Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Βίκυ Μοσχολιού: σαν το κρασί που παλιώνει !!!



Με τη Βίκυ νομίζω πως συμβαίνει ό,τι και με το Μάνο Χατζιδακι: όσο περνάει ο καιρός από την απώλεια τους τόσο και δυναμώνει μέσα μας η νοσταλγία γι' αυτούς, αν μπορώ να μιλήσω και γενικότερα. Γιατί προσωπικά σε μένα συμβαίνει. Είδα απόψε μια παλιά εκπομπή-αφιέρωμα στη μεγάλη μας τραγουδίστρια από την ΕΡΤ και συγκινήθηκα. Υποκλίθηκα, πιο σωστά, για μια ακόμη φορά μπροστά στο διαχρονικό μεγαλείο αυτής τη γυναίκας. Που με τη δωρικότητα της φωνής της και την ποιότητα του ρεπερτορίου της, σφράγισε ανεξίτηλα και μοναδικά τη μουσική μας παράδοση.
Αυτό το φτωχό κορίτσι, η κορδελιάστρα εργάτρια από το Αιγάλεω.


Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

Ένα διαμάντι από τη Βουλγαρία!!!




Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов):

 
                                                        Κόρη

ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ μπῆ­κε ἕ­νας ἄν­τρας μέ­σης ἡ­λι­κί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος κου­βα­λοῦ­σε στὰ χέ­ρια, ὅ­πως κου­βα­λοῦν παι­δί, μιὰ με­γά­λη πά­νι­νη κού­κλα, ντυ­μέ­νη μὲ παι­δι­κὸ μπου­φάν.
  — Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, δύ­ο ἐ­λεύ­θε­ρες θέ­σεις;
Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἐ­πι­βά­τες στὸ κου­πὲ κοι­τά­χτη­καν καὶ δὲν ἀ­πο­κρί­θη­καν.
— Ο­ρί­στε – εἶ­πα, καὶ τοῦ ὑ­πέ­δει­ξα τὴ θέ­ση ἀ­πέ­ναν­τί μου. — Ὅ­μως, εἶ­ναι μο­νή.
— Δὲν πει­ρά­ζει, αὐ­τὴ θὰ κα­θή­σει σὲ μέ­να.
Τῆς ἔ­βγα­λε τὸ μπου­φάν, τῆς ἔ­φτια­ξε τὰ μαλ­λιά, τὴν βό­λε­ψε στὴν ἄ­κρη τοῦ κα­θί­σμα­τος καὶ κά­θη­σε δί­πλα της. Ἔ­πει­τα τὴν πῆ­ρε στὰ γό­να­τά του. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι στὸ κου­πέ, ξε­γλί­στρη­σαν γιὰ νὰ ψά­ξου­νε θέ­σεις ἀλ­λοῦ. Ἀ­πο­μεί­να­με μό­νον οἱ δύ­ο μας, δη­λα­δὴ οἱ τρεῖς μας.
— Πῶς τὴ λέ­νε; – ρώ­τη­σα.
— Ἄν­τε, πὲς στὸν θεῖ­ο πῶς λέ­γε­σαι. Ἔ;
 Ἡ κού­κλα σι­ω­ποῦ­σε.
— Πές, Μα­α-ρί­ι... Μα­ρί­α λέ­γε­ται. Εἶ­ναι ντρο­πα­λή.
Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἡ­λι­κί­α ἔ­τσι εἶ­ναι τὰ πα­ιδιά.
— Γειά σου, Μα­ρί­α. Πό­σο χρο­νῶν εἶ­σαι;
