Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Ένα υπόδειγμα γραφής Ιστορικού Μυθιστορήματος !!!




                     
                  Μάνθος Σκαργιώτης

                  

                                             Στο δρόμο των αρωμάτων

 
Η συγγραφή ιστορικού μυθιστορήματος ενώ αποτελεί ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, αντιμετωπίζεται πολλές φορές με μεγάλη προχειρότητα. Πάνω σε ένα φλου και πολύ θολό ιστορικό πλαίσιο αναπτύσσεται μια μυθοπλασία με μόνο κίνητρο και ενδιαφέρον για τον αναγνώστη: το τι θα γίνει παρακάτω.
Κάτι που όχι μόνο δεν συμβαίνει με το μυθιστόρημα του Μάνθου Σκαργιώτη: «Στο δρόμο των αρωμάτων» (εκδόσεις Διόπτρα), τουναντίον θα έλεγε κανείς, χωρίς να υπερβάλλει, ότι το βιβλίο αυτό πέρα από την αναγνωστική απόλαυση που προσφέρει, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα υπόδειγμα  για τη συγγραφή σωστού ιστορικού μυθιστορήματος.
Ο μύθος του στηρίζεται πάνω στα δυο τραγούδια-θρύλους, που με τις παραλογές τους, συντάρασσαν παλιά τους ανθρώπους μιας ευρύτερης περιοχής από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα: «Του νεκρού αδελφού» και «Του γιοφυριού της Άρτας»
Ο Κωνσταντίνος Ντούλας –ο Κωνσταντής του τραγουδιού- πολυταξιδεμένος ναυτικός, με αφετηρία τα Περβανά της Άρτας, ρίχνεται σε ένα περιπετειώδες ταξίδι για να εκτελέσει την τελευταία επιθυμία του νεκρού πατέρα του για να αναπαυτεί η ψυχή του: να φέρει λίγο ασβέστη και λίγο χώμα από τα γιοφύρια του Ευφράτη του Δούναβη και της Άρτας που τα στέριωσαν με τη ζωή τους οι τρεις αδελφές του: η Αερινή, η Όλγα και η Δέσποινα.
Χρόνος: οι αρχές του 17ου αιώνα 1605-1615. Και εδώ είναι το μεγάλο στοίχημα που κερδίζει ο συγγραφέας: κατορθώνει να αναπαραστήσει και να ζωντανέψει με μια πρωτοφανή ενάργεια μια τόσο μακρινή και απρόσιτη εποχή. Ένα ιστορικό πλαίσιο άγνωστο για τους περισσότερους, νομίζω, από εμάς τους αναγνώστες.
Και το κατορθώνει αυτό με ένα τεράστιο οπλοστάσιο της γραφής του. Πέρα από την περιγραφική του γλαφυρότητα, χρησιμοποιεί μια απίστευτα πλούσια γλώσσα που εκπλήσσει. Άπειρες λέξεις με τούρκικη ρίζα, με Αραβική, με Σλάβικη, με Βενετσιάνικη που εξελληνισμένες χρησιμοποιούνταν παλαιότερα στην καθημερινή ομιλία. Αλλά και ολόκληρες μικρές προτάσεις στην τουρκική και αραβική.
Εκείνο όμως που μ’ εντυπωσίασε στη γλώσσα δεν είναι μόνο η ευχέρεια στη χρήση της ντοπιολαλιάς της πατρίδας του που βάζει στο στόμα του Κωνσταντή αλλά και η αλλαγή και προσαρμογή της στα ντόπια δεδομένα όταν βρίσκεται στη Χίο ή την Κύπρο. Ή η τόσο εκτενής αναφορά του στο γλωσσάρι των πειρατών του Αιγαίου που όπως έμαθα από το βιβλίο λεγόταν τότε Άσπρη Θάλασσα.
Η ψιλοβελονιά όμως που ομορφαίνει ρεαλιστικά τον καμβά της μυθοπλασίας είναι η παράθεση όχι μόνο άγνωστων για τους πολλούς γεγονότων της Ιστορίας –μικρές τοπικές εξεγέρσεις π.χ. κατά των Οθωμανών- που ο Σκαργιώτης δείχνει να τα κατέχει πολύ καλά, αλλά και πολλών άλλων πραγμάτων που πρέπει να μόχθησε για να τα συγκεντρώσει.
