Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2021

Ας γελάσουμε λιγάκι, παραμαύρισε η ψυχή μας!

 



Αρκεί να αφεθούμε στη μαγική γραφή του  Ίον Λούκα Καρατζιάλε (Ion Luca Caragiale) του μεγαλύτερου Ρουμάνου διηγηματογράφου και θεατρικού  συγγραφέα. Είναι ελληνικής καταγωγής και θεωρείται ως ο πατέρας των ρουμανικής λογοτεχνίας και η μεγάλη σύμπτωση είναι ότι γεννήθηκε ένα χρόνο μετά τον Παπαδιαμάντη (1852) και πέθανε ένα χρόνο μετά απ’ αυτόν (1912). Έκρινα ότι αξίζει τον κόπο να πληκτρολογήσω για σας το διήγημα που ακολουθεί:

 

 

ΙΟΝ ΛΟΥΚΑ ΚΑΡΑΤΖΙΑΛΕ

 

 

                           Τροφαντός Παστουρμάς

 

     Στο λιμάνι της Καβάλας, στις ακτές του Αρχιπελάγους –πριν ακόμη εμφανιστούν τα ατμόπλοια—κάποιο πρωινό ένα μεγάλο πλοίο, φορτωμένο με εμπορεύματα και πολλούς επιβάτες, προετοιμαζόταν να αποπλεύσει προς την ανατολική ακτή της Μεσογείου, τη Γιάφα. 

     Ανάμεσα στους ταξιδιώτες βρισκόταν και κάποιος επ’ ονόματι Γιουσούφ. Ένας εμποράκος, ο οποίος ταξίδευε για την Ιερουσαλήμ, όπου είχε διάφορες δουλειές να κάνει. Ο άνθρωπος είχε ανέβει αρκετά νωρίς στο πλοίο, για να βρει ένα καλό μέρος και να βολευτεί κατάχαμα, κατά την τουρκική συνήθεια, ώστε να μη στέκεται εμπόδιο στις μετακινήσεις των ναυτικών, οι οποίοι πήγαιναν από το ένα μέρος στο άλλο, με τα δικά τους σούρτα-φέρτα, λύνοντας τα σκοινιά και τεντώνοντας τα πανιά, όπως γίνεται σε κάθε πλοίο, λίγες στιγμές πριν ανοιχτεί, αφημένο πια στο πέλαγος.

     Ο Γιουσούφ καθόταν ήρεμος στη θέση του και φούμερνε το τσιμπούκι του, με τη σκέψη από τη μια στο μακρύ δρόμο που έχει να κάνει κι από την άλλη στο σπίτι του, το οποίο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει εξ ανάγκης. Όταν όλα ήταν περίπου τελειωμένα κι ο καπετάνιος πήρε θέση, για να δώσει την εντολή αναχώρησης, ακούστηκε από τον προβλήτα, μια φωνή να φωνάζει:

«Γιουσούφ! Γιουσούφ! Που είναι ο Γιουσούφ;».

     Και μέχρι να σηκωθεί ο Γιουσούφ, να δει αν φωνάζουν αυτόν, και ποιος τον φωνάζει, ο Αρών, ένας εβραίος έμπορος, γείτονας και γνωστός του, έφτασε λαχανιασμένος από το τρέξιμο, με ένα σάκο στην πλάτη του.

     «Καλά που σε πρόφτασα, αγαπητέ Γιουσούφ, είπε ο αρών –μιας και πας στην Ιερουσαλήμ, κάνε μου μια χάρη, σε παρακαλώ αδερφικά. Να πάρε αυτόν τον σάκο που περιέχει λίγα ρούχα –δεν έχει βάρος ούτε είκοσι οκάδες δεν είναι … να τον παραδώσεις του αδελφού μου του Σουμέν  … ξέρεις που κάθεται … μπορείς;».

     «Γιατί να μη μπορώ;» είπε ο Γιουσούφ «δεν θα τον κουβαλάω στην πλάτη, στο καράβι έχει αρκετό χώρο, από τη Γιάγα στην Ιερουσαλήμ θα νοικιάσω ένα μουλάρι ή μια γκαμήλα, όπως θα μου έρθει πιο βολικά … θα σου κάνω τη χάρη με ευχαρίστηση».

     «Και να πεις του Σουμέν –μην το ξεχάσεις! … ότι αυτά είναι, όπως του έγραψα, ό,τι έχει να κάνει, με τα ρούχα που έμειναν από τον πατέρα μας … και …».