— Στὰ 5 —ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας.— Μό­νο ποὺ δὲν τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ μι­λά­ει καὶ πο­λύ. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; – χα­μο­γέ­λα­σε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὴν πει­ρά­ζει στὴ μύ­τη. Ἡ μύ­τη της ἦ­ταν ἕ­να φα­γω­μέ­νο ρὸζ κουμ­πί. — Θέ­λεις νὰ κα­θή­σου­με δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο; Ἄν­τε, ἀ­γα­πού­λα μου. Ἔ­λα νὰ δοῦ­με τώ­ρα τί ἔ­χει ἐ­κεῖ ἔ­ξω; Ὤ­ω­ω, δὲς αὐ­τὴ τὴν ἀ­γε­λά­δα πό­σο σο­βα­ρὴ μᾶς κοι­τά­ζει, καὶ τὸ γα­ϊ­δού­ρι ἐ­κεῖ, τὸ βλέ­πεις; Ὄ­χι, ὄ­χι, πιὸ πέ­ρα, δί­πλα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ δέν­τρο.
       Καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ με­τροῦν πό­σες ἀ­γε­λά­δες, γα­ϊ­δού­ρια, κό­τες, ἄ­λο­γα καὶ πρό­βα­τα θὰ ἔ­βλε­παν ἀ­πὸ τὸ τρέ­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἡ τύ­χη τοὺς χα­μο­γέ­λα­σε καὶ εἶ­δαν πε­λαρ­γούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­κό­μα πε­ρι­φέ­ρον­ταν στὰ κα­ψα­λι­σμέ­να χω­ρά­φια τοῦ προ­χω­ρη­μέ­νου Αὐ­γού­στου. Αὐ­τὸς τῆς ἀ­φη­γεῖ­το μιὰ πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸν πε­λαρ­γὸ καὶ τὴν ἀ­λε­ποῦ. Πο­λὺ τῆς ἀ­ρέ­σουν τέ­τοι­ες ἱ­στο­ρί­ες, μοῦ ἔ­κλει­σε τὸ μά­τι συ­νω­μο­τι­κά. Καὶ γε­νι­κῶς ὁ­τι­δή­πο­τε ἱ­στο­ρί­ες. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κά­ποι­α θεί­τσα μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζα στὸ κου­πὲ χω­ρὶς νὰ χαι­ρε­τή­σει, ἄ­φη­σε τὴ βα­λί­τσα της, ἔ­ρι­ξε ἕ­να βλέμ­μα στὸν ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος μι­λοῦ­σε στὴν κού­κλα, ἅρ­πα­ξε πά­λι τὴ βα­λί­τσα, ἄ­νοι­ξε πά­λι τὴν πόρ­τα, πέ­τα­ξε ἕ­να ἀ­νω­μα­λά­ρες καὶ βγῆ­κε μὲ κρό­το. Ὁ ἄν­τρας ἔ­βα­λε τὶς πα­λά­μες του στ’ ἀ­φτιὰ τοῦ παι­διοῦ, τὸ ἀγ­κά­λια­σε καὶ χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­μή­χα­να. (Τὰ ἀ­φτιά της ἦ­ταν δύ­ο μα­κριὰ σεν­τε­φέ­νια μύ­δια).
— Οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν προ­σέ­χουν τί λέ­νε μπρο­στὰ στὰ παι­διά. – Ἔ­μει­ναν γιὰ λί­γο ἔ­τσι, αὐ­τὴ ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νη ἐ­πά­νω του.
— Νυ­στά­ζει. Κοι­μή­σου, ἀ­γα­πού­λα μου, κοι­μή­σου.
Τὴν με­τα­κί­νη­σε προ­σε­κτι­κὰ στὸ κά­θι­σμα καὶ ἔ­βα­λε τὸ μπου­φὰν ἀ­πὸ πά­νω της.
       Φαι­νό­ταν, ὅ­τι ὁ ἄν­τρας εἶ­χε κά­τι νὰ μοῦ πεῖ, ὅ­μως δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ ἀρ­χί­σει. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μπῆ­κε ὁ ἐ­λεγ­κτής, ἔ­κα­νε νό­η­μα, ἔ­ρι­ξε ἕ­να ἀ­φη­ρη­μέ­νο βλέμ­μα πρὸς τὸ κοι­μι­σμέ­νο —κά­τω ἀ­π’ τὸ μπου­φάν— παι­δί, τσέ­κα­ρε τὰ εἰ­σι­τή­ρια καὶ βγῆ­κε. Δὲν κα­τά­λα­βε ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, πῆ­ρα ἀ­νά­σα. Ὅ­λη τὴν ὥ­ρα κα­θό­μουν σ’ ἀ­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να μὴν τύ­χει καὶ γί­νει φα­σα­ρί­α, νὰ βγά­λει τὸ μπου­φάν, νὰ δεῖ ποι­ός κοι­μᾶ­ται κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τό, ν’­ ἀρ­χί­σει τὸ βρι­σί­δι καὶ νὰ φω­νά­ξει ἀ­στυ­νο­μί­α στὸ τρέ­νο. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι ὁ φό­βος μου ἦ­ταν κυ­ρί­ως λό­γῳ τοῦ... παι­διοῦ, δηλ. τῆς κού­κλας. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ τῆς προ­κα­λέ­σουν κά­ποι­ο κα­κό. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖο, ται­ριά­ζει νὰ πῶ, ὅ­τι εἶ­μαι ἐν­τε­λῶς ὁ­μα­λός, ἐ­φό­σον γρά­φω καὶ δι­η­γή­μα­τα. Ξέ­ρω, ὅ­τι αὐ­τὸ ἐ­πι­βα­ρύ­νει τὰ πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ κα­τὰ τὰ λοι­πά, εἶ­μαι σὲ ὅ­λα μου ἐν­τά­ξει.
       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ὁ ἄν­τρας τόλ­μη­σε τε­λο­σπάν­των νὰ ξε­κι­νή­σει. Κοί­τα­ξε πρὸς τὸ παι­δὶ καὶ εἶ­πε εὐ­θέ­ως ὅ­τι ἔ­χει νὰ μοῦ ζη­τή­σει μιὰ χά­ρη, ὅ­μως θὰ δεί­ξει κα­τα­νό­η­ση, ἂν τοῦ ἀρ­νη­θῶ. Τὸν ἐν­θάρ­ρυ­να νὰ συ­νε­χί­σει. Μι­λού­σα­με ψι­θυ­ρι­στὰ γιὰ νὰ μὴν τὴν ξυ­πνή­σου­με.
— Μπαί­νω στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο —εἶ­πε— αὐ­τὴ ἀ­κό­μα δὲν ξέ­ρει. Ἔ­χω κά­τι ὄγ­κους ἐ­δῶ, οἱ για­τροὶ εἶ­παν ὅ­τι θὰ ἔ­χου­με σφα­γεῖ­ο, με­τὰ ἕ­να μή­να καὶ κά­τι, θε­ρα­πεί­α, ἄ­γνω­στο γιὰ πό­σο. Ἅ­μα δὲν ἦ­ταν αὐ­τή, θὰ τὰ εἶ­χα πα­ρα­τή­σει ὅ­λα, ὅ­μως...
       Ὁ ἄν­τρας ἔ­φτια­ξε ὄ­μορ­φά το μπου­φὰν ἐ­πά­νω της, κά­λυ­ψε τοὺς ὤ­μους της.
— Δὲν θέ­λω νὰ μπεῖ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μα­ζί μου. Δὲν θὰ ἀν­τέ­ξει, δὲν εἶ­ναι γι’ αὐ­τήν. Καὶ πά­λι, μό­νη της δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει ὁ­λωσ­δι­ό­λου, βλέ­πε­τε πῶς εἶ­ναι.
— Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος....
— Δεν ὑ­πάρ­χει κα­νείς, ἡ μη­τέ­ρα της ἔ­φυ­γε... Μεί­να­με μό­νο οἱ δυ­ό μας.
Δὲν κα­τά­λα­βα ἂν πέ­θα­νε, ἢ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε. Δὲν ρώ­τη­σα.
— Θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως, σὲ κά­ποι­ο ἵ­δρυ­μα, προ­σω­ρι­νά – εἶ­πα ἐ­γώ, συ­νει­δη­το­ποι­ών­τας ἀ­κα­ρια­ῖα ὅ­λη τὴ μα­ται­ό­τη­τα τῆς πρό­τα­σής μου.
— Πῆ­γα, ρώ­τη­σα σὲ δι­ά­φο­ρα... μὲ κα­τα­λα­βαί­νε­τε... Δὲν θέ­λουν οὔ­τε ν’ ἀ­κού­σουν, σὲ κα­νέ­να μέ­ρος. Λέ­νε πὼς εἶ­μαι τρε­λός, πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε τέ­τοι­ο παι­δὶ στὸ μη­τρῶ­ο. Ἐ­νῶ σὲ ἕ­να μέ­ρος, ἀ­κό­μα καὶ σκυ­λιὰ μᾶς ἀ­μό­λη­σαν. Ἡ Μα­ρί­α, ἡ κα­η­με­νού­λα, πο­λὺ τρό­μα­ξε.
