κατάλαβα ότι όταν έφυγε από κει θα άφησε πίσω του το Απαρτχάϊντ  την απαγόρευση να μπάινουν οι μαύροι στα μέσα μεταφοράς και τον ταλαίπωρο Μαντέλα ακόμα στα μπουντρούμια!

3. Μετά τις λαμπάδες με εξολεθρευτές και εξωγήϊνους με καλάσνικωφ και όλμους από φέτος διαφημίζονται και οι λαμπάδες με την Μπάρμπυ! Όλος ο γαλαξίας του παιδικού καταναλωτισμού –η πιο επικίνδυνη δηλαδή εκδοχή της αλλοτρίωσης των νέων ανθρώπων- δεμένη αγκαλιά με τη Μεγαλοβδομάδα και το Πάσχα. Οι συμβολισμοί των Θείων Παθών και της Ανάστασης θυσία στο τουρλουμπούκι της χυδαιότητας. Και η ηγεσία της Εκκλησίας σφυρίζει αδιάφορα. Ακούσατε ποτέ αγαπητοί αναγνώστες κάποιον μητροπολίτη να κατακεραυνώνει από άμβωνος τον καταναλωτισμό; Τη μεγαλύτερη μάστιγα της σύγχρονης κοινωνίας; Ακόμη και ο πολυπράγμων ο συχωρεμένος μακαριστός απέφευγε το θέμα. Εδώ το πράγμα κάνει…τζίζ, υπάρχουν πολυεθνικές χοντρά συμφέροντα δεν ευκαιρεί ο Άνθιμος και ο Σεραφείμ γι’ αυτά. Έχουνε άλλες προτεραιότητες κινδύνων με Τούρκους Σκοπιανούς Εβραίους και …Ομοφυλόφιλους!  

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Ανθίσανε οι νεραντζιές!!!



Και όχι μόνο στα προάστια και στις συνοικίες αλλά  και μέσα στην καρδιά της Αθήνας νιώθεις να σου έρχονται οι καταιγιστικές ριπές ενός μεθυστικού αρώματος, που αγκαλιάζει τα πλήθη των πεζοδρομίων και μπαίνει μέσα από τα παράθυρα των αυτοκίνητων των τρόλεϊ και των λεωφορείων. 
Μερικές έχουν τόση ανθοφορία που μοιάζουνε χιονισμένες, κάποιες άλλες φέρουν ακόμη και την περσυνή  τους σοδειά, τεράστια αφράτα και ωριμα νεράντζια, σε ένα φανταστικό συνδυασμό του άσπρου και του πράσινου με το βαθύ πορτοκαλί και είναι σαν να διστάζουνε: να προχωρήσουνε μπροστά ή να μείνουνε ακόμη πίσω!
Πολλές είναι αυτές που βρίσκονται σε πεζοδρόμια μέσα σε αλσάκια  και σε νησίδες  δρόμων. Κάποιες είναι σε προαύλια εκκλησιών όπου τα πρωινά της Κυριακής το σούρουπο του Εσπερινού και των Χαιρετισμών τα βράδια,  σμίγουν τα νεραντζάνθια με το λιβάνι.
Ανθίσανε οι Νεραντζιές, μπαίνει με φόρα η Άνοιξη. Και τι ωραία θα ‘τανε να ίσχυαν οι συμβολισμοί της: αυτά τα περί αναγέννησης και ελπίδας! Γιατί είναι βλέπεις και αυτές οι νεραντζιές που ανθοβολούν μπροστά σε αραχνιασμένα μαγαζιά που έχουν στις βιτρίνες τους ξεθωριασμένα ενοικιαστήρια και πεταμένα κάτω από την είσοδο φάκελα με λογαριασμούς ληγμένους. Καθώς και εκείνες που ανθοβολούν μέσα σε αυλόγυρους κλειστών εργαστηρίων.
Γιατί και μεσ’ στο πλήθος είναι βλέπεις άνθρωποι πολλοί που χάσανε δουλειές είναι και αυτοί που μένουνε απλήρωτοι καιρό, είναι ακόμα και η απειλή που σέρνεται για όλους και όλα αυτά τα μαζεμένα δηλαδή που κάνουνε το άρωμα αυτό να έρχεται φορές-φορές σαν πένθιμη ευωδιά Επιταφίου!

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Δημοσθένης Βουτυράς: Η συγκλονιστική περίπτωση μιας ιδιοφυίας!!!


