Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Μπέρτολτ Μπρεχτ: Μορφή και Ουσία!!!



Ο κύριος Κ. κοιτούσε έναν πίνακα, όπου ορισμένα αντικείμενα είχαν εντελώς ιδιότυπη μορφή, και είπε: "Αυτό συμβαίνει σε μερικούς καλλιτέχνες που παρατηρούν τον κόσμο, καθώς και σε πολλούς φιλοσόφους. Μοχθώντας να συλλάβουν τη μορφή, χάνουν το περιεχόμενο. Κάποτε, δούλευα βοηθός σ' έναν κηπουρό. Μια μέρα, μου έδωσε μια ψαλίδα και με έβαλε να κλαδέψω μια δάφνη. Το δεντράκι ήταν φυτεμένο σε μια γλάστρα, και το νοίκιαζαν σε γιορτές, γι' αυτό έπρεπε να έχει σφαιρική μορφή. Άρχισα πρώτα να κουρεύω τ' άγρια κλαδιά, αλλά όσο και αν πάσχιζα να κάνω σφαιρική τη δάφνη, δεν τα κατάφερνα. Πότε τη μια μεριά κόνταινα περισσότερο, πότε την άλλη. Όταν, με τα πολλά, έγινε σφαίρα, ήταν πολύ μικρή, και ο κηπουρός είπε απογοητευμένος: "Σύμφωνοι, σφαίρα έγινε, αλλά που πήγε η δάφνη;  


Μπέρτολτ Μπρεχ (1898-1956). Αν και σπούδασε γιατρός καταπιάστκε με την ποίηση και το θέατρο στο οποίο διακρίθηκε και ως θεατρικός συγγραφέας και ως σκηνοθέτης. Θεωρείται ο πατέρας του επικού θεάτρου. Καταπιάστηκε και με μικρά πεζά κείμενα . Η "Μορφή και Ουσία" είναι από τη συλλογή του: "Ιστορίες του κυρίου Κόϋνερ". Εκδόσεις Ζαχαράκη.

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Η γυναίκα που με τη δύναμη της τέχνης, αντιπαρέρχεται τα ιδιαίτερα εμπόδια της ζωής της!!!





Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ:

                                                       ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

 Αν σ' έχει ξεχάσει ο έρωτας
εσύ θα τον ξαναθυμηθείς
μόλις η ματιά σου αγγίξει τη φύση
τις πλαγιές, τα κύματα
τα φυλλοβόλα δέντρα
που δεν αμφισβητούν ποτέ τις εποχές
τα ζώα που βγαίνοντας
απ' την κοιλιά της μάνας τους
ξέρουν κιόλας πώς να ζήσουν
πώς ν' αντισταθούν στους εχθρούς
που τους έχει ορίσει η φύση.
Πρόσεξε μόνο μην η ζωντανεμένη ανάμνηση
πέσει πάνω στο σωρό
απ' τις προδομένες προσδοκίες σου
τ' αναπάντητα όνειρά σου.