       Σω­πά­σα­με ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, νύ­χτω­νε.
— Κοι­τάξ­τε —εἶ­πε αὐ­τός— ἐ­σεῖς εἶ­στε ὁ μό­νος ποὺ τῆς μί­λη­σε. Γί­νε­ται νὰ σᾶς τὴν ἀ­φή­σω... προ­σω­ρι­νά;
       Ἡ ἐ­ρώ­τη­ση εἶ­ναι δι­α­τυ­πω­μέ­νη μὲ ὅ­λη τὴν εὐ­θύ­τη­τα ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που σὲ ἀ­δι­έ­ξο­δο.— Γί­νε­ται... γιὰ ἕ­ναν-δύ­ο μῆ­νες... Αὐ­τὴ δὲν δη­μι­ουρ­γεῖ προ­βλή­μα­τα, οὔ­τε κὰν τρώ­ει... Ἐ­γὼ θὰ σᾶς ἀ­φή­σω χρή­μα­τα, ἐν­νο­εῖ­ται... Τῆς ἀρ­κεῖ νὰ ξέ­ρει, ὅ­τι δὲν εἶ­ναι μό­νη. Μπο­ρεῖ­τε νὰ τῆς λέ­τε κά­τι, νὰ τῆς δι­α­βά­ζε­τε πα­ρα­μύ­θια, αὐ­τὴ κα­τα­λα­βαί­νει τὰ πάν­τα... Ἔ;
       Κα­θή­σα­με ἀρ­κε­τὰ λε­πτὰ ἔ­τσι. Στὸ κου­πὲ σκο­τεί­νια­ζε, δὲν ἀ­νά­ψα­με τὴ λάμ­πα. Ὁ ἄν­τρας ἔ­πρε­πε νὰ κα­τε­βεῖ στὸν ἑ­πό­με­νο σταθ­μό, στὴν πό­λη, ἐ­κεῖ ὅ­που θὰ τὸν ἐγ­χεί­ρι­ζαν.
       Σί­γου­ρα εἶ­πα ναί. Ὁ ἄν­τρας ἔ­γρα­ψε σὲ ἕ­να χαρ­τά­κι τὸ ὄ­νο­μά του, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, τὸ τμῆ­μα καὶ τὸν για­τρὸ ποὺ θὰ τὸν ἐγ­χεί­ρι­ζε. Τοῦ ἔ­δω­σα τὸ τη­λέ­φω­νό μου, ὑ­πο­σχέ­θη­κα νὰ τοῦ τη­λε­φω­νή­σω με­τὰ τὴν ἐ­πέμ­βα­ση καὶ νὰ ἔρ­θου­με στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο. Τοῦ εἶ­πα, ὅ­τι θὰ βγῶ νὰ κα­πνί­σω ἕ­να τσι­γά­ρο. Τοὺς ἄ­φη­σα νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στοῦν. Αὐ­τὸς δὲν τὴν ξύ­πνη­σε, πα­ρὰ μό­νο ἔ­φτια­ξε τὸ μπου­φὰν ἐ­πά­νω της. Τὸ τρέ­νο στα­μά­τη­σε. Ση­κώ­θη­κε, ντύ­θη­κε, δὲν ξε­κολ­λοῦ­σε τὸ βλέμ­μα του ἀ­π’ αὐ­τή, τὸν βο­ή­θη­σα νὰ κα­τε­βά­σει τὴ βα­λί­τσα του καὶ τό­τε πα­ρα­τή­ρη­σα πό­σο ἀ­δύ­να­τος ἦ­ταν. Κα­τά­φε­ρε νὰ κα­τε­βεῖ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ κου­πέ. Με­τα­κι­νή­θη­κα πρὸς τὸ δι­κό του μέ­ρος, δί­πλα στὸ παι­δί, καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψα μὲ τὸ χέ­ρι. Σή­κω­σα τὸν ἀν­τί­χει­ρα, ὅ­τι ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά, τὸ τρέ­νο ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κε καὶ ὁ ἄν­τρας ἔ­μει­νε στὸ σκο­τά­δι.
       Ὅ­ταν φτά­σα­με στὴ Σό­φια, ἀ­να­σή­κω­σα προ­σε­κτι­κά το κο­ρι­τσά­κι, ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νο καὶ μό­νο χα­λά­ρω­νε τὸ κε­φά­λι του στὸν ὦ­μο μου. Πῆ­ρα τὶς δύ­ο τσάν­τες στὸ ἄλ­λο χέ­ρι μου καὶ βγῆ­κα.