     Θα ήθελε ο Αρών να πει κάτι ακόμη, αν δεν άρχιζε να κινείται το καράβι και ν’ αναχωρεί, άφησε το σάκο πλάι στο Γιουσούφ και πήδηξε βιαστικά έξω στον προβλήτα. Το πλοίο ξεκίνησε με φουσκωμένα τα πανιά, και πριν απομακρυνθεί πολύ, άκουσε ο Γιουσούφ άλλη μια φορά τη φωνή του Αρών:

     «Να τα προσέχεις μην κακοπάθουνε!».

     Τη νύχτα φύλαξε καλά ο ταξιδιώτης το σάκο του φίλου του, τον έβαλε μαξιλάρι και, όπως η θάλασσα ήταν ήρεμη, κοιμήθηκε θαυμάσια μέχρι το πρωί, αλλά όλη τη νύχτα ονειρευόταν ότι έτρωγε κάτι αλμυρό—και βέβαια εισέπνεε τον αέρα της θάλασσας.

    Όταν ξύπνησε, ένιωσε μεγάλη όρεξη και πάλι του φάνηκε πως μθρίζει κάτι παστό. Ήπιε ένα καφέ, τράβηξε και πάλι μια πίπα, έδειχνε να υποχωρεί η πείνα και ξάπλωσε πάλι, με το σάκο στο κεφάλι. Για λίγο παρέμεινε έτσι, όμως ξανασηκώθηκε … «Μπρε –είπε από μέσα του—μπρε εγώ έχω ταξιδέψει πάλι στη θάλασσα, αλλά τέτοια μυρουδιά από αρμύρα! … τι να ‘ναι αυτό;».

     Όταν σηκώθηκε και μάζεψε το κιλίμι και το σάκο που τον είχε για μαξιλάρι, ένιωσε τη μωρουδιά πιο δυνατή, πλησιάζει τη μύτη του στο σάκο και καταλαβαίνει ότι από εκεί αναδύεται η μυρουδιά … Λύνει το σπάγγο και τον ανοίγει, οπότε, τι να ιδεί εκεί μέσα; Ο σάκος δεν περιείχε ρούχα, αλλά ήταν γεμάτος μέχρι επάνω, με τροφαντό παστουρμά.

     «Το τέρας, το σατανά τον Αρών …! Για μη μην τολμήσω να δοκιμάσω ένα κομματάκι από τον παστουρμά του, μου είπε ψέματα ότι ο σάκος έχει ρούχα». Και σκεπτόμενος έτσι, ήπιε λίγο νερό. Κατόπιν έσυρε από την τσέπη ένα σουγιαδάκι, έκοψε ένα κομμάτι ψωμί, ενώ μέσα από το σάκο έκοψε ένα κομμάτι παστουρμά, Μετά από το κομμάτι έκοψε πάλι μια φέτα … τη δοκίμασε … Παράξενη γεύση! Ο Γιουσούφ καλόφαγε, και ξαναέδεσε το σάκο, βάζοντάς τον στη θέση του.

     Επειδή και συνάντησαν και αντίθετους ανέμους, κι ακόμη μερικές φορές φουρτούνες, το πλοίο έκανε περίπου ένα μήνα για να καταπλεύσει στη Γιάφα. Όλο αυτόν τον καιρό, ο Γιουσούφ είχε βρει καλή δουλειά. Έλυνε συνέχεια το σάκο κι έτρωγε αλλά πουλούσε κιόλας, μικροποσότητες ή και με το κομμάτι, γιατί του ήταν φόρτος να το ζυγίζει, στους ταξιδιώτες εκείνους που δεν τους έπιανε η θάλασσα και μπορούσαν να τρώνε, και φυσικά, καλό ήταν το εμπόρευμα, καλό και το ταξίδι, έτσι ώστε, σιγά-σιγά μίκραινε το μαξιλάρι του, κι όταν έφτασε στη Γιάφα, στο σάκο δεν είχε μείνει τίποτα άλλο, παρά μόνο εκείνη η όμορφη μυρουδιά. Από τη Γιάφα νοίκιασε και ο Γιουσούφ, όπως οι περισσότεροι ταξιδιώτες, ένα μουλάρι για να πάει μέχρι την Ιερουσαλήμ. Στο δρόμο έτρωγα κι έδιναν ο ένας στον άλλο από τον παστουρμά που είχαν μαζί τους.

