Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΑΡΚΑΡΟΛΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ: fractal


                      

                                                           

Ιστορίες ταπεινών ανθρώπων

Γράφει ο Φίλιππος Φιλίππου
Δημήτρης Κουκουλάς: «Βαρκαρόλα στην κοίτη της πόλης»  Εκδόσεις Εύμαρος, 2016, σελ. 154

O Δημήτρης Κουκουλάς (Μεσσηνία, 1947), εμφανίστηκε στην λογοτεχνία το 2011 με το αυτοβιογραφικό βιβλίο με αφηγήματα Τα φορτηγά και άλλες ιστορίες, ενώ το 2015 εξέδωσε το αφήγημα Οι Αριστεριστές. Τώρα επανέρχεται με μια συλλογή διηγημάτων, ορισμένα εκ των οποίων είναι αυτοβιογραφικού περιεχομένου. Σε αυτά υπάρχουν ιστορίες που έχει βιώσει ο ίδιος, ενώ τις προλογίζει τρόπον τινά με κάποια δοκιμιακού τύπου κείμενα που εισάγουν τον αναγνώστη στο θέμα. Το διήγημα «Αντίθετη κατεύθυνση» δείχνει με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας αντιμετωπίζει το θέμα του, εδώ είναι τα μέσα μαζικής μεταφοράς της Αθήνας. Αρχίζει τη διήγηση με τη φράση «Άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους συνωθούνται σε κάποιο σημείο και περιμένουν». Στη συνέχεια μιλάει για τους πορτοφολάδες και τους εφαψίες, για τους σιωπηλούς άντρες κι εκείνους που παραμιλάνε, για τα ερωτευμένα ζευγάρια. Ξαφνικά εμφανίζεται η ηρωίδα της ιστορίας. Είναι φυσική ξανθιά και αφού αποχωριστεί από το φίλο της, μπαίνει σ’ ένα ταξί. Κι έπειτα αρχίζει ο μονόλογος. Στην πορεία μαθαίνουμε πως είναι ερωτευμένη με μια άλλη γυναίκα, την Ιουλία. Το δεύτερο διήγημα, το «Φαντάσματα», αρχίζει με ένα πρόλογο σχετικά με τα φαντάσματα, τις ταινίες τρόμου, τον Έντγκαρ Άλαν Πόε και τον Στίβεν Κινγκ και συνεχίζεται λογοτεχνικά με το φάντασμα του Σωτήρη Πέτρουλα, του αριστερού νεολαίου, ο οπαίος σκοτώθηκε από δακρυγόνα αστυνομικών σε μια πορεία το καλοκαίρι του 1965 στην οδό Σταδίου. Το τρίτο διήγημα, το «Παλιές εγκυκλοπαίδειες», αναφέρεται στις εγκυκλοπαίδειες και τη σχέση του συγγραφέα με αυτές (του είχαν λείψει στην νεότητά του), ενώ παρακάτω διαβάζουμε την ιστορία του Νικόλαου Γαλάτη , μέλους της Φιλικής Εταιρείας, ο οποίος δολοφονήθηκε από τους συντρόφους του ως προδότης. To τέταρτο διήγημα, το «Ρεπορτάζ», είναι καθαρά λογοτεχνικό ή καλύτερα προϊόν φαντασίας. Ένας άντρας μιλάει μπροστά στην κάμερα ενός τηλεοπτικού σταθμού και αναφέρεται στις συμπτώσεις: Εξαιτίας μιας σύμπτωσης σκότωσε επιτόπου με πιστόλι μια γυναίκα, τη γυναίκα του, όταν ξαφνικά την είδε σ’ ένα αμάξι με τον εραστή της. Στο επόμενο διήγημα, το «Ένσημα», δύο φίλοι συνταξιούχοι μιλούν για την εποχή που δούλευαν σε εργοστάσιο, όταν ορισμένοι άντρες εκμεταλλεύονταν σεξουαλικά της εργάτριες και κατέστρεφαν οικογένειες. Στο διήγημα «Οι γερανοί του Ίβυκου» ο αφηγητής μιλάει για τους επαίτες και τους ναρκομανείς που τριγυρίζουν τους σταθμούς του μετρό, ενώ στο «Ξενάγηση» μαθαίνουμε τι συμβαίνει στα νοσοκομεία της Αθήνας, όπου ασθενείς, συγγενείς, νοσοκόμες, γιατροί ια αποκλειστικές, ζουν ο καθένα το δικό του δράμα. Εμφράγματα, καρκίνοι, απόπειρες αυτοκτονίας, άπειρες περιπτώσεις νοσηλευομένων, οι οποίοι, πέρα από τον καθημερινό πόνο που αφορά τη ζωή τους, έχουν να αντιμετωπίσουν και την αναλγησία ορισμένων γιατρών που ζητούν και παίρνουν «φακελάκι». Μια περίπτωση αφορά ένα πρώην τροτσκιστή, δραστήριο και δυναμικό στις κινητοποιήσεις, που έπασχε από κατάθλιψη εξαιτίας της απογοήτευσής του από το ναυάγιο του σοσιαλιστικού οράματος. «Οι αγνές ψυχές συντρίφτηκαν» υπογραμμίζει ο συγγραφέας.
Στο διήγημα «Γυναίκες μακριά» διαβάζουμε για τις γυναίκες από την Ανατολική Ευρώπη που ξέπεσαν στην Ελλάδα μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και έγιναν νοσοκόμες, οικιακοί βοηθοί και πόρνες. Το τελευταίο διήγημα, το «Μανουσάκια στο μετρό!» είναι μικρό, αισιόδοξο και ελπιδοφόρο: η ζωή είναι ωραία. Με αφορμή την παρουσία μιας ηλικιωμένης μ’ ένα ματσάκι μανουσάκια σ’ ένα βαγόνι του μετρό, ο συγγραφέας θυμάται τα μαθητικά του χρόνια, τα κορίτσια που έπαιζαν μπάλα στο χορτάρι, τα γέλια τους και τους πόθους που ξυπνούσαν στ’ αγόρια.
Οι ιστορίες του Δημήτρη Κουκουλά είναι ο καθρέφτης της καθημερινής ζωής στη σύγχρονη Αθήνα, μια πόλη-τέρας, οι ήρωές του είναι υπαρκτοί και όχι πλάσματα της φαντασίας τους, κάπου τους έχουμε συναντήσει ή έχουμε μιλήσει μαζί τους –αν δεν είμαστε εμείς οι ίδιοι. Είναι ιστορίες πικρές, ιστορίες, θλιβερές, ιστορίες ταπεινών ανθρώπων που αγωνίζονται να επιβιώσουν, αναζητώντας λίγη χαρά, αγάπη και συμπάθεια.
 