Πέ­ρα­σαν δύ­ο χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε. Ὁ πα­τέ­ρας, πέ­θα­νε μιὰ ἡ­μέ­ρα με­τὰ τὴν ἐγ­χεί­ρι­ση. Ἡ Μα­ρί­α εἶ­ναι πλέ­ον στὰ 7 καὶ ἐ­νό­σω ἐ­γὼ τε­λει­ώ­νω αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α, παί­ζει στὸ πά­τω­μα δί­πλα μου.

                                        Μετάφραση από τα βουλγαρικά: Σπύρος Ν. Παππάς
___________________________________________________________________
Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989.
το δανείστηκα από το εξαίρετο και πολυτονικό site: Ιστορίες Μπονζάϊ

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

Η πάλαι ποτέ Ιερά Μονή της Αγιάς στη Μεσσηνία. (χωριό Μεταξάδα ή Σαπρήκι).!!!






Στην έγκριτη τριμηνιαία έκδοση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ΘΕΟΛΟΓΙΑ (τεύχος: Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2015), δημοσιεύεται μια πολύ εμπεριστατωμένη και ιστορικά τεκμηριωμένη έρευνα του θεολόγου και ακούραστου ερευνητή Παναγιώτη Γλιάτα για ένα ιστορικό μνημείο των Δυτικών Κοντοβουνίων με   τον τίτλο: Η πάλαι ποτέ Ιερά Μονή της Αγιάς στη Μεσσηνία. (χωριό Μεταξάδα ή Σαπρήκι). Μέρος γενικότερης έρευνας της περιοχής που έλειπε από την ελληνική Ιστοριογραφία και για την οποία πρέπει να κοπίασε πάρα πολύ ο συγγραφέας της. Καθώς παραθέτει άπειρα στοιχεία και από πολλές πηγές.

Γραμμένη σε άψογη και γλαφυρή γλώσσα θα μπορούσε να τυπωθεί σε βιβλίο με τη χορηγία κάποιου  φορέα για να διαβαστεί από ένα ευρύτερο κοινό της περιοχής.  Μήπως και περισωθεί κάτι από ένα θέμα ιστορικής κληρονομιάς που κινδυνεύει να σκεπαστεί από τη σκόνη του χρόνου. Εγώ λόγω της πίεσης χώρου που έχουν τούτα δω τα διαδικτυακά, θα περιοριστώ σε μια δειγματοληπτική ανθολόγηση της έρευνας για να πάρετε κάποια ιδέα, παραβλέποντας τις συνοδευτικές παραπομπές και σημειώσεις.

Σημείωση: Αγιά λέγεται η τελευταία κορυφή της οροσειράς Αιγαλέο ή Αιγάλεω που πιάνει από την Κυπαρισσία μέχρι τη Χώρα και βρίσκεται πάνω από το χωριό Μουζάκι. Ακριβώς στους από πίσω πρόποδες στο χωριό Μεταξάδα ή Σαπρήκι βρίσκεται το εν λόγω μοναστήρι.

 «…..Την παλαιότερη γραπτή αναφορά για την μονή τη συναντάμε στα αρχεία Grimani κατά την περίοδο της Δεύτερης Ενετοκρατίας (1685- 1715). Για τους Ενετούς η  Πελοπόννησος ήταν μία πλούσια επαρχία και προσφιλής κτήση και έτσι οργάνωσαν μεθοδικά τα θεμέλια της κυριαρχίας τους. Μία από τις πρώτες κινήσεις τους ήταν η απογραφή του πληθυσμού των κατακτημένων περιοχών και κάθε άλλη που θα τους βοηθούσε στο έργο τους,  μεταξύ αυτών και η  καταγραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας.  Σύμφωνα με τα όσα μας παρουσιάζουν τα αρχεία αυτά, οι αρχιερείς, οι ιερείς  και  οι μοναχοί καλούντο συχνά να αναφέρουν την ιδιοκτησία που κατείχαν όχι μόνο για τις μητροπόλεις, τις  εκκλησίες ή τα μοναστήρια  που προΐστανται αλλά και για  τα φυσικά πρόσωπα που είχαν σχέση με αυτά. Απογράφοντας συχνά και ενημερώνοντας τη διοίκηση για την εκκλησιαστική περιουσία τους, ο Γενικός Προβλεπτής ήταν σίγουρος ότι θα λαμβάνει τους  οριζομένους φόρους.

Εξ αιτίας αυτής της πολιτικής συναντάμε και το μοναστήρι της Αγιάς στο οποίο αναφέρεται ο επιχώριος επίσκοπος ο Ανδρούσης Παρθένιος καθώς υπάρχουν αναφορές του ιδίου για την εκκλησιαστική κατάσταση της επαρχίας του. Να τονίσουμε εδώ πως σε σχέση με τον όμορο του Μητροπολίτη Χριστιανουπόλεως Αθανάσιο είναι εμφανώς περιεκτικότερος, μα παρ όλα αυτά οι πληροφορίες του μας είναι πολύτιμες.

Διοικητικά η μονή ανήκει στο τμήμα  (canniere) της Μεθώνης που περιελάμβανε τέσσερις περιοχές του Φαναρίου (κοντά στην σημερινή Ανδρίτσαινα), της Αρκαδιάς (Κυπαρισσίας),  των Ναβαρίνων και της Μεθώνης.

Εδώ ο καταγραφέας  δεν μας παρουσιάζει το μοναστήρι ως παλιό όπως κάνει με το Αντρομονάστηρο για το οποίο λέει χαρακτηριστικά: «από την Ανδρούσα απάνω είναι το Ανδρών μοναστήρι και είναι κοινόβιον, το οποίον μοναστήρι είναι χτισμένο από τον καιρόν των χριστιανών βασιλέων των Ρωμεων». Αναφέρει όμως ότι δεν είναι σταυροπηγιακό και αποκλείει εντελώς και η περίπτωση να ανήκει ως μετόχι σε κάποια άλλη μονή.