Όποιος δεν είχε διαβάσει, όπως εγώ, Δημοσθένη Βουτυρά και το αποτολμούσε τώρα, θα βρισκόταν μπροστά σε μια ισχυρή ισχυρότατη και ευχάριστη έκπληξη: θα διαπίστωνε ότι ο πολυγραφότατος –έγραψε περί τα 500 διηγήματα- αυτός διηγηματογράφος μας είναι τόσο επίκαιρος σήμερα όχι μόνο στη θεματολογία του αλλά και στη φόρμα γραφής που νομίζεις ότι τα γραφτά του γράφονται …τώρα …δίπλα μας!
Ο άνθρωπος ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του αλλά το περίεργο είναι ότι τότε που ξεκίνησε, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, να δημοσιεύει τα κείμενα του σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, ενώ έτυχε μεγάλης αποδοχής από το φοιτητόκοσμο, συνάντησε μια άνευ προηγουμένου εχθρότητα και καχυποψία από το λογοτεχνικό κατεστημένο και την κριτική. 
Με εξαίρεση λίγους διορατικούς ανθρώπους όπως ο Σωτήρης Σκίπης και ο Λέων Κουκούλας οι περισσότεροι τον αντιμετώπισαν απαξιωτικά. Είναι δε χαρακτηριστική η εκτεταμένη κριτική που του έκανε από το περιοδικό Νουμάς ( σε 5 συνέχειες) ο Γρηγόριος Ξενόπουλος που ενώ τον έψεγε διαρκώς και τόνιζε τα ελαττώματα της γραφής του όπως π.χ. το φτωχό και λιτό λεξιλόγιο, την έλλειψη καλολογικών στοιχείων, την άγαρμπη και αδούλευτη γλώσσα, ομολογούσε με ειλικρίνεια –γιατί ο Ξενόπουλος πρέπει να ήτανε καλός άνθρωπος- ότι κάθε που πιάνει να διαβάσει διήγημα του Βουτυρά δεν μπορεί να το αφήσει από τα χέρια του γιατί νιώθει να έχει αυτό μια παράξενη δύναμη. 
Η στάση αυτή της επίσημης λογοτεχνίας και κριτικής γίνεται σήμερα κατανοητή, γιατί σε εντελώς ανύποπτο για εκείνη την εποχή χρόνο, μια εποχή κατά την οποία το διήγημα –κατ’ εξοχήν τότε λογοτεχνικό είδος- κινιόταν στο κλίμα της ηθογραφίας όπως λεγόταν, περιγράφοντας χωριουδάκια βοσκούς και ψαράδες, μέσα στο οποίο ξεχώριζαν οι διεισδυτικές ματιές του Βιζυηνού και του Παπαδιαμάντη, έρχεται ο Βουτυράς σαν ταύρος σε υαλοπωλείο και καταπιάνεται με το ρεαλισμό της καθημερινότητας τους ανθρώπους της δουλειάς το περιθώριο τον κοινωνικό προβληματισμό τους πολέμους τις πείνες τα υπαρξιακά διλήμματα το υποσυνείδητο της ψυχής το εφιαλτικό το μεταφυσικό και άπειρα άλλα καινούργια και …παράξενα πράγματα!
 Και ενώ μπορεί να είχε διαβάσει τον Πόε που είχε προηγηθεί το σίγουρο είναι ότι δεν είχε διαβάσει Φρόϋντ και δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμη ο Κάφκα και ο Τζόϋς γιατί στοιχεία και μάλιστα έντονα από όλους τους προαναφερθέντες εντοπίζονται στη γραφή του.
Εκείνο όμως που δεν γίνεται κατανοητό είναι που η «απομόνωση» του από τους ομότεχνους του συνεχίστηκε όχι μόνο  από τη γενιά του ’30 αλλά και την μεταπολεμική -με φωτεινή εξαίρεση τον Στρατή Τσίρκα που ήτανε ένθερμος θαυμαστής του- και κράτησε θα μπορούσε να πει κανείς μέχρι τις μέρες μας.
Ο Βουτυράς έγραψε τόσο πολύ και από ιδιοσυγκρασία αλλά και από ανάγκη βιοπορισμού. Γιατί ενώ γεννήθηκε στην Κωσταντινούπολη το 1871 σε αστικό περιβάλλον και μετακόμισε στον Πειραιά σε νηπιακή ηλικία, βρέθηκε από νέος σε πλήρη ένδεια γιατί ο πατέρας του αυτοκτόνησε αφού πρώτα είχε κλείσει το συμβολαιογραφείο και είχε ανοίξει χυτήριο στο Φάληρο το οποίο χρεοκόπησε. Παντρεύτηκε έκανε δυο κόρες και εγκαταστάθηκε στο Κουκάκι, Σύχναζε στις ταβέρνες της περιοχής και πάντα του άρεσε να κάνει παρέα με ανθρώπους του καθημερινού μόχθου και του περιθωρίου οι οποίοι αποτελούσαν και τους ήρωες των ιστοριών του. Πέθανε το 1958.
Σας παραθέτω ως δείγμα γραφής και ένα διήγημα του με μοναδικό κριτήριο το μέγεθος του, μιας και είναι ένα από τα μικρότερα του. To δανείστηκα από μια εκπληκτική δουλειά που έχει κάνει ο κ. Νίκος Σαραντάκος μια ηλεκτρονική συλλογή ελληνικών διηγημάτων που διαρκώς πλουτίζεται και η οποία βρίσκεται στον ιστότοπο http://www.sarantakos.com/keimenamazi.html

 
Λησμονιά
του Δημοσθένη Βουτυρά

  
            Ο Καπάρης έπαψε περιμένοντας να σταματήσει το χτύπημα της καμπάνας. Και όταν ο τελευταίος ήχος της έτρεξε στον αέρα τρεμουλιαστός ξακολούθησε την ομιλίαν του, αφού τύλιξε πρώτα γύρω στο λαιμό του το σάλι του, που του είχε ξεφύγει.