«Γεννήθηκα στα Εξάρχεια, Μεταξά και Μεσολογγίου. Και να που με τα χρόνια πάλι εδώ επέστρεψα, ψηλά στην Ασκληπιού όπου ζω τώρα. Τα θυμάμαι, όταν ήμουν κορίτσι, ως μία πολύ συμπαθητική γειτονιά του κέντρου, όπου έμεναν αρκετοί φοιτητές, καλλιτέχνες, άνθρωποι των γραμμάτων κ.λπ., απλοί, φιλικοί, δίχως την κολωνακιώτικη υπεροψία που παραμόνευε λίγα στενά παραπάνω. Τώρα, πια, βέβαια είναι μια περιοχή «καταραμένη», όπως και όλο το παλιό αθηναϊκό κέντρο θαρρώ. Δεν κυκλοφορώ πλέον για να το διαπιστώσω ιδίοις όμμασιν που λένε, αλλά δεν θέλει και πολύ, το «πιάνεις» στον αέρα, ακόμα και από το μπαλκόνι σου. Βεβαίως και μένω στο νοίκι. Ήταν μια σοφή επιλογή της οικογένειάς μου, που ακολούθησα κι εγώ. Μικρή, μου διάβαζε ποίηση η μητέρα μου και, βέβαια, μεγάλωσα στη σκιά του νονού μου, του Νίκου Καζαντζάκη. Ηξερα πώς γράφονται τα ποιήματα, δηλαδή ότι δεν μπορείς να τα προγραμματίσεις. Εκείνα αποφασίζουν πότε θα σε κατακτήσουν.   Έγραφα από κοριτσάκι. Αρχικά ιστοριούλες, έπειτα ποίηση. Πρωτοδημοσίευσα στο περιοδικό «Καινούργια Εποχή» το φθινόπωρο του '56. Ήταν το ποίημα «Μοναξιά». Λες κι ήξερα τότε ακόμα, 17 χρόνων κοπέλα, τι ακριβώς σήμαινε αυτό! Ο νονός μου, όταν το διάβασε, ενθουσιάστηκε, μου έκανε κριτική διθυραμβική, αλλά δεν τον πήρα σοβαρά, άργησα να πιστέψω στον εαυτό μου ή μάλλον στη γραφή μου. Με τα χρόνια αντιλαμβάνομαι, βέβαια, πόσο με είχε βοηθήσει το περιβάλλον και τα διαβάσματα που είχα από πιτσιρίκα – σπάνια τύχη. Σπάνιο είναι, όμως, για έναν ποιητή να αναγνωριστεί στην ακμή του και εν ζωή, όπως συνέβη μ' εμένα. Από την ποίηση, ωστόσο, δεν βιοπορίζεται κανείς. Ούτε εύκολα, ούτε καν δύσκολα – βασικά, από τις μεταφράσεις έζησα και ζω.
Σιχαίνομαι το χρήμα και όλη τη νοοτροπία πίσω από την απόκτησή του. Είναι το πιο εθιστικό ναρκωτικό, το πλέον καταστροφικό. Ήμουν, βέβαια, καλοαναθρεμμένη, από σπίτι, στερημένα δεν έζησα, έμαθα όμως να μην κοιτάω πέρα από τα χρειαζούμενα. Αυτό το λιτό πνεύμα διέπνεε όλη την οικογένεια και φυσικά την ανατροφή μου. Ούτε ως κοπέλα μ' ενδιέφεραν τα λούσα – τα διαβάσματα και τα γραπτά μου μ' ένοιαζαν, οι έρωτες επίσης, η τρυφηλότητα όμως ποτέ..  Μπορεί να είχα μία αναπηρία, αλλά η ζωή μου χάρισε τέλειους γονείς και έναν τέλειο σύζυγο.  Δεν είμαι θεωρητικά αισιόδοξη, αλλά ζωτικά! Χαίρομαι που έχω ένα σώμα, που η μέρα μου ξεκινά… Χαίρομαι τη ζωή.»
 

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Ένα μικρό αριστούργημα για γερά νεύρα!!!



            Θεοτόκης Kωνσταντίνος
    


                                                    Πίστομα



      Όταν ύστερα από την αναρχία πού'χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης.
      Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Tο πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια.
      O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Kι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν[i] ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά[ii] αγαπούσε.
      Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, τό'σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία.
      Aλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε:
      "Mη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά[iii] και σου πρέπουν. Eίναι το παιδί τούτο δικό σου; Nαι; Mα όχι δικό μου! Mε ποιον, λέγε, τό'χεις κάμει;"
      T' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας[iv].
      "Aντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Tο φταίσμα μου είναι μεγάλο. Mα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θά'ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Kοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Kάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία."
      Kαθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε. Eτσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε:
      "Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Eσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!"
      Eμολόησε. Kι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Kι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε[v]. Mα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα.
      Tην άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε.
      "Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού'χουν αρπάξει, καθώς μού'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος."
      "Tον σκότωσες!"
      Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε.
      Kι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι.
      Kαι φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο.
      Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Tο σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά[vi] και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε.
      Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του:
      "Bάλ'το πίστομα[vii] μέσα".