Η δυσπιστία των ενετών στα απογραφικά στοιχεία που απέστελλε ο Ανδρούσης είναι εμφανής. Έτσι συναντάμε αρκετές φορές την επισκοπή Ανδρούσης στα αρχεία με μικρές συμπληρώσεις κάθε φορά. Αντίθετα με τον Χριστιανουπόλεως που ως φαίνεται εκ του χαρακτήρος του δεν είχε σκοπό να αποκρύψει στοιχεία και έτσι από την πρώτη απογραφή του είναι αναλυτικός.

Η περιουσιακή κατάσταση της μονής Αγίου Γεωργίου «εις το Τερριτόριο της Αρκαδίας..  στο σύνορο του χωριού Σαπρήκι …» όπως μας την παραδίδουν τα αρχεία έχει ως εξής:

 «Εις το σύνορο του χωριού Σαπρήκι τιμώμενο εις το όνομα του Αγίου Γεωργίου και έχει εκει όπου είναι το Μοναστήρι χωράφια ζευγαριού ενός.

Έχει και αμπέλια ξηναριών ήκοσιπεντε και άλλον αμπέλι ξηναριών ήκοσι και είναι φυτία.

Έχει και εις το χωριόν Σαπρίκι χωράφια ζευγαριού ενός και εις την Βεριστηά χωράφι ένα και εις το χωριόν Μανιάκι χωράφι ένα και εις του Πεδεμένου χωράφια κομάτια δύο έχει και εις το ρέμα των Κοτρονέων ένα μύλο και μήα νεροτριβή.

Έχει εις το τερριτόριον του Νεοκάστρου είς το σύνορο της Λιγούδιστας αμπέλια ξυναριών τριάντα και άλλον αμπέλι ξηναριών πενήντα.

Έχει και ελιαίς εις τον τόπον τους ρίζαις επτά.

Έχει και σπίτια δύο με την περιοχή τους

Έχει και εις την Καβελαρία ελιαίς ευδομήντα με τον τόπον τους

Έχει και εις τον τόπον Ντρέστενα χωράφια ζευγαριών δυο και ελιαίς ρίζαις έντεκα και αμπέλια ξηναριών  τεσσάρων.

Έχει και άλλα χωράφια όπου έχει εις τον τόπον της Λιγούδιστας όπου ονομάζεται Σπηλιά και είναι ήμερα και άγρια βατζελιών τα οποία έδωσε ο αφέντης ο Μαρί Μικέλις».

 Ο «Μαρί Μικέλις» (Marin Michiel) παραχώρησε τα κτήματα αυτά στη μονή προφανώς με σκοπό την είσπραξη του έγγειου φόρου όπως έκαναν σε πολλές περιπτώσεις οι Ενετοί. Παραχωρούσαν τα εγκαταλελειμμένα κτήματα, όχι μόνο σε μονές αλλά και σε εποίκους που έφερναν από άλλα μέρη της Ελλάδας με σκοπό την είσπραξη του φόρου αυτού και την ενδυνάμωση της αγροτικής παραγωγής.



…………………………………………………………………
 

«……….Η πυρπόληση της μονής ¨παρά τῶν ἐχθρῶν¨ , που αναφέρει ο Ανδρούσης συνέβη κατά την περίοδο της παρουσίας  του Ιμπραήμ στη Μεσσηνία  και μάλλον αμέσως μετά την ιστορική μάχη στο παρακείμενο Μανιάκι. Άμεση αναφορά ή περιγραφή για το χρόνο και το γεγονός αυτής της καταστροφής δεν έχουμε όμως θα ήταν αδύνατο αν η μονή είχε καταστραφεί πριν την έλευση του οι καπεταναίοι Π. Κεφαλάς, Αθ. Καπιτανάκης, Πιέρος Βοϊδης (Μαυρομιχάλης)  και Α. Γυφτάκης που είχαν μεταβεί στο Μανιάκι να πολεμήσουν στο πλευρό του Παπαφλέσσα να του πρότειναν να φύγει από την θέση Ταμπούρια και να προτημήσει αυτή στη μονή της Αγιάς «…ὡς καταλληλωτέρα τῷ ὄντι και ὀχυρά», όπως αναφέρει ο Φραντζής. Κατά το Φωτάκο οι καπεταναίοι πρότειναν «…ὅτι καλά ἦτο νά φύγωμεν κατά τό μέρος τῆς Ἁγιάς ὅτι οἱ καβαλαραῖοι ὀλίγους θά σκοτώσουν ἀπό ἡμᾶς, ἔχομεν τό βουνόν βοηθόν, στεκόμεθα εἰς τά ριζώματα καί πολεμοῦμεν.» Οι Τριφύλιοι καπεταναίοι πριν μεταβούν στο Μανιάκι,  είχαν στρατοπεδεύσει στο απέναντι χωριό Σαπρίκι και από εκεί εκλήθησαν από τον Παπαφλέσσα να μεταβούν στα Ταμπούρια που ήταν και αυτός, επομένως γνώριζαν καλά την θέση της μονής και τις ευκαιρίες που τους προσέφερε το βουνό της Αγιάς.