Δοξασίες, έθιμα, προλήψεις, τελετουργίες, μαγείες, γιατροσόφια, φαντάσματα, περιστρεφόμενοι Δερβίσηδες, μπεκτασήδες Δερβίσηδες, Ασπροπροβατάδες, Μαυροπροβατάδες, βασκανίες και οπτασίες. Παράθεση πληροφοριών της καθημερινότητας και του εμπορίου. Ένας ξέμπαρκος γεροναυτικός στην Αυλίδα, που περιμένει ο Ντούλας για να μπαρκάρει, τον ορμηνεύει να αγοράσει κάποια ελαφρά πράγματα στη Χίο και να τα μοσχοπουλήσει στη Δαμασκό. Λεπτομερής περιγραφή των εμπορευμάτων που μετέφεραν τα καραβάνια των καμηλών από το λιμάνι της Αλεξανδρέττας στη Δαμασκό ή στα ενδότερα της Τουρκίας (με κρυμμένα τα πακέτα του απαγορευμένου καφέ). Τα γεωργικά προϊόντα ένα προς ένα που φόρτωναν τα μεγάλα πλοία της Τραπεζούντας. Η γυναικεία συντεχνία στα Τρίκαλα για το όσπρια και το σαπούνι. Πληροφορίες για επιδημίες λιμούς και καταστροφές της εποχής. Η επιδημία πανώλης στα  Μοθωνοκόρωνα με τους πάνω από 2000 νεκρούς. Η καταστροφή της παραγωγής των χωρικών της Βαγδάτης από την επιδρομή της ακρίδας. Οι τίγρεις της Βαγδάτης που κατέβαιναν στο ποτάμι και παραμόνευαν μέσα στις βάρκες των ψαράδων. Οι αγριόχοιροι της Περσίας και του Αφγανιστάν και τα λιοντάρια του Αζερμπαϊτζάν που έφθαναν μέχρι τα βάθη της τουρκικής Ανατολίας. Ο αλλόκοτος αλλά και χρήσιμος «δια Χριστόν σαλός» κοντά στον Ευφράτη, ένα μείγμα θρησκοληψίας και τραγοπόδαρου Πάνα που ήκμασε μετά τα σκοτεινά χρόνια του μεσαίωνα. Για να αναφέρω έτσι μερικά επί τροχάδην από τα άπειρα παρόμοια που αναφέρει.
Και όλα αυτά, όπως καταλαβαίνετε, στα έμπειρα χέρια ενός τεχνίτη-χτίστη της γραφής όπως είναι ο Μάνθος Σκαργιώτης, αποτελούν τα πιο κατάλληλα λιθαράκια για την ανάγλυφη και πιο ρεαλιστική ανασύσταση μιας εποχής που πέρα από τη γοητεία, προσφέρει στον αναγνώστη μια πλούσια πολύ πλούσια γνώση.
Τέλος θα ήθελα να πω και δυο λόγια για τη δομή του κειμένου που στηρίζεται σε δυο εναλλασσόμενους πόλους: ο ένας τα Περβανά της Άρτας όπου με μικρά σε έκταση κείμενα περιγράφονται τα βάσανα της μάνας του και της αρραβωνιαστικιάς του και ο άλλος η αφήγηση του περιπετειώδους ταξιδιού του Κωνσταντίνου, που ενώ μέχρις ένα σημείο είναι τριτοπρόσωπη, από τη στιγμή που του δίνει ο γέροντας στην Πάφο ένα τετράδιο, γράφεται από τον Κωνσταντίνο σε πρώτο πρόσωπο.
Και εκεί στην αφήγηση των της Πάφου εγώ σημείωσα και κάτι που με πήγε στην Ομήρου Οδύσσεια. Ο γέρο Κύπριος απαγγέλει μπροστά στον Κωνσταντίνο το τραγούδι για τις τρεις αδελφές που στέριωσαν τα τρία γιοφύρια. Θυμήθηκα, λοιπόν, τον Οδυσσέα που ως Ούτις στο νησί των Φαιάκων ακούει από έναν περιπλανώμενο τροβαδούρο που φέρνει ο βασιλιάς στο τραπέζι για να τον διασκεδάσει το τραγούδι για κάποιον Οδυσσέα που θαλασσοπνίγεται για να γυρίσει στο νησί του την Ιθάκη.
 
