Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Η γοητεία της αστυνομικής λογοτεχνίας!!!







Η αστυνομική λογοτεχνία στην Ελλάδα, σε αντίθεση με την Ευρώπη και την Αμερική, ξεκίνησε κάπως αργά. Το είδος το σνομπάριζε η διανόηση και πιο πολύ η αριστερή που για πολλά χρόνια κυριαρχούσε στα ελληνικά γράμματα.  Και έρχεται ο Γιάννης Μαρής, στις αρχές της δεκαετίας του '50, με τον αστυνόμο του Μπέκα να φέρει τα πάνω κάτω. Δημοσιεύει τις ιστορίες του σε συνέχειες (περιοδικά και εφημερίδες) και αποκτά πολλούς και φανατικούς αναγνώστες. Θυμάμαι με τι αγωνία περιμένανε να ελευθερωθεί από τους μεγάλους η εφημερίδα "Ακρόπολις". Την ανοίγαμε πάνω σε ένα στρογγυλό τραπέζι του καφενείου  και πέφταμε με τα μούτρα -πολλοί μαζί- στο διάβασμα της πολυπόθητης συνέχειας του Μαρή. Και από τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου ακόμη.
Και όταν μετά τη δικτατορία -στις αρχές του '80- άρχισε να εμφανίζετα η νέα γεννιά, οι αποκαλούμενοι και "παιδιά του Μαρή". Ένας που ξεχώρισε και μας έχει δώσει μέχρι σήμερα πολύ σημαντικό έργο, ήταν ο Φίλιππος Φιλίππου. Για όσους έχουν διαβάσει βιβλία του δεν χρειάζονται συστάσεις. Όσοι όμως είστε φίλοι του είδους και θέλετε να γνωρίσετε την ιδιαίτερη και συναρπαστική γραφή του, ευκαιρία να ξεκινήσετε από το πιο πρόσφατο: "Η Κόρη του Εφοπλιστή" των εκδόσεων "αιγαίον".
Ένα βιβλίο που διαβάζεται μονορούφι γιατί "αρπάζει" τον αναγνώστη με την πλοκή του από την αρχή μέχρι το τέλος. Με άψογη και ρέουσα γλώσσα και πολύ ζωντανούς διαλόγους, πέρα από το ξεδίπλωμα της κεντρικής ιστορίας αφηγείται διακριτικά και περιεκτικά και την περιρρέουσα κοινωνική πραγματικότητα. Ο μόνιμος ήρωας του Τηλέμαχος Λεοντάρης, ένας καλλιεργημένος δημοσιογράφος, δεν μετάρχεται ποτέ βία και σαν τον Ηρακλή Πουαρώ με μόνο του όπλο τη λογική, ξετυλίγει τους μίτους των μυστηριωδών φόνων και των μεγάλων ανατροπών.
Σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα.   

Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

Υπήρχαν και κάτι άλλες γιορτές!!!

 




Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος




                                                       «Πρωτοχρονιά!»




Στη μνήμη του Γιάννη Δουβίτσα


ΑΝΗΚΩ στην ευάριθμη (ίσως και στη μεγάλη, για να μην πω στην πλειοψηφούσα…) ομάδα των Νεοελλήνων αστών, η οποία ουδέποτε κατάφερε να χωνέψει όλο αυτό το πανδαιμόνιο, την αναστάτωση, τους γλυκασμούς, τις προκάτ ευχές, χαρές και συγκινήσεις για τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς - γιορτές που (αν δεν κολυμπούσαμε σε ωκεανούς υποκρισίας) άνετα θα μπορούσαν άνετα να διεκδικήσουν τον χαρακτηρισμό των πιο πληκτικών και θλιβερών ημερών του έτους.
Σήμερα, κάτι με τον δέκατο τρίτο μισθό, κάτι με τις ομαδικές εξόδους (και την συνακόλουθο τροχαία σφαγή), τα ταξίδια, τις εκδρομές εν γένει και τις πανηγύρεις, το πράγμα κολάζεται κάπως - τα χρόνια, όμως, εκείνα με τις οικογενειακές και λοιπές συνάξεις, τη γενικότερη στέρηση και μιζέρια, το κρύο και τον συνήθως άθλιο καιρό, οι άγιες (καλούμενες) ημέρες ελάχιστα απείχαν από μια περιοδική, ετήσια δοκιμασία.
Τότε, ευτυχώς, τα Χριστούγεννα ήσαν τουλάχιστον απαλλαγμένα από τα μεταγενέστερα δεινά – το θλιβερό χριστουγεννιάτικο δέντρο, τη γαλοπούλα, τα αμήχανα και άχρηστα δώρα, τα γελοία ευχετήρια αεροπανώ της τοπικής αυτοδιοίκησης, τον διαφημιστικό ορυμαγδό που αρχίζει πριν καλά καλά τελειώσουν τα καλοκαιρινά μπάνια κ.ο.κ. Και τα κάλαντα, που έψαλλαν κατά τις παραμονές τα παιδιά, είχαν μια τρυφερή και αφοπλιστική ειλικρίνεια: προσέβλεπαν σε ένα μικρό χαρτζηλίκι, στην πραγματοποίηση ενός ελάχιστου ονείρου. Θυμάμαι δύο μικρά αδελφάκια στη Νιγρίτα της Βισαλτίας, όταν με καθαρό μουτράκι και παγωμένα πόδια, βουτηγμένα στο χιόνι, χτύπησαν την πόρτα μας και άρχισαν να μέλπουν, ενώ αραιές μυξούλες τρέχαν πάνω στα χείλη τους:

Κόλιαντα, μπάμπω, κόλιαντα
δυο χιλιάδες πρόβατα
και πεντακόσια γίδια
δώσε, θειά, καρύδια…


Μετά που τέλειωσαν, το κοριτσάκι άπλωσε την ποδίτσα του, περιμένοντας τα καρύδια…
Η μοναδική χαρούμενη γιορτή (οφείλω να ομολογήσω) ήταν η παραμονή της Πρωτοχρονιάς, όταν πλήθη κόσμου, άπασα η μικρή πόλη όπου γεννήθηκα, ανεβοκατέβαινε (υπό βροχήν, συνήθως) στους κεντρικούς δρόμους, με σφυρίγματα, πειράγματα κι αλαλαγμούς, ενώ τα παιδιά τραβολογούσαν τους γονείς στα μεγάλα βιβλιοπωλεία, προκειμένου να εξασφαλίσουν το δώρο τους – καμιά σφυρίχτρα, ένα τόπι ή (σπανιότερα) μια φυσαρμόνικα.
Ανήμερα, στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι οι περισσότεροι ήσαν κατηφείς, μελαγχολικοί και άκεφοι, ξενυχτισμένοι συνήθως στα χαρτιά ή στους επίσημους χορούς. Το κυρίως πιάτο ήταν κόκορας με μακαρόνια (μακαρόνια χοντρά, «με παχεία βορβορόχρου σάλτσα», κομμάτια ξύλου κανέλας και άφθονη τριμμένη μυζήθρα), που τα συνόδευαν με βαρελίσια φέτα και μπόλικο ντόπιο κρασί, η προμήθεια του οποίου γινόταν μετά από ενδελεχή έρευνα. Τα γλυκά δεν τα άγγιζε σχεδόν κανείς. Ύστερα πήγαιναν να γείρουν, όπως έλέγετο, για μερικές ώρες – οπότε, όταν ξυπνούσαν, είχε πια νυχτώσει για καλά και ουδείς εγνώριζε πώς να σπρώξει αυτό το βράδυ… Έτσι, περίπου, στην επαρχία του ’50.