  •  

    Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

    Ο Μαγικός Μπόρχες !!!

     


     Επεισόδιο του εχθρού
     
         Τόσα και τόσα χρόνια καταδίωξη και αναμονή και επιτέλους ο εχθρός ήρθε στο σπίτι μου. Απ’ το παράθυρο τον είδα ν’ ανηφορίζει με κόπο το απότομο μονοπάτι του λόφου. Στηριζόταν σ’ ένα ραβδί, ένα βαρύ ραβδί που στα γέρικα χέρια του δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί όπλο, παρά μονάχα απλό μπαστούνι. Ταράχτηκα μόλις άκουσα αυτό που περίμενα: το αδύναμο χτύπημα στην πόρτα. Κοίταξα με κάποια νοσταλγία το δυσανάγνωστο και μισοτελειωμένο μου χειρόγραφο και την πραγματεία του Αρτεμίδωρου περί ονείρων, ένα βιβλίο κάπως παράταιρο μέσα εδώ, αφού ελληνικά δεν ξέρω. Κι άλλη χαμένη μέρα, σκέφτηκα. Παιδεύτηκα με το κλειδί. Φοβήθηκα ότι ο άνθρωπος αυτός θα σωριαζότανε, έκανε όμως λίγα βήματα  τρικλίζοντας, πέταξε το ραβδί, που δεν το ξαναείδα πια, και σωριάστηκε στο κρεβάτι μου εξαντλημένος. Η αδημονία μου τον είχε αναπαραστήσει πολλές φορές, μα μόνο τότε παρατήρησα πως έμοιαζε τόσο πολύ, σαν να ‘τανε αδέλφια, με την τελευταία προσωπογραφία του Λίνκολν. Θα πρέπει να ήταν τέσσερις το απόγεμα.
         Έσκυψα από πάνω του έτσι που να μ’ ακούει.
         «Καθένας πιστεύει ότι τα χρόνια περνάνε μόνο γι’ αυτόν», του είπα, «αλλά περνούν και για όλους τους άλλους. Εδώ ανταμώνουμε εντέλει κι ό,τι και να ‘γινε παλιά δεν έχει πια καμιά σημασία».
         Όσο μιλούσα ξεκούμπωνε την καμπαρντίνα του. Το δεξί του χέρι ήταν στην τσέπη του παλτού του. Κάτι με σημάδευε και ένιωθα πως ήταν ένα περίστροφο.
         Μου είπε τότε με σταθερή φωνή.
         «Για να μπω στο σπίτι σου, κατέφυγα στον οίκτο σου. Τώρα είσαι στο έλεός μου και είμαι ανελέητος».
         Κάτι προσπάθησα να πω. Δεν είμαι χεροδύναμος άνθρωπος και μόνο τα θα μπορούσαν να με σώσουν. Κατάφερα να πω:
         «Είναι γεγονός πως πριν από πολλά χρόνια φέρθηκα άσκημα σ’ ένα παιδί, όμως τώρα, ούτε εσύ είσαι πια εκείνο το παιδί, ούτε κι εγώ εκείνος ο ανόητος. Άλλωστε, η εκδίκηση δεν είναι λιγότερο μάταιη και γελοία απ’ τη συγγνώμη».
         «Ακριβώς επειδή δεν είμαι πια εκείνο το παιδί», μου αποκρίθηκε, θα σε σκοτώσω. Δεν πρόκειται για εκδίκηση, παρά για πράξη δικαιοσύνης. Τα επιχειρήματά σου, Μπόρχες, είναι απλώς επινοήματα του φόβου σου, για να μη σε σκοτώσω. Μα δεν μπορείς να κάνεις τίποτα».
         «Κάτι μπορώ να κάνω», του απάντησα.
         «Τι πράγμα;» με ρώτησε.
         «Να ξυπνήσω».
         Και αυτό έκανα.

                                                          Χόρχε Λουίς Μπόρχες
                                                                        
    _______________________________

    Από τη συλλογή: ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΩΝ ΤΙΓΡΕΩΝ, 1972. Μετάφραση από τα ισπανικά Δημήτρης Καλοκύρης.