            — Πόσους και πόσους δεν έχουμε λησμονήσει! είπε. Πόσοι, που γνωρίσαμε μια φορά κι έναν καιρό είχαμε κάποια φιλία, αρχίζαμε να τους αγαπάμε και που μια μέρα χωριστήκαμε χωρίς να σκεφτούμε πως δε θα δει πια ο ένας τον άλλο. Άλλοι πάλι, που μαζί πηγαίναμε σκολειό, καθόμαστε στο ίδιο θρανίο, που μια μέρα κι αυτούς τους χάσαμε χωριστήκαμε και δεν τους ξαναείδαμε πια!… και σιγά, σιγά σβήσανε απ΄ τη μνήμη μας και μας είναι αδύνατο να τους θυμηθούμε! Ίσως μένει, βαθιά όμως, στην ψυχή μας η μορφή τους κρυμμένη, που μόνο ο ύπνος μπορεί να τη φέρει απάνω στην ενθύμησή μας, αλλ΄ όταν ξυπνήσουμε θα σβήσει πάλι, θα πάει στη θέση της χωρίς να δεις, να συλλάβεις τίποτα!… Πόσοι λοιπόν, απ΄ αυτούς δεν έχουνε χαθεί, δεν έχουνε πεθάνει… Προχτές το βράδυ ένα τέτοιο έβλεπα στον ύπνο μου, ένα τέτοιο! Είμαστε δυο παρέες, λέει, και καθόμαστε σ΄ ένα δωμάτιο ψηλό ενός σπιτιού, που μια φορά μικρός είχα κατοικήσει. Από μια μπαλκονόπορτα ανοιχτή φαινόντουσαν δέντρα ενός κήπου μεγάλου και μια λάμψη δυνατή, πέρα στον ορίζοντα.

            Κάτι λέγαμε, νομίζω, για πεθαμένους, για ψυχές.

            — Γιά, μου λέει ξαφνικά κάποιος απ΄ την παρέα μας, δείχνοντας έναν, που καθότανε μαζί μας σιωπηλός, έναν, που τον είδα να ‘ναι σκοτεινός και σαν αέρινος, αυτός είναι πεθαμένος, πέθανε στην Πάτρα!

            Εγώ το ήξερα και λυπόμουνα πολύ γι΄ αυτό, γιατί ήτανε φίλος μου, γνωστός μου παλιός, και ήθελα να μάθω, για να παρηγορήσω τη λύπη μου, αν αισθάνεται κι έτσι που ήταν, ό,τι πριν…

            Για πες μου, του λέω, και του είπα και τ΄ όνομά του, πώς σου συνέβηκε, τι αισθάνθηκες;

            Ο πεθαμένος άνοιξε τα χέρια του.

            — Ούτε θυμούμαι που πέθανα, ούτε τι τράβηξα!… Έφυγα απ΄ εκεί μόνο αφήνοντας το σώμα μου σα να πέρασα για μια στιγμή ένα σκοτεινό μέρος!,,,

            Στράφηκα στους φίλους μου.

            — Βλέπετε; τους είπα.

            Ένας απ΄ τους κυρίους, που ήτανε στην άλλη παρέα, πήρε το κάθισμά του και πλησίασε κοντά στον πεθαμένο.

            — Για πες μας πώς…

            Ήθελε να ρωτήσει να μάθει εκείνο το άλυτο, το παράξενο, το μεγάλο μυστήριο, αλλά το πρόσωπο του πεθαμένου πήρε μια έκφραση στενόχωρη κι είπε τραυλίζοντας :

            — Αφήστε με!… Πρέπει να πηγαίνω! βραδυάζει, δε μπορώ, πνίγουμαι!…

            Και αλήθεια βράδυαζε. Έξω η λάμψη κείνη, που ήτανε πριν, είχε χαθεί και το σκοτάδι ερχότανε.

            Ξύπνησα λυπημένος πολύ πολύ και με δάκρυα στα μάτια. ΄Εκλαιγα. Ποιος να ‘ταν, λοιπόν, κείνος ο φίλος μου, που τόσο, τόσο μ΄ έκανε να λυπηθώ, και που ακόμα που τον σκέπτουμαι δακρύζω;…


Περιοδικό «Ο Νουμάς», Τόμος 17, τεύχος 676, σελίδες 180-181 (1920)