Νοιώθω ευτυχής που διάβασα αυτό το βιβλίο.

Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

Όταν το απλό γινότανε ... μαγεία !!!



Kώστα Περδίκη


το στρατόνι

 

Το στρατόνι ήτανε δεν ήτανε εκατό, το πολύ, μέτρα.
Ξεκίναγε από τη δημοσιά και έφτανε μέχρι την ξύλινη πορτούλα του εξοχικού μας.
Το φάρδος του ένα, με ενάμιση.
Σ’ όλο του το μήκος, αριστερά και δεξιά, φράχτες με ξύλινα παλούκια και τρεις σειρές σκουριασμένο σύρμα, αγκαθωτό.
Τη μέρα, με το φως, το στρατόνι ήταν αδιάφορο για μας τα παιδιά.
Τη νύχτα όμως…
Γυρνώντας από το θερινό σινεμά, φτάνοντας στο ύψος του, στρίβαμε δεξιά και άρχιζε, τότε, η μικρή μας περιπέτεια.
Στα πρώτα δέκα μέτρα, έφτανε ακόμη λίγο φως από τον γλόμπο της ηλεκτρικής, ψηλά στην κολώνα, στην άκρη του δρόμου.
Μετά, πηχτό σκοτάδι, πίσσα, μαζί και χτυποκάρδι.
Τα πόδια μας άγγιζαν τα φυτρωμένα χόρτα, πότε μαλακές αγριομολόχες,πότε γλυκορίζια και πότε γαϊδουράγκαθα.
Αλλού, χαϊδεύαμε με τα χέρια μας τις ξεβλαστωμένες μαραθιές και το μύρο τους μας έσπαζε τη μύτη.
Στη μέση περίπου, παραμερίζαμε τις φρέσκες φούντες της λυγιάς, για να περάσουμε, κάνοντας έτσι να βγει η πικρή μυρωδιά τους.
Οι κωλοφωτιές, άφθονες τότε, μέσα από τα χορτάρια, έφεγγαν,  πρασινωπές φλογίτσες, χαμηλά στα βήματά μας.
Πάνω μας η αστροφεγγιά, μαγική.
Όλα τ’ άστρα δικά μας.
Αυτόφωτα και ετερόφωτα, ήλιοι και φεγγάρια.
Μαζί, ακούσματα από τριζόνια, γκιώνηδες, σκυλιά, κοκόρια και κουκουβάγiες.
Το διάβα μας εκείνο, το μικρό, μέσα στο σκοτάδι, τα είχε όλα.
Μυρωδιές, ήχους, φόβο και θαυμασμό.
Λίγα μέτρα πριν την αυλόπορτα, το αγιόκλημα της μάνας μας  έσπευδε να μας διαβεβαιώσει ότι ο μικρός μας άθλος, άλλη μια βραδιά, είχε λάβει αίσιο τέλος.

__________________________________________
 στρατόνι = στενό δρομάκι, μονοπάτι
 
 
Βιογραφικό:
Κώστας Περδίκης: (Ζαχάρω Ηλείας, 1949).
Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στο Ε.Μ.Π.
Εργάσθηκε σαν μηχανικός στον Ιδιωτικό και
Δημόσιο Τομέα.
Πρώτο του βιβλίο: σινική μελάνη και άλλα
αφηγήματα, Αθήνα, 2014.
 
