Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

Θα μας πάρει το ... «ποτάμι»!!!




Δεν ξέρω πως θα εξελιχθούνε τα πράγματα με αυτό το μιντιακό κατασκεύασμα που μας προέκυψε ξαφνικά στην πολιτική μας ζωή, αλλά είμαι βέβαιος πως η τυχόν επιτυχία του θα αναδείξει και για τη χώρα μας τον πυρήνα του μεγάλου προβλήματος. Που η οικονομική κρίση αποτελεί μόνο μια όψη του και που δεν είναι άλλο από αυτό το τεράστιο και μη αναστρέψιμο, φοβάμαι, κακό που μας βρήκε: την παγκοσμιοποίηση! Την ισοπέδωση δηλαδή της σκέψης μας και την αδράνεια μας μπροστά στο κακό. Όλοι οι άνθρωποι και όπου γης, από Ουλάν Μπατόρ μέχρι Αδελαΐδα, Ναϊρόμπι και Σηάτλ, προσηλωμένοι σε οθόνες διαφόρων τύπων και μεγεθών αναλωνόμαστε πνευματικά στην ίδια κουλτούρα. Είτε αυτή λέγεται Ίντερνετ, Χ-Factor,  Λιονέλ Μέσι και Mall. Σαν ναυαγοί με ξέβαθη μνήμη, άβουλοι, μοιραίοι, χειραγωγήσιμοι! Θέλουμε καλύτερη ζωή αλλά τα περιμένουμε από άλλους. Μπορεί να κάνουμε κάτι, μια κίνηση, αλλά αμέσως πισωγυρίζουμε. Κοιτάξτε αυτό που έγινε στην Αίγυπτο: βγήκε ο κόσμος στην Ταχρίρ και «ντάμπα-ντούμπα, ντάμπα-ντούμπα», γκρέμισαν τη στρατιωτική παντοδυναμία του Μουμπάρακ. Στις εκλογές όμως που έγιναν για πρώτη φορά ελεύθερα και με την παρουσία διεθνών παρατηρητών πολλοί δεν πήγαν να ψηφίσουν με αποτέλεσμα να εκλεγεί πρόεδρος ο ισλαμιστής Μόρσι. Λύσσαξαν οι Αμερικάνοι, Ισραήλ και Ευρωπαίοι και με τη δύναμη των μίντια σε λίγο καιρό τον υπέσκαψαν. Και ξανά «ντάμπα-ντούμπα, ντάμπα-ντούμπα» ο ίδιος κόσμος στην Ταχρίρ αλλά τώρα «Ζήτω ο Στρατός»!  Πάλι οι καραβανάδες στην εξουσία ο νόμιμος πρόεδρος  στη φυλακή και οι «αγανακτισμένοι» ταχριριώτες στα σπίτια τους. Αυτά τα ξέρει καλά ο νεοπαγής μας «ηγέτης» που κοιτάει χαμηλά όπως και οι παραποτάμιοι καθοδηγητές του, γι’ αυτό και υπόσχονται μιαν εύκολη ευτυχία, κάτι σαν την «υπνοπαιδεία» που μάθαινες ξένες γλώσσες … κοιμώμενος!  
Μόνο που σαν λαός  κρατάμε ακόμα κάτι, όπως αυτό:
 

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Μήπως δεν υπερβάλλει; !!!


Ξαναγυρίζουμε


Ξαναγυρίζουμε στην εποχή  του χαλκού
και του λίθου.

Κυκλοφορούμε ανάμεσα στα τελευταία μαμμούθ,
με ξύλινα ρόπαλα και δέρματα ζώων,
κυνηγώντας το ρέννο και τον τάρανδο,
ανάβοντας δαδιά και λυχνάρια, για να φωτίσουμε
τις τρώγλες μας,
πασχίζοντας πάνω σε κέρατα και κόκκαλα
να ιστορήσουμε τη ζωή μας.

Ξαναγυρίζουμε στην εποχή των παγετώνων,
στη μεγάλη αδράνεια.

Ο ήλιος δεν μπορεί να λειώσει τους πάγους μας,
δε μπαίνει απ' τα παράθυρα μας.
Ξάφνου, φουντώνει σα σβηστή φωτιά,
μας καίει τα βλέφαρα,
κι' ώσπου να λάμψει,
βυθίζεται ξανά στο υπερπόντιο χάος.