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό «Τέχνη» Ιανουάριος 1899



[i] μεγάλωνε
[ii] περισσά
[iii] μολονότι
[iv] κλαίγοντας με λυγμούς
[v] κοίταζε
[vi] ζουμπούλια
[vii] Μπρούμυτα


Ο Στέφανος-Κωνσταντίνος Θεοτόκης (13 Μαρτίου 1872 - 1 Ιουλίου 1923) ήταν Έλληνας συγγραφέας και μεταφραστής, σημαντικός εκπρόσωπος της Επτανησιακής Σχολής.




Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Ο σαρκασμός των ....ανέσεων!!!


Μάριου Χάκκα:
                                                                   «Ο μπιντές» (διήγημα)

       Είχαμε φαγωθεί μέσα μας χωρίς να το πάρουμε είδηση. Εκείνη η λουξ τουαλέτα με τον ιππόκαμπο στα πλακάκια οικόσημο, μια πάπια και γύρω παπάκια, κύκνους και παραδείσια ψάρια, νιπτήρα, λεκάνη, μπανιέρα, μπιντές, παραμπιντές, όλα απαστράπτοντα, είχανε παίξει το ρόλο τους ύπουλα, σκάψανε μέσα βαθιά μας τερμίτες, όπως το σαράκι το ξύλο, και τώρα νιώθαμε κούφιοι.
       Θυμάμαι όταν ήρθα από την επαρχία για πρώτη φορά στην Αθήνα και νοίκιασα ένα δωμάτιο χωρίς καμπινέ. Υπήρχε βέβαια ένας πρόχειρος καμπινές στην αυλή, αλλά έπρεπε να κατέβεις μια κατασκότεινη ξύλινη σκάλα που έτριζε και σήκωνε τον κόσμο στο πόδι. Ένα βράδυ που έβρεχε και μ' έπιασε κόψιμο, τα 'κανα σε μια εφημερίδα, κι αφού τα πακετάρισα ωραία, ως και κορδελάκι με φιόγκο τους έβαλα, πηγαίνοντας πρωί - πρωί στη δουλειά, τ' άφησα στη μέση του δρόμου. Θα θυμόσαστε βέβαια πόσα τέτοια πακέτα συναντούσατε τότε στους δρόμους. Μερικοί τα κλοτσούσαν για να μαντέψουν το περιεχόμενο. Λέγεται πως κάποιος το πήγε στην αστυνομία χωρίς να τ' ανοίξει και ζήταγε εύρετρα. Ε, ένα τέτοιο πακέτο έφτιαξα κάποτε κι εγώ, κι ακόμη τώρα που το θυμάμαι μετά τόσα χρόνια μου έρχονται γέλια.
       Εκείνο τον καιρό ήμουν ένας κεφάτος άνθρωπος με λίγες ανάγκες. Ξυριζόμουν μόνο δυο φορές τη βδομάδα, όποτε είχα ραντεβού στο βουναλάκι με μια κοπέλα, που όλο βιαζόταν να γυρίσει στο σπίτι. Όλο σκαστή ήταν κι είχε αυστηρό αδερφό, νοοτροπία σισιλιάνου. Την παντρεύτηκα κι εγώ. Τι να έκανα; Παρά να τρώει μπερντάχι κάθε φορά που