 
 

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

Ποιητές δίπλα μας: Δημήτρης Μαστροδήμος !!!







Σημείωση navarino-s: κάτω από τον τίτλο "ποιητές δίπλα μας" θα δημοσιεύω κατά διαστήματα δείγματα δουλειάς από ανθρώπους που μοχθούν δίπλα μας πάνω στην υψηλή τέχνη της ποίησης: την "ανάπτυξη ενός επιφωνήματος" δηλαδή κατά τον Πωλ Βαλερύ. Πολλοί από αυτούς ταλαντούχοι δεν έτυχε να γνωρίσουν τη μεγάλη δημοσιότητα.  


Δημήτρη Μαστροδήμου

 
Στο λιμάνι πολλοί χαιρετούσαν.

Το ίδιο και οι ταξιδιώτες.

 
Μόνος, σε μιαν άκρη του πλοίου που μόλις

           σάλπαρε,

           αν και δεν είχε

            κανένα στην προβλήτα,

χαιρετούσε κι αυτός ∙

          μπορεί τους γλάρους. Μπορεί…

Αργά αργά μάκραινε.

Φαίνονταν, αμυδρά, μόνο τα κτίρια.

Ύστερα, μαζί μ’ ό,τι αγάπησε,

Η πόλη του χάθηκε σ’ ένα σύννεφο καπνού

 

                                                     7.10.91


_________________________________________________________

Βιογραφικό:
Ο Δημήτρης Μαστροδήμος γεννήθηκε στη Δρυμώνα Μαγνησίας το 1939. Το ’49 και το ‘52 χάνει πατέρα και μάνα και αναγκάζεται να αφήσει το σχολείο και να δουλέψει. Το ’57 έρχεται στην Αθήνα και κάνει διάφορα επαγγέλματα: φορτοεκφορτωτής, νυχτοφύλακας, χτίστης, υδραυλικός, μπετατζής, μπογιατζής, ιδιωτικός υπάλληλος κ.ά. Το ’59 οργανώνεται στη Νεολαία της ΕΔΑ και αργότερα στη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη. Το ’66, στα 27του, γράφεται στο νυχτερινό για να τελειώσει το Δημοτικό αλλά η δικτατορία της 21.4.67 τον αναγκάζει να το εγκαταλείψει και πάλι και να κρύβεται. Το ’70 συλλαμβάνεται και καταδικάζεται από το Έκτακτο Στρατοδικείο σε οκτώ χρόνια φυλακή. Τον Ιούνιο του ’73 αποφυλακίζεται για να συλληφθεί και πάλι πέντε μήνες αργότερα στα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Αφήνεται ελεύθερος παραμονή Χριστουγέννων του ίδιου χρόνου. Έκτοτε ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Έχει εκδώσει τις συλλογές: «Μα πώς να πάψω», «Αντιανατρεπτικά», «Έι, σε σένα μιλώ», «Το αγκάθι».
 

 

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Ο Τζαμπάσης !!!




σημείωση navarino-s: παραθέτω το σχετικό με την προηγούμενή μου ανάρτηση διήγημα "Ο Τζαμπάσης" του φίλου μου λογοτέχνη Θεόδωρου Κόλλια που μας προσφέρει μια πιο σφαιρική και γλαφυρή εικόνα του επαγγέλματος.