            Αν η μονή ή το βουνό είχαν καεί πιο πριν, δεν θα γινόταν τέτοια πρόταση από τους Καπετάνιους και ίσως να πρότειναν ένα καλύτερο μέρος στην περιοχή αυτή των Κοντοβουνίων. Το δασώδες της Αγιάς, η φυσική και τεχνιτή οχύρωση της μονής θεωρήθηκε ως η καλύτερη πρόταση από τους μετ’ ολίγον θυσιασθέντας αυτούς  Έλληνες. Ο σύγχρονος των γεγονότων αυτών και γνώστης της περιοχής  Αμβρόσιος Φραντζής επίσης αναφέρει: «Ἐάν ὁ Γρηγόριος Δικαῖος  ἤθελεν ἀποδεχθῆ τό νά μεταβῶσιν εἰς τήν Ἁγιά, ὄχι μόνον δέν ἤθελον ἀφανισθεῖ οἱ Ἕλληνες καί αὐτός ὀ ἴδιος, ἀλλ’ ἤθελον προξενήσει πολλήν θραῦσιν καί ἀφανισμόν εἰς τούς ἐχθρούς, ἦτον δέ ἡ ὀχύρωσις τῆς Ἀγιᾶς καταλληλωτέρα ἀκόμη καί διά τῶν ἐχθρικῶν στρατευμάτων τοποθέτησιν, καί τούτων ἐχόντων ἤθελε διαρκῆ ἡ μεταξύ τῶν Ἑλλήνων καί τῶν ἐχθρῶν  μάχη, ὥστε ὄχι μόνον δὲν ἤθελον δραπετεύση οἱ περισσότεροι Ἕλληνες (ὡς καί ἐδραπέτευσαν οἱ πλείονες ὑποπτεύοντες τόν ἀφανισμόν τῶν διά τοῦ ἀκαταλλήλου τῆς θέσεως τοῦ Μανιακίου, καθώς ἔγινεν εἰς τούς μείναντας), ἀλλ’ ἤθελον προφθάση ἐγκαίρως καί τά μετά ταῦτα πρός βοήθειαν ἐρχόμενα στρατεύματα, ἀριθμούμενα ὑπέρ τούς 1800 Ἀρκαδίους (Τριφυλίους) Καρυτινούς, καί Φαναριώτας, οἵτινες ἔφθασαν τρεῖς ὥρας ὕστερον μετά τήν μάχην εἰς τήν Μάλην (κώμην τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας) χωρίς νά φανῶσιν ὠφέλιμοι εἰς τό μηδέν, καθότι εἶχον καταθραυσθῆ τότε οί Ἕλληνες παρά τῶν ἐχθρῶν».

            Αμέσως μετά την ιστορική μάχη στο Μανιάκι ο στρατός του Ιμπραήμ που είχε το στρατόπεδό του στο πλησιόχωρο της μονής και των Ταμπουριών χωριό Σκάρμηγκα ακολούθησε διαφόρους δρόμους για να φτάσει στην Κυπαρισσία (Αρκαδιά). Ο κυριότερος φυσικός δρόμος, Σκάρμηγκα – Αρκαδιά, την εποχή εκείνη, ήταν μέσα από την κοιλάδα της Μεταξάδας ακολουθώντας τις ανατολικές υπώρειες της οροσειράς του Αιγαλέο προς βορρά φτάνοντας στη Μάλη, όπου έγινε μία συμπλοκή μεταξύ των προαναφερθέντων Ελλήνων και των Αιγυπτίων και από κει στην Κυπαρισσία.  Ως εκ τούτου πέρασε και από το μοναστήρι.