     «Ε», έλεγε ο Γιουσούφ, «ο παστουρμάς που είχα εγώ στο καράβι, ο δικός μας, από την Καβάλα, αυτός είναι παστουρμάς! Να, παρακαλώ, μυρίστε κι εσείς να δείτε μονάχα τι ωραίο άρωμα είχε!», (και τους έφερνε το σάκο στη μύτη). «Ατυχία που δεν μου έμεινε ούτε ένα κομματάκι! Να τον βλέπατε μόνο! Μέλι ο άτιμος …! Και τι λίπος …! Εξαιρετικός! Αυτός ήταν παστουρμάς, έτσι λέω εγώ …».

     Πλησιάζοντας στην Ιερουσαλήμ, ο Γιουσούφ σκέφτηκε: «Τι να παραδώσω τώρα στον Σουμέν, τον άδειο σάκο; Ο αδελφός του ο Αρών, λόγω αβλεψίας, λόγω βιασύνης, προφανώς πήρε ένα σάκο με παστουρμά, αντί του σάκου με τα ρούχα ή μπορεί για να μη με προϊδεάσει, να μου είπε ψέματα. Όπως και να ‘χει, εγώ τον έφαγα; Τον έφαγα! Θα του τον πληρώσω τίμια του ανθρώπου, όταν με το καλό, γυρίσω στην Καβάλα, αυτό και τέλος … Δεν πάω το λοιπόν στον Σούμεν!».

     Έτσι ασχολήθηκε με τα δικά του νταραβέρια και τις εμπορικές του δοσοληψίες. Αφού τέλειωσε τις δουλειές του, γύρισε πίσω στη Γιάφα, εκεί ανέβηκε σε άλλο καράβι και ταξίδεψε πίσω στον τόπο του. Στο ταξίδι, έτρωγε από τον παστουρμά άλλων ανθρώπων, αλλά η μυρουδιά μέσα από το σάκο του Αρών τον συγκλόνιζε, και συχνά έλεγε προς τους άλλους ταξιδιώτες: «Έϊ, Παστουρμά, αν θέλετε, να φάτε από τον δικό μας τον καβαλιώτικο -αυτός είναι παστουρμάς! Ειδικά ο παστουρμάς του Αρών, ενός φίλου μου, αυτός είναι καταπληκτικός … να ιδείτε μονάχα τι άρωμα έχει! Τίποτα δεν υπάρχει! Σαν τον δικό μας, τον καβαλιώτικο, παστουρμά!

     Και το βράδι κοιμόταν με το κεφάλι πάνω στο σάκο του Αρών και ονειρευόταν όλη τη νύχτα ότι τρώει παστά, αλλά το πρωί όταν ξυπνούσε μύριζε το μαξιλάρι του και σκεφτόταν:

     «Σαν γυρίσω στην Καβάλα, θα πάω κατευθείαν στον Αρών, για τον παστουρμά, να τον συμβουλέψω, να τον κάνει στρογγυλό και καπνιστό, να τον σιγοψήνει, και να μην τσιγκουνεύεται το αλάτι!».

     Όταν κατέβηκε από το πλοίο στην Καβάλα, σαν να το είχε μελετήσει! Ποιόν είδε πρώτον; Τον φίλο του τον Αρών, σαν να γνώριζε ότι καταφθάνει και τον περίμενε στην προκυμαία με τα μάτια του δεκατέσσερα.

     «Βρε Αρών, γιατί είσαι τσαρλατάνος βρε, και μου είπες ψέματα ότι μες στο σάκο ήταν τα παλιόρουχα του πατέρα σου; Από το φόβο σου μη δοκιμάσω τον παστουρμά σου;».

     Ο Αρών έγινε κατακίτρινος, προς στιγμήν, και μια συγκίνηση τον κατάλαβε και μόλις που ψιθύρισε ξεψυχισμένα:

     «Τί; τί;».

     «Πόσες οκάδες βρε ήτανε μέσα στο σάκο; … διότι πρέπει να σου πω την πάσα αλήθεια, ως άνθρωπος έντιμος όπως με ξέρεις … εγώ … στο ταξίδι … έφαγα όλο τον παστουρμά. Και …».

     Αλλά ο Αρών ξαφνικά ούρλιαξε και δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα που ανέβλυσαν από τα μάτια του, και χτυπούσε με τις γροθιές του το κεφάλι του, ξεριζώνοντας τα γένια και τα μουστάκια του, παραμιλούσε, σαν κάποιον που ποιος ξέρει τι σκληρή ατυχία τον βρήκε.