αργούσε. Άλλωστε, αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου, έτσι τουλάχιστον λέγεται. Πάντως, μ' αυτά και μ' αυτά, βρέθηκα μ' όλα τα κουμπιά μου γερά, είναι κι αυτό ένα όφελος, είναι κι αυτό μια ασφάλεια. Τι σιδερωμένα πουκάμισα τον πρώτο καιρό, τι καθαρές αλλαξές, γυαλισμένα παπούτσια, στο καντίνι που λένε.
       Είχε και δικό της σπιτάκι, ένα μόνο δωμάτιο, αλλά μεγάλη αυλή, και σιγά σιγά με τις οικονομίες μας, χτίσαμε κουζίνα κι άλλα δωμάτια. Γενικά προοδέψαμε. Πήραμε ψυγείο, πλυντήριο κι η ζωή γινόταν όλο και πιο άνετη.
       Μόνο στον καμπινέ καθυστερήσαμε. Στο βάθος της αυλής μέσα σε μια παραγκούλα ήταν μια τούρκικη λεκάνη που με ανάγκαζε κάθε πρωί να κάθομαι στο κότσι, αν κι αυτό ήταν μια καλή άσκηση όπως δε συνήθιζα να κάνω γυμναστική. Στην παραγκούλα υπήρχε κι ένα τενεκεδένιο βρυσάκι που το γέμιζα κάθε πρωί και πλενόμουν. Μπάνιο στη σκάφη. Το Σαββατόβραδο άρχιζε η περιπέτεια. Μ' έχωνε η γυναίκα στη σκάφη κι έτριβε μέχρι γδάρσιμο. Ας είναι.
       Συνέχιζα να προοδεύω. Βοηθός λογιστού ακόμα ξεχρέωνα την κρεβατοκάμαρα, βαρύ έπιπλο με κομοδινάκια κι απάνω αμπαζούρ, σιέλ στο δικό μου, ροζ στης κυράς. Έπειτα έγινα κανονικός λογιστής, τότε που πήραμε κι εκείνο το οικοπεδάκι με δόσεις. Φυτέψαμε μάλιστα και δυο τρία δέντρα που πήγαινα στις αρχές, μετά από επιμονή της γυναίκας μου, κάθε Κυριακή και τα πότιζα. Κατόπιν ξεράθηκαν κι αυτά, πολλές οι δουλειές, αρχιλογιστής πια, γερός ο μιστός και σε λίγα χρόνια ήταν το σπίτι κομπλέ, πλην τουαλέτας. Έμενε σαν επιστέγασμα μιας προσπάθειας είκοσι χρόνων.
       "Κάποτε θα 'ρθει και της τουαλέτας η ώρα", έλεγα στη γυναίκα μου που με γκρίνιαζε πάντα, παραπονιόταν πως έρχεται κανένας επισκέπτης, θέλει να πάει προς νερού του και πέφτουν τα μούτρα της. Κι άλλωστε, τι ήταν πια ο καμπινές εδώ που φτάσαμε; Η ουρά του γαϊδάρου. Κι όπως όλα τα πράγματα που σιάχνονται μια φορά στη ζωή μας βάζομε τα δυνατά μας να γίνουν όσο πιο πολύ μερακλίδικα, έτσι και στην τουαλέτα πήρα όλα τα μέτρα μου για να σιάξω κάτι το ωραίον: Έβαλα πλακάκια πανάκριβα που σχημάτιζαν ένα παράξενο σύνολο με παραστάσεις διάφορες έτσι που να νιώθω ευχάριστα σε τούτο το χώρο, όλα τ' απαραίτητα είδη υγιεινής, φυσικά και μπιντέ.