Θεόδωρου Κόλλια

                                            Ο ΤΖΑΜΠΑΣΗΣ

 Η ζωή κάνει κύκλους στο χρόνο, η ιστορία γωνίες σαν πολύγωνο. Όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες και εκφάνσεις, ουδεμιάς εξαιρουμένης, είναι συνιστώσες και διαγώνιες άλλων προγενέστερων καταστάσεων. Κυρίως όμως μικρότερων και λιγότερο σημαντικών. Τα μεγάλα είναι αθροίσματα των μικρών, τα σημαντικά, απαυγάσματα των ασήμαντων. Και για την ύλη και για το πνεύμα. Οι άβακες που αποτελούσαν τις πρώτες αριθμομηχανές στην προϊστορική Ελλάδα, δεν είναι πρόγονοι των ηλεκτρονικών υπολογιστών(Η/Υ);Τα πάντα με ένα λόγο εξελίσσονται, μεταλλάσσονται και τροποποιούνται. Τίποτα δεν έρχεται από το πουθενά αλλά και τίποτα δεν εξαφανίζεται. Και οι εφευρέσεις ουδόλως αποτελούν παρθενογενέσεις. Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι υποκείμενο και αντικείμενο όλων των προαναφερθέντων. Στις δε λειτουργίες της ανάγκης και επιβίωσης, που πρωτοστατεί η εργασία, όλες οι παραπάνω αρχές επαυξάνονται. Η εργασία (τρόπος, ποιότητα, απόδοση) καθορίζει το είναι. Το γίγνεσθαι είναι δουλειά των επαϊόντων και των αρμόδιων ειδικών. Οι διάφορες μορφές της εργασίας είναι τα επαγγέλματα.Μόνο στις τελευταίες δεκαετίες εάν ανατρέξουμε, γινόμαστε μάρτυρες της εμφάνισης, της ακμής και συγχρόνως της παρακμής και της εξαφάνισης αμέτρητων επαγγελμάτων. Ένα τέτοιο επάγγελμα είναι ο τζαμπάσης ή τζαμπάζης, επί το ελληνικό, ζωέμπορος.
Οι τζαμπάσηδες λοιπόν, είναι (καλύτερα ήταν) οι μεσίτες, οι έμποροι για όλα τα είδη των μεγάλων ζώων, κυρίως των αλόγων. Αυτό, διότι η διακίνηση ήταν πολύ ευκολότερη και ταχύτερη. Το ίδιο το άλογο χρησιμοποιούσαν και σαν μεταφορικό μέσο.
Κυρίως οι τζαμπάσηδες δεν διέθεταν κανένα παραγωγικό μέσο, αλλά ούτε και περιουσιακό στοιχείο, εκτός ίσως από μια χαμοκέλα και αυτή πλίθινη. Ήταν μ΄ ένα λόγο προλετάριοι, με όλη τη σημασία της λέξης. Επομένως ήταν αδέσμευτοι, ανεξάρτητοι από κάθε κοινωνική, πολιτική, θρησκευτική οριοθέτηση και προτροπή. Ελεύθεροι σαν τα πουλιά.
Από τη μια η ανάγκη επιβίωσης και από την άλλη, το δαιμόνιο της φυλής, συνέβαλαν στη μεγάλη ανάπτυξη πολλών ψυχικών χαρισμάτων, όπως η εξυπνάδα, καπατσοσύνη, διπλωματία, ψιλοκατεργαριά (Εθνική Ελλάδος γεια σου).

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Τα άλογα του χωριού...!!!




                  14.02.2016, 06:47 | Ετικέτες:  ζώα, ασθένειες,
 
 