     «Τι ουρλιάζεις βρε έτσι και φέρνεις αυτή την αντάρα, βρε βόϊδι; Πόσες οκάδες ήταν, εγώ είμαι επιχειρηματίας σωστός, δεν το αρνούμαι: θα σ’ εξοφλήσω μέχρι και την τελευταία δεκάρα»

     Έτσι! Ο εβραίος πέφτει κάτω, σέρνεται, χτυπάει το κεφάλι του στο χώμα, ουρλιάζοντας τόσο δυνατά, σαν κάποιον που έχει χάσει τα μυαλά του.

     «Εντάξει βρε, θα σε πληρώσω, δεν ακούς;».

     Σηκώνεται ο εβραίος από χάμω, μες στα χώματα κι αρπάζει τον Γιουσούφ από το στήθος, και μια και δυο μαζί του, στον Καδή, στο δικαστήριο!

     Ο Καδής κάνει έρευνα για το πως έγιναν τα πράγματα.

     Ο Γιουσούφ ομολόγησε πως έγιναν τα πράγματα: ότι αυτός, κατ’ αρχάς, πίστευε ότι μετέφερε ρούχα κι ότι, στη συνέχεια, από τη μυρουδιά ανακάλυψε την απάτη και βρήκε μέσα στο σάκο τον πρόβειο παστουρμά και, άνθρωπος είναι, σ’ ένα μεγάλο ταξίδι, υπέκυψε στην αδυναμία του και τον … έφαγε, αλλά αυτός καθώς είναι έντιμος έμπορος, δεν το αρνείται και προτίθεται να πληρώσει μέχρι τελευταίας δεκάρας.

     Κατή την διαδικασία ο Αρών θρηνούσε, προσπαθώντας νε ξεριζώσει τα γένια του:

     «Εντάξει βρε, λέει ο Καδής, αν ο άνθρωπος δεν αρνείται την υποχρέωσή του, να σε αποπληρώσει εντίμως μέχρι δεκάρας γιατί δεν κλείνεις το στόμα σου; … ε;».

     «Να πληρώσει;». Ουρλιάζει ο εβραίος … «να πληρώσει; Τι να μου πληρώσει; Τον πατέρα μου; Μπορεί να μου πληρώσει τον πατέρα μου;

     «Ποιόν πατέρα σου βρε;» ρωτάει ο Γιουσούφ.

     «Τον πατέρα μου!».

     «Ποιόν πατέρα σου βρε;» ρωτάει κι ο Καδής.

     «Τον πατέρα μου, τον Λέμπα Γκρόσου, που πέθανε … κι ο Γιουσούφ τον έφαγε».

     «Ποιόν έφαγα βρε;».

     «Τον πατέρα μου».

     «Πότε βρε, τον έφαγα εγώ τον πατέρα σου;».

     «Όταν ταξίδευες με το καράβι …».

     «Συνταξίδευε ο πατέρας σου μαζί μου στο καράβι;».

     «Ναι!»

     «Και τον έφαγα; … εγώ».

     «Εσύ! Εσύ!».

     «Καδή εφέντη μ’ … λέει ο Γιουσούφ δεν το βλέπεις ότι είναι τρελός ο εβραίος;».

     «Δεν είμαι τρελός εγώ!» ξεσπά ο Αρών, «εσύ είσαι τρελός γιατί έφαγες τον πατέρα!».

     «Ρε για επανέλαβε: Ποιόν πατέρα;» .

     «Τον πατέρα μου, τον Λέμπα Γκρόσου, που πέθανε! Δεν σας το ‘πα;».

     «Άκου τι λέει τώρα εφέντη!». Είπε ο Γιουσούφ.

     «Βλαμμένοι βγάλτε το σκασμό», ούρλιαξε ο Καδής … «Σκάστε γιατί δεν καταλαβαίνω τίποτες …! Καλά, εσύ δεν είπες ότι πέθανε ο πατέρας σου;».

     «Πέθανε!».

     «Καλώς, αφού πέθανε πως είναι δυνατόν να κυκλοφορεί στο καράβι, βρε;».

     «Κυκλοφορούσε!».

     «Αφού πέθανε;».

     «Ναι αφού».»

     «Πως, βρέ;».

     «Ο πατέρας πριν πεθάνει με όρκισε να τον στείλω να τον θάψουν στα άγια χώματα της Ιερουσαλήμ, γιατί εκεί ήθελε να λιώσει το κορμάκι του … κι εγώ σκάφτηκα ότι τα κόκκαλα δεν λιώνουν, έτσι τα έθαψα εδώ και το κρέας του το έκανα παστουρμά …».