       Τ' άλλα είδη δε με πειράξανε. Κομμάτια να γίνει. Έχουν μια χρησιμότητα κι ύστερα στην ηλικία που βρισκόμαστε τώρα ας απολαύσουμε και μεις κάτι. Μόνο ο μπιντές μού την έδωσε και πήρε μπάλα και τ' άλλα. Ο μπιντές. Γιατί, όπως είμαι δυσκοίλιος και τον είχα μπροστά μου για ώρα, μου φάνηκε να με κοροϊδεύει με κείνο το μακρουλό πρόσωπό του, το 'να μάτι μπλε τ' άλλο κόκκινο, τριγωνικά πάνω στο μέτωπο και πεταμένα ίδια βατράχου, το στόμα του καταβόθρα που ρουφούσε τα πάντα με κείνο τον ξαφνικό ρόγχο τελειώνοντας το νερό, σα να μουρμούριζε: Είδες πώς σε κατάντησα; Θυμάσαι όταν πρωτόρθες από το χωριό τι λεβέντης που ήσουνα; Πώς έμπλεξες, κακομοίρη μου, έτσι, μια ζωή - ένα σπίτι; Εγώ είμαι το βραβείο μετά από είκοσι χρόνια δουλειά. Για να πλένεσαι από κάτω. Είδες που σε έφερα;
       Με είχανε βάλει στο ζυγό είκοσι ολόκληρα χρόνια με τη θέλησή μου (αυτό είναι το χειρότερο), για να καταλήξω εδώ μπροστά σε μια σειρά άχρηστα πράγματα, κατά τη γνώμη μου, ή που κι αν είναι χρήσιμα, π' ανάθεμά τα, δεν αξίζουν όσο αυτή η υπόθεση που λέγεται ζωή και νιάτα. Τα καλύτερα χρόνια τα σπατάλησα σαν το μερμήγκι κουβαλώντας και σιάχνοντας αυτό το κολόσπιτο, οικοδομώντας τελικά αυτόν τον μπιντέ, είκοσι χρόνια μου κατάπιε η καταβόθρα του, κι εγώ τώρα έχω μείνει στιμμένο λεμόνι, σταφιδιασμένο πρόσωπο, για ένα μπιντέ.
       Με τέτοιες σκέψεις τράβηξα το καζανάκι και μετά πήγα στο παράθυρο ν' αναπνεύσω λιγάκι, ν' ακούσω τον ήχο της πόλης. Από παντού ερχόταν ένας παράξενος θόρυβος. Δεν ήταν ο γνωστός θόρυβος απ' τ' αυτοκίνητα. Άλλου είδους αυτός: Ένα επίμονο πλατς-πλατς σκέπαζε κάθε άλλη βοή. Έστησα το αυτί και κατάλαβα. Όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής είχε μεταβληθεί σ' ένα απέραντο μπιντέ κι είχαμε καθίσει όλοι επάνω και πλενόμασταν, πλενόμασταν, πλενόμασταν, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες καζανάκια χύνοντας καταρράκτες νερού, χαιρετούσαν την πρόοδό μας.