Αποτραβιόμαστε στα σκοτεινά μας σπήλαια,
βουλιάζουμε στην προϊστορική νύχτα.

Ζώα θηριόμορφα που μόλις σέρνονται στη γή
βγαίνοντας απ' το τέλμα τους,
ιπτάμενα ερπετά,
υδρόβια σαρκοφάγα, πτεροδάκτυλα
μαρτυρούνε το πέρασμα μας.

Ξαναγυρίζουμε στην εποχή των θαλασσίων τεράτων.


Κώστας Στεργιόπουλος

(περιοδικό "Νέα Κείμενα" 1971)

 

Ο Κώστας Στεργιόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1926. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση και εργάσθηκε ως βοηθός στο Σπουδαστήριο Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Παύθηκε το 1969 από τη δικτατορία και το 1974 επανήλθε ως καθηγητής στην ίδια έδρα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Από όπου και αποχώρησε το 1984 με εθελούσια έξοδο. Το 2002 τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών και το 2004 με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Και η μελαγχολία έχει τη ... χάρη της!!!




Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο...


Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
μέσ᾿ στὴν κρύα μου κάμαρα, ὅπως ἔζησα μόνος·
στὴ στερνὴ ἀγωνία μου τὴ βροχὴ θὲ ν᾿ ἀκούω
καὶ τὸν κούφιο τὸν θόρυβο ποὺ ἀνεβάζει ὁ δρόμος.

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
μέσα σ᾿ ἔπιπλα ξένα καὶ σὲ σκόρπια βιβλία,
θὰ μὲ βροῦν στὸ κρεββάτι μου. Θὲ νἀρθεῖ ὁ ἀστυνόμος
θὰ μὲ θάψουν σὰν ἄνθρωπο ποὺ δὲν εἶχε ἱστορία.

Ἀπ᾿ τοὺς φίλους ποὺ παίζαμε πότε-πότε χαρτιὰ
θὰ ρωτήσει κανένας τους ἔτσι ἁπλά: «-Τὸν Οὐράνη
μὴν τὸν εἶδε κανείς; Ἔχει μέρες ποὺ χάθηκε!...»
Θ᾿ ἀπαντήσει ἄλλος παίζοντας: «-Μ᾿ αὐτὸς ἔχει πεθάνει».

Μιὰ στιγμὴ θὰ κοιτάξουνε ὁ καθένας τὸν ἄλλον,
θὰ κουνήσουν περίλυπα καὶ σιγὰ τὸ κεφάλι,
θὲ νὰ ποῦν: «Τ᾿ εἶν᾿ ὁ ἄνθρωπος!... Χτὲς ἀκόμα ζοῦσε!»
Καὶ βουβὰ τὸ παιγνίδι τους θ᾿ ἀρχινήσουνε πάλι.

Κάποιος θἆναι συνάδελφος στὰ «ψιλὰ» ποὺ θὰ γράψει
πὼς «προώρως ἀπέθανεν ὁ Οὐράνης στὴν ξένη,
νέος γνωστὸς εἰς τοὺς κύκλους μας, ποὖχε κάποτ᾿ ἐκδώσει
συλλογὴν μὲ ποιήματα πολλὰ ὑποσχομένην».

Κι αὐτὸς θἆναι ὁ στερνός της ζωῆς μου ἐπιτάφιος.
Θὰ μὲ κλάψουνε βέβαια μόνο οἱ γέροι γονιοί μου
καὶ θὰ κάνουν μνημόσυνο μὲ περίσιους παπάδες
ὅπου θἆναι ὅλοι οἱ φίλοι μου κι ἴσως-ἴσως οἱ ὀχτροί μου.

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
σὲ μία κάμαρα ξένη στὸ πολύβοο Παρίσι,
καὶ μία Καίτη θαρώντας πὼς τὴν ξέχασα γι᾿ ἄλλην
θὰ μοῦ γράψει ἕνα γράμμα -καὶ νεκρὸ θὰ μὲ βρίσει.

                                                         Κώστας Ουράνης