     Ο Γιουσούφ χλόμιασε με μιας και άρχισε να κρατάει με τα χέρια του την κοιλιά του, … και -ενώ ο Αρών συνέχισε κλαψουρίζοντας- «σκέφτηκα γιατί να μην κάνω οικονομία στη μεταφορά; Έβαλα τον παστουρμά σ’ ένα σάκο … και του τον έδωσα να τον μεταφέρει στην Ιερουσαλήμ, στον αδελφό μου τον Σούμεν, να τον θάψει εκεί, αυτός ήξερε … Και τούτος εδώ έφαγε τον πατέρα στο ταξίδι …! Τι να κάνω τώρα;».

     Όταν τα άκουσε όλα αυτά ο Γιουσούφ γύρισαν τα άντερά του ανάποδα, άρχισε κι αυτός να χτυπιέται στο κεφάλι και στο στήθος και να θρηνεί:

     «Με μόλυνε ο εβραίος, Καδή εφέντη μ! Αμάν τι έπαθα! Μολύνθηκα! Τι να κάνω ο δόλιος τώρα;».

     «Εσύ γιατί το έφαγες;», κραύγαζε ο Αρών.

     «Ρε εσύ δεν μου είπες πως είναι ρούχα;».

     «Κι εσύ θεώρησες ότι έπρεπε να τα φας τα ρούχα;».

     «Γιατί δεν μου είπες αλήθεια ότι είναι ο πατέρας σου;».

     Και συνέχιζαν Ο εβραίος ωχ και ο τούρκος αμάν! Ο Καδής αφού τους άκουσε σε όλα είπε:

     «Βρε, επί τριάντα χρόνια δίκασα κόσμο και κοσμάκη στην Καβάλα, τόσες και τόσες υποθέσεις αλλά κάτι τόσο τρελό και τόσο παράξενο δεν μου έχει τύχει ξανά … Αυτό … έχετε υπομονή αποσύρομαι γιατί πρέπει να κάνω βαθιές σκέψεις …!». Και όταν επανήλθε μετά την απόσυρσή του κι ενώ είχε σκεφτεί βαθιά, αποφάσισε ότι:

     Ο τούρκος θα πληρώσει του εβραίου, στην τρέχουσα τιμή, είκοσι οκάδες παστουρμά πρώτης ποιότητας, σε αντικατάσταση του παστουρμά που καταβρόχθισε , ενώ ο εβραίος θα πληρώσει του τούρκου είκοσι λίρες, γιατί τον κορόιδεψε δίνοντάς ένα σάκο με ρούχα, μέσα στον οποίο δεν υπήρχαν ρούχα, αλλά παστουρμάς, και όχι παστουρμάς αληθινός, πρόβειος, αλλά παστουρμάς ανθρώπινος.

     Κι ύστερα μετά από μια συνοπτική και σοφή ομιλία, τους πέταξε και τους δυο έξω.

 

 

 

 

________________

Μετάφραση από τα ρουμανικά Δημήτρης Κανελλόπουλος. Δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος Νο 23-24 του λογοτεχνικού περιοδικού Οροπέδιο.     


Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2021

Σωτήρης Δημητρίου: Ουρανός απ’ άλλους τόπους

 


                           


 

     Ο Σωτήρης Δημητρίου πράγματι χρειάστηκε πολύ χαρτί πολύ «ουρανό απ’ άλλους τόπους», όπως το λέει η Αλέξω η εκατόχρονη ηρωίδα τού βιβλίου, μήπως μπορέσει και χωρέσει την εσωτερικού μονολόγου αφήγησή της, την Αφολοή όπως τη λέει, για τα μύρια όσα βάσανα και ταλαιπώριες πέρασε στην άχαρη ζωή της μέσα στην πέτρα τής Μουργκάνας. Που το καλοκαίρι πύρωνε σαν τη θράκα και το χειμώνα με τους πάγους και τα χιόνια γλίστραγε του σκοτωμού. Δίπλα στη συνορογραμμή με τα κακοτράχαλα γιδόστρατα περάσματα από όπου μπαινόβγαιναν οι γυναίκες ζαλωμένες με διάφορες πραμάτειες, μέχρι και αλάτι μια φορά, για να αποφύγουν το «φόρο» όπως έλεγαν τον κανονικό δρόμο με το τελωνείο. Από ένα τέτοιο γιδόστρατο πέρασαν δίπλα και οι τελευταίοι αντάρτες μόνο που άφησαν πίσω τα πτώματα μιας ομάδας γυναικών που από φόβο είχανε πάει παρέα για ξύλα και αναμεσά τους η μάνα της Αλέξως που την πενθεί την μνημονεύει και καταριέται σε όλη την αφολοή της. Πτώματα δεν βρέθηκαν μετά και όταν κάποιοι σκαρφάλωσαν με τα χίλια ζόρια στο δύσβατο μέρος βρέθηκαν μπροστά σε σκόρπια κόκκαλα και πιασμένα απ’ τα πουρνάρια κουρέλια ρούχων. Τα ζούδια και τα όρνια είχανε κάνει τη δουλειά τους.