[πηγή: Μάριος Χάκκας,«Ο μπιντές» (διήγημα), Άπαντα, Κέδρος, Αθήνα 1978, σ. 259-263]

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Κώστα Βάρναλη: Πως περνούσε τη μέρα του Πάσχα ο Παπαδιαμάντης!!!



     Αὐτὲς τὶς μέρες ξαναθυμοῦνται οἱ παλαιότεροι τὰ καλὰ ἐκεῖνα χρόνια (γύρω στὸ 1905-1915), ποὺ ἡ Ἀθήνα ἤτανε ἀκόμη μιὰ εἰδυλλιακὴ πολιτεία κι εἶχε περισσότερη πίστη καὶ περισσότερην ἐγκαρδιότητα σχέσεων ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Τώρα τὸ πολὺ πλῆθος, ποὺ γέμισε ἀσφυκτικὰ τὴν πρωτεύουσα, ἀπομακρύνει τὸν ἕναν ἀπὸ τὸν ἄλλον καὶ τὸν ἀπομονώνει. Κείνην τὴν ἐποχὴ τῆς εἰρηνικῆς καὶ εὔκολης ζωῆς, οἱ κάτοικοι μιᾶς συνοικίας ἀποτελούσανε μίαν οἰκογένεια κι οἱ θαμῶνες ἑνὸς κέντρου μιὰ φιλικὴ συντροφιά.
     Ἡ Δεξαμενὴ τότες ἤτανε μιὰ προνομιούχα… ἐξοχή. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἀνοιχτὸς ὁρίζοντας, καθαρὸς ἀέρας καὶ δάσος. Ἤτανε ὄχι μονάχα τὸ ὑψηλὸ καταφύγιο τῶν λογίων καὶ τῶν ποιητῶν, παρὰ καὶ ἡ πνευματικὴ κορφὴ ὅλης της Ἑλλάδος. Στὰ γύρω φτωχικὰ σπίτια καθόντανε ἀπὸ χρόνια ὁ Παπαδιαμάντης, ὁ Βλαχογιάννης, ὁ Μαλακάσης, ὁ Κοντυλάκης, ὁ Χατζόπουλος καὶ συχνάζανε ὅλοι στὸ καφενεδάκι τοῦ Μπαρμπαγιάννη. Οἱ νεοσσοὶ τῶν Μουσσῶν: ὁ Αὐγέρης, ὁ Ζῆλος, ὁ Πελλερέν, ὁ Ροδοκανάκης, ὁ Καζαντζάκης, ἡ Γαλάτεια, καθόντανε σὲ κάποια ἀπόσταση ἀπὸ τοὺς μεγάλους, γεμάτοι ἀπὸ τὴ νεανικὴ ματαιοδοξία πὼς θὰ τοὺς ξεπεράσουνε.
     Τότες δὲν ὑπήρχανε οἱ φριχτὲς πολυκατοικίες, ποὺ πνίξανε τὸν ὁρίζοντα, οὔτε εἴχανε γίνει τὰ «ἐξωραϊστικὰ» ἔργα, ποὺ φάγανε τὸν μισὸ λόφο καὶ τοῦ χαλάσανε τὴ φυσική του γραφικότητα. Ἡ θάλασσα φαινότανε κάθε πρωὶ νὰ σπιθίζη πέρα ὁλόχαρη, γελαστὴ καὶ μπλάβη.
     Καμμιὰ δεκαριὰ πανύψηλες λεῦκες, ὁλοφούντωτες καὶ ρωμαλέες, κι ἄλλα τόσα πεῦκα τραγουδούσανε μέρα νύκτα μὲ τὸ παραμικρὸ ἀεράκι· τὰ πουλιὰ γεμίζανε τὰ κλώνια καὶ τὰ τζατζίκια* τσιτσιρίζανε μέσα στὸ… τηγάνι τῆς μεσημεριάτικης πύρας. Μιὰ βρύση κελάριζε ἀκατάπαυστα μέρα καὶ νύκτα στὴ ρίζα μιᾶς θεώρατης λεύκας. Καὶ τὸ φθινόπωρο, σὰν πέφτανε τὰ φύλλα καὶ τὰ ἔσερνε ὁ βορριᾶς, ἡ βρύση θρηνολογοῦσε μὲ ἀναφυλλητά, τὰ ξερόφυλλα θροούσανε ἀπελπισμένα καὶ μέσα στὴ χαβούζα τῆς δεξαμενῆς τὸ νερὸ βογγοῦσε δυνατά. Ὁ διαβάτης, ποὺ περνοῦσε ἀπ᾿ ἐκεῖ τὴ νύχτα μέσα στὸ ἐρημικὸ καὶ βαθὺ σκοτάδι ἔμοιαζε μὲ τὶς «σκιὲς» τῶν ρομαντικῶν μυθιστορημάτων, ποὺ «αἰφνιδίως ἀποσπῶνται ἐκ τῆς παρακειμένης γωνίας καὶ διασκελίζουσιν ἐσπευσμένως τὴν ἔρημον ὁδόν, ἐνῶ τὸ ὡρολόγιον κ.τ.λ.».
