Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

Ο Νικόλας και ο Θανάσης: Μια απίστευτη ιστορία της Λαϊκής!!!




Πάντα -συνταξιούχος γαρ- ψωνίζω ψάρια από τη Λαϊκή. Η υψηλή ποιότητα και η χαμηλή τιμή τους σε συνδυαμό με την αδυναμία μου σε αυτά, συνιστούν ένα διαρκές δέλεαρ. Και με δεδομένη τη φρεσκάδα τους: «το νοστιμότερο ψάρι είναι το φρέσκο ακόμη και το πιο ταπεινό» λέγαμε από παλιά, ψωνίζω και μεγάλες ποσότητες. Αφού οι τιμές τους είναι τόσο χαμηλές που ντρέπομαι να τις αναφέρω.
Πριν από κάποιο καιρό προτιμούσα δυο πάγκους: αυτόν του Θανάση που χώλαινε από το ένα του πόδι και ηλικιακά πλησίαζε στη σύνταξη ή αυτόν του Νικόλα, ενός σαραντάχρονου άντρα πολύ φωνακλά. Μόνο που βρισκόντουσαν δίπλα-δίπλα και όλη την ώρα τσακώνονταν άγρια. Κάποια στιγμή ο νεώτερος μετακόμισε πιο κάτω. Την πρώτη φορά που τον επισκέφτηκα στη νέα του θέση του έκανα με τρόπο και μια παρατήρηση πως δεν είναι σωστό να χρησιμοποιεί τέτοιο λεξιλόγιο για έναν ηλικιωμένο συνάδελφο του. Τότε ο Νικόλας έσκυψε και με ύφος αμετανόητου μου είπε: « Ο κουτσαύλας είναι καριόλης. Μένουμε στην ίδια γειτονιά και τον ξέρω». Και με στυλ φιλοσοφίας του καφενείου, συμπλήρωσε: «Ξέρει ο Θεός σε ποιους ρίχνει  τα κουσούρια!».
Πέρασε ένα διάτημα, ο Θανάσης βγήκε στη σύνταξη και μου έμεινε μόνο ο Νικόλας. Κάποια Τετάρτη όμως δεν φάνηκε και τον πάγκο κρατούσε ο βοηθός του. «Το αφεντικό είναι στο μαιευτήριο. Γεννάει η γυναίκα του» μου είπε.
Όταν ξαναεμφανίστηκε φαινόταν κατηφής και δεν διαλαλούσε όπως άλλοτε το εμπόρευμα του.
---Είχατε γεννητούρια Νικόλα έμαθα, αγοράκι ή κοριτσάκι;
---Αγοράκι αλλά τι τα θες; Έχει το σύνδρομο Down!
Ψιθύρισα σοκαρισμένος «να σας ζήσει» χωρίς να πάρω απάντηση.
Ήρθε ακόμη 2-3 φορές. Πάντα κατηφής. Και μετά χάθηκε!