Τις παραμονές της μάχης του Μανιακίου ο Παπαφλέσσας είχε ορίσει ως παρατηρητήρια τις κορυφές της Αγιάς και του Μαγκλαβά για την παρακολούθηση των κινήσεων των στρατευμάτων του Ιμπραήμ. Είχε δε δώσει εντολή την νύχτα να ανάβουν φωτιές, στα δύο αυτά βουνά, ώστε ο Ιμπραήμ να τις βλέπει και να θεωρεί ότι ο αριθμός των Ελλήνων είναι πολλαπλάσιος. Η στρατηγική σημασία της μονής και της κορυφής της Αγιάς, δεν μας είναι γνωστή μόνο από τα γεγονότα στο Μανιάκι αλλά και από το στρατόπεδο που έφτιαξαν εκεί οι Έλληνες, λίγο καιρό μετά την απόβαση του Ιμπραήμ στο Ναβαρίνο. Έτσι και κατά το επόμενο διάστημα,  η Αγιά χρησίμευε ως παρατηρητήριο για την προστασία των χωριών των Κοντοβουνίων και των πεδινών χωριών, καθώς επίσης, και για την ενημέρωση των καπεταναίων. Σε αναφορά των κατοίκων της Λιγούδιστας προς τον «Έκτακτον Επίτροπον» Α. Τζούνη οπού είχε μεταβεί εκείνες τις μέρες στην Ζούρτσα, αναφέρουν μεταξύ άλλων:

«…Ἡμεῖς ἐνταῦθα ἀγρυπνοῦμεν ἐπάνω (ενν. το βουνό της Αγιάς) εἰς τάς βάρδιάς μας ἐπειδή εἶναι πολλαί αἱ φαμίλιαι καί κατοικοῦν ἔσωθεν εἰς τάς χώρας(η Χώρα) καί τά λοιπά χωριά….»

………………………………………………………………





Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

Μια σύγχρονη … κλασική συγγραφέας μας !!!



 

ΕΛΕΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗ


                                       ΣΚΟΥΡΟ ΓΚΡΙ ΣΧΕΔΟΝ ΜΑΥΡΟ 

Με το τελευταίο της βιβλίο από τις εκδόσεις Πατάκη  η Ελένη Γιαννακάκη έρχεται όχι μόνο να επιβεβαιώσει τη μεγάλη και ξεχωριστή συγγραφική της στόφα που τόσο αδρά καταγράφηκε με τα τρία προηγούμενα βιβλία της, αλλά να πάει τα πράγματα ακόμη πιο πέρα. Να καταπιαστεί  με ένα τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα που ενώ μας απασχολεί ή μας απασχόλησε όλους και μάλιστα έντονα, διαρκώς σπρώχνεται κάτω από το χαλί γιατί αντιμετωπίζεται ως όνειδος από τη σύγχρονη κοινωνία. Και μιλάμε για το πρόβλημα των γερασμένων ανθρώπων που θεωρούνται πλέον ως αποσυνάγωγοι ακόμα και μέσα στα σπίτια τους. Εξυμνούνται διαρκώς τα νιάτα  και οι γέροι διαρκώς περιθωριοποιούνται. Με το «καλό» ή με το «άγριο» σπρώχνονται σε ιδρύματα και γηροκομεία. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες που με τις αφηγήσεις τους αποτελούσαν για τους παλαιότερους μια τεράστια πηγή γνώσης, σήμερα καταδικάζονται στη σιωπή: στο σπίτι ή στο γηροκομείο  αμίλητοι και με απλανές βλέμμα περνάνε τη μέρα τους μπροστά σε οθόνες ΤV.  
Μέσα σε αυτά τα βαθιά νερά τα ανεξερεύνητα και ερεβώδη τολμάει να βουτήξει η συγγραφέας  και όχι μόνο κερδίζει το στοίχημα αλλά μας αφήνει ένα βιβλίο αναφοράς, γιατί όπως πάνε τα πράγματα θα ακολουθήσουν πολλά παρόμοια στο μέλλον.
Η 70χρονη ηρωίδα, με πάρκινσον και αρχή άνοιας, βρίσκεται κλεισμένη στο γηροκομείο όχι και τόσο με τη θέλησή της. Και μέσα από έναν εκπληκτικό εσωτερικό μονόλογο όπου ψάχνει διαρκώς λέξεις και ονόματα, προσπαθεί να ερμηνεύσει καταστάσεις και συμπεριφορές νοσοκόμων, παιδιών και εγγονιών που όλοι μα όλοι δείχνουν να τους βαραίνει.
Ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα που η Γιαννακάκη με τη συγγραφική της δεινότητα κατορθώνει το δυσκολότερο: να το διεκπεραιώσει με απόλυτη επιτυχία και να σαγηνέψει μέχρι τέλους τον αναγνώστη. Αυτό το τελευταίο είναι και το ζητούμενο για κάθε βιβλίο. Άλλο πράγμα το θέμα και άλλο η συγγραφική παρουσίασή του.
Γι' αυτό και σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα!

________________________________________
ΥΓ navarino-s: εικάζω πως ο τίτλος που θυμίζει το "μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο" του Θανάση Βαλτινού, μπορεί να αποτελεί έναν λογοτεχνικό χαιρετισμό προς τον ομότεχνο της.