      Ἐκεῖ ἐρχότανε πρωὶ κι ἀπόγευμα ὁ κὺρ Στέφανος, ὁ Πρόεδρος, ὁ τύπος τῶν τύπων. Φοροῦσε ποδήματα χειμώνα-καλοκαίρι κι ἀκουμποῦσε τὰ γερατειά του ἀπάνου σ᾿ ἕνα χονδρὸ μπαστούνι. Ἀπαισιόδοξος, πυρρωνιστής**, λαϊκὸς φιλόσοφος μὲ ἀληθινὴ φλέβα. Ἤτανε ὁ μοναδικὸς σχεδὸν φίλος του Παπαδιαμάντη. Γιατὶ ὁ Σκιαθίτης συγγραφέας ἔπασχε ἀπὸ ἀνθρωποφοβία – μὲ τὸ δίκηό του. Καθότανε στὸ πίσω μέρος τοῦ καφενείου κοντὰ στὸ παραθυράκι τοῦ τζακιοῦ. Σταύρωνε τὰ χέρια του, ἔγερνε δίπλα τὸ ἱερατικό του κεφάλι καὶ βυθιζότανε στὰ δημιουργικά του ὀνειροπολήματα μὲ κατάνυξη κι εὐχαριστημένος γιὰ τὴν μόνωσή του. Ἀπὸ τὸ παραθυράκι ἔπαιρνε τὸν καφέ του καὶ καμμιὰ φορὰ ἔμπαινε βιαστικὸς στὸ καφενεῖο χωρὶς νὰ σηκώνη τὰ μάτια, ἔπαιρνε μίαν ἐφημερίδα κι ἔφευγε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο βιαστικός. Μονάχα τὸν κὺρ Στέφανο δεχότανε νὰ τὸν ζυγώνῃ. Ὅπως ἤτανε πάντα σιωπηλός, τὸν ἄφηνε νὰ τοῦ μιλῇ ὑπομονετικά. Γιατὶ ὁ κὺρ Στέφανος ἦταν ἕνας τίμιος, ἁπλοϊκός, ἄκακος καὶ περήφανος ἄνθρωπος, ὅπως καὶ ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος. Ἂν ἐτοῦτος ἤτανε βαθύτατα θρῆσκος σὰν τοὺς καθωσιωμένους ἀσκητὲς τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, μὰ καὶ τοῦ Προέδρου ὁ πυρρωνισμὸς δὲν ἤτανε ἄθρησκος. Εἶχε τὴ μανία νὰ κοροϊδεύῃ τὶς ματαιότητες κάθε λογῆς καὶ πρὸ παντὸς τὴν παραδοπιστία τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν παπάδων. Κι αὐτὸ χωρὶς κακία.
      Τίς Κυριακὲς καὶ τὶς μεγάλες γιορτάδες ὁ Παπαδιαμάντης πήγαινε πρωὶ-πρωὶ στὸν Ἅγιο Ἐλισσαῖο***, κοντὰ στὸν Παλαιὸ Στρατώνα, καὶ ἔψελνε ἀνάμεσα στοὺς ἁπλοϊκοὺς πιστοὺς τῆς συνοικίας. Ἐκεῖ πήγαινε καὶ ὁ Μωραϊτίδης γιὰ τὸν ἴδιο σκοπό. Ἔτσι ξαλαφρώνανε κι οἱ δύο τὴν ψυχή τους ἀπὸ τὶς πίκρες τῆς ζωῆς καὶ παίρνανε ἕνα λουτρὸ καρτερίας, ποὺ τοὺς δυνάμωνε τὴ δημιουργική τους ὁρμή. Τὴ Μεγάλη βδομάδα τὸν χάναμε. Ἐκτελοῦσε στὴν ἐντέλεια ὅλα τα χριστιανικά του χρέη σὰν πειθαρχημένος καλόγηρος. Μὰ τὴν Κυριακή του Πάσχα, κατὰ τὸ μεσημέρι ὁ κὺρ Στέφανος ἐρχότανε στὸ καφενεῖο καὶ τὸν ἔπαιρνε στὸ σπίτι του νὰ φᾶνε τὸ πασχαλινὸ ἀρνί. Κατηφορίζανε κι οἱ δύο τὸ λόφο, ὁ ἕνας μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι κι ὁ ἄλλος μὲ τὴν ἀλύγιστη περπατησιά του, γιατὶ τὰ γόνατά του ἤτανε ξυλιασμένα ἀπὸ τὴν ἀρθρίτιδα.