Εμείς κι αυτά

σελίδα 50

 Τα άλογα του χωριού...
  Συντάκτης: 
Παναγιώτης Διαμαντής

Η επιστολή που ακολουθεί (από τον αναγνώστη μας κ. Δημήτρη Κουκουλά, συγγραφέα) έχει σαν αφορμή την εκπληκτική φωτογραφία με την πορεία των λύκων, κάπου στον χιονισμένο Καναδά, που αναδημοσίευσα απ' το ίντερνετ. Με την ευκαιρία, ο κ. Κουκουλάς μάς έστειλε κι ένα πολύ ενδιαφέρον απόσπασμα από ένα βιβλίο του, που μιλάει για τα άλογα του χωριού, τότε που δεν είχε γεμίσει η ύπαιθρος με φορτηγά και «αγροτικά».
Και βέβαια κάνατε πολύ καλά, κύριε Διαμαντή, και μοιραστήκατε μαζί μας τη φωτογραφία με τους λύκους. Γιατί υπάρχουν πολλοί, νομίζω, αναγνώστες σας με ισχυρότατους δεσμούς με τα ζώα που δεν μας συγκινεί τόσο η λεπτομέρεια όσο η ουσία: η αυστηρά καθορισμένη διάταξη εν προκειμένω - όπως σωστά σημειώνετε.
Ιδίως εμείς που μεγαλώσαμε στα χωριά δίπλα στα οικόσιτά μας. Ο Καράς μας μάλιστα πήγαινε όργωμα-μεροκάματο με τον πατέρα μου και μας ζούσε. Μόνο που φοβάμαι να μην παρεξηγηθώ ότι εκμεταλλεύομαι τη συγκυρία για κάποιο promotion γι' αυτό που θα κάνω. Το στέλνω για σας. Ενα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο μου «Τα φορτηγά και άλλες ιστορίες», εκδόσεις Απόπειρα:
«...οι Τσαμπάσηδες, οι ειδικοί των αλόγων. Αξιολογούσαν το ζώο με μια ματιά που έριχναν σε διάφορα μέρη του σώματός του. Γι' αυτό και τους έπαιρναν για συμβουλάτορες όσοι πήγαιναν στα ζωοπανήγυρα για ν' αγοράσουν άλογο. Κοίταζαν τα δόντια, την κοιλιά, τους μυς των ποδιών, τα καπούλια και το στήθος.
Το τελευταίο το πρόσεχαν ιδιαίτερα μήπως είχε μαζέψει υγρά, κάτι που συνέβαινε όταν έμενε το άλογο ιδρωμένο σε κρύο ρεύμα αέρα και που για να περάσει του έβαζαν καταπλάσματα.
Στις πιο βαριές περιπτώσεις του έκαναν “βυζιγάντι”. Του χάραζαν δηλαδή το στήθος με το μαχαίρι για να φύγουν τα υγρά. Πιανότανε η ψυχή μας όταν το βλέπαμε δεμένο σε κάποια αυλή, με τη χαίνουσα πληγή γεμάτη μύγες και εκείνα τα μεγάλα μάτια να μας κοιτάζουν όλο παράπονο και ικεσία.
Έχωναν επίσης τα δάχτυλά τους στα ρουθούνια του ζώου. Το ανάγκαζαν έτσι να φταρνιστεί και να βήξει, για να δούνε μήπως έχει “τεκνοφέσι”. Μια φοβερή πάθηση που οφειλόταν στα άγανα από τα άχυρα. Περνούσαν στο αναπνευστικό σύστημα και πλήγωναν τα πνευμόνια, κάτι που καταρράκωνε σιγά σιγά το άλογο και το οδηγούσε στο θάνατο.
Δεν είχα πάει ακόμη στο Δημοτικό τότε που χάσαμε τον Καρά μας από τεκνοφέσι. Τον αγαπούσα πολύ και του άρεσε να σκύβει το κεφάλι, για να διώχνω με το χέρι μου τις αλογόμυγες που φώλιαζαν μέσα στη βαθιά λακκούβα του σαγονιού του. Εβγαζε τότε ένα υπόκωφο και χαρούμενο χλιμίντρισμα σαν να με ευχαριστούσε, ενώ έτριβε τα τεράστια χείλη του πάνω στο κουρεμένο μου κεφάλι.
Κάποια στιγμή ήρθε ο βήχας που όλο δυνάμωνε. Τις κρύες νύχτες τον παίρναμε μέσα στο σπίτι, αλλά τα γκουχ και τα γκουχ δεν έλεγαν να σταματήσουν. Ενα πρωί τον τράβηξαν κάτω στη βαθιά ρεματιά και είπαν πως τον έδωσαν σε κάποιους άλλους. Μα δεν το πίστεψα και όταν, ύστερα από κάποιες μέρες, είδα να ζυγιάζονται από ψηλά τα μαύρα κοράκια, κατάλαβα πολύ καλά γιατί είχαν έρθει...»