      Στὸ τραπέζι μοσχοβολοῦσε κι ἄχνιζε τὸ ἀρνὶ μέσα στὸ ταψί· μοσχοβολοῦσε τὸ τυρὶ τοῦ Παρνασσοῦ, ἡ μαρουλοσαλάτα μὲ τὸν ἄνηθο καὶ τὸ κρεμμυδάκι· μοσκοβολούσανε τὰ πορτοκάλια καὶ λαμποκοπούσανε μέσα στὴ σουπιέρα τὰ κόκκινα τ᾿ αὐγά. Πόσοι πειρασμοί: Μὰ ὁ θρῆσκος Παπαδιαμάντης πρῶτα ἔκαμνε τὸ σταυρό του, ἔλεγε τὸ «φάγονται πένητες καὶ ἐμπλησθήσονται…», οἱ ἄλλοι ὄρθιοι γύρω σταυροκοπιόντανε κι αὐτοὶ κι ὕστερα… Αἵ, ὕστερα, ἅμα καθόντανε στὸ τραπέζι, ὁ κὺρ Στέφανος, ποὺ ἤξαιρε τὰ συνήθεια τοῦ φίλου του, τοῦ γέμιζε μιὰ κούπα ρετσίνα. Ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος τὴν ἔπιανε μὲ τὶς δύο του φοῦχτες (γιατὶ τὰ χέρια του τρέμανε) καὶ τὴν ἄδειαζε ὁλάκερη «ἀμυστὶ»**** μὲ μιὰ συγκινητικὴ λαχτάρα. Τότες τὸ αἷμα του ξυπνοῦσε καὶ κύλαε ζεστὸ στὶς φλέβες του, τὰ μάτια του καθαρίζανε, ἡ ψυχή του ἄνοιγε τὰ διπλωμένα φτερά της καὶ τότε μονάχα ἀρχίζανε τὸ φαγί. «Ἠτο ὡραῖον ρετσινάτον» (λέγει σ᾿ ἕνα του διήγημα) «ὅλον ἄρωμα καὶ πτῆσις καὶ ἀφρός»! Τί λυρικὸς καϋμός, τί ἀληθινὸς ἔρωτας γιὰ τὸ κρασί!
      Ἔτσι αὐτὲς τὶς μέρες, ποὺ ἡ ἐποχή μας τὶς ζῆ μὲ κάποιαν πεζότητα, πῶς νὰ μὴ θυμηθῇ κανεὶς τὸν καλὸ ἐκεῖνο καιρό, ποὺ ἡ ποίηση καὶ ἡ πίστη ἤτανε ζωντανὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς. Τώρα τὰ πεῦκα τὰ κόψανε ὅλα οἱ πολυκατοικίες. Οἱ λεῦκες ξεραθήκανε κι ὡς τόσο δὲν τὶς κόβουνε νὰ λείψῃ ὁ πένθιμος ἐκεῖνος σκελετός τους, ποὺ τὶς κάνει νὰ μοιάζουνε μὲ ὑψηλοὺς ξύλινους σταυροὺς σὲ κοιμητήρι. Ἡ Δεξαμενὴ ποὺ ἤτανε ἡ ψηλότερη σκοπιὰ τῆς Ἀθήνας, ἔχασε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ θάλασσα καὶ κατάντησε σὰ μιὰ πηγάδα. Καὶ μείναμε ἐμεῖς τὰ ἐρείπια, οἱ παληοὶ κάτοικοι τοῦ ὡραίου λόφου νὰ θρηνοῦμε ἐπάνω στὰ ἐρείπια τοῦ «ἐξωραϊσμοῦ» του.

Κώστας Βάρναλης – Εἰς τὴν Δεξαμενήν
Πηγή: Ἐφημ. «Πρωία», 2 Μαΐου 1937
Ἀναδημοσίευση: Ἐφημ. Ἐλευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, 24 Ἀπριλίου 2008

 *     Τζατζίκια = τζιτζίκια.
**    Πυρρωνισμός: φιλοσοφικό σύστημα που πήρε το όνομά του από τον αρχαίο φιλόσοφο του 3ου  αιώνος π.Χ., Πύρρωνα.   
***  Πίσω από το σταθμό στο Μοναστηράκι.
****Αμυστί: απνευστί, χωρίς να κλείνει τα χείλη του αυτός που πίνει.