Μίλησα από την αρχή για το βαρύ θέμα του βιβλίου γιατί βιάζομαι να περάσω στα άλλα που είναι τόσο πολλά και επίσης καλογραμμένα με αποτέλεσμα ένα μήνα μετά την ανάγνωση να το κουβαλάω μέσα μου με μεγαλύτερη ενάργεια. Η φράση κλισέ «τοιχογραφία μιας εποχής» είναι πολύ φτωχή να αποδώσει το μεγαλείο του. Τέτοιο βιβλίο δεν ξαναγράφτηκε στην ελληνική γραμματεία. Και δεν είναι μόνο η γνωστή συγγραφική ικανότητα του Δημητρίου, γνωστή από τα προηγούμενα έργα του, εδώ έχουμε ολόκληρη τη ζωή μιας περιοχής και μιας εποχής να βγαίνει στο προσκήνιο με όλες της τις εκφάνσεις, ζωντανή και διαυγής, με έναν μοναδικό τρόπο που είναι σαν να γράφτηκε από τους ίδιους τους ανθρώπους της γιατί το έργο εξολοκλήρου είναι γραμμένο στο τοπικό ιδίωμα και μάλιστα με έναν τρόπο ασύλληπτο σαν μαγικό καθώς γίνεται κατανοητό από όλους και χωρίς γλωσσάρι μάλιστα. Έχουν γραφτεί σημαντικά έργα σε τοπικά ιδιώματα αλλά με μονοσήμαντη θεματολογία.

Εδώ ο συγγραφέας τα πιάνει όλα. Όλος ο κοχλασμός της ζωής περνάει από τις σελίδες του. Τι πανηγύρια, τι ξενιτειά, τι γάμοι και ‘πιστρόφια τι πανέμορφα κηπάκια σε δυο χούφτες χώμα, τι γνεσίματα σκουτιά και αργαλειοί, τι πολέμοι και αντάρτικα, τι φουρνίσματα πίτες και γλυκά τι το ένα τι το άλλο, γεγονότα και καταστάσεις που σε αρπάζουν από το λαιμό και δεν σε αφήνουν να χαλαρώσεις. Ένα βιβλίο ογκώδες, κάτι το πρωτοφανές για το συγγραφέα με τις εκδοθείσες μέχρι τώρα «φέτες» του, να μην μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου και να στενοχωριέσαι όταν τελειώνει. Τι να πω και για τα άπειρα τραγουδάκια που παρεμβάλλονται σε όλα τα γεγονότα, θλιβερά και χαρούμενα. Να δείτε που ο Πατάκης μπορεί και να βγάλει ξεχωριστή έκδοση μόνο με τα τραγούδια του βιβλίου.

Και για να μη σας κουράζω, πιστεύω πως το βιβλίο θα «γράψει» για τα λογοτεχνικά πράγματα της χώρας και θα μείνει ως σταθμός και σημείο αναφοράς των γραμμάτων μας, γιατί το αξίζει.

Εύχομαι ούριο άνεμο!


Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2021

Ο ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΠΟΥΣΚΙΝ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

 


     Ο Αλεξάντρ Πούσκιν (1799-1837) δεν … κοίταξε καθόλου τη δουλειά του! Αλλά ούτε και τη ζωή του που τη θυσίασε στα 38 του χρόνια, για την τιμή της πολυέξοδης και άστατης συζύγου του, μονομαχώντας με έναν πολύ έμπειρο περί τα όπλα αντίπαλο. Ευγενής στην καταγωγή και προικισμένος με μια σπάνια λογοτεχνική φλέβα εκτός από ένα μεγάλο για το σύντομο βίο του, έργο που άφησε, υπηρέτησε με πάθος τα απελευθερωτικά κινήματα των αρχών του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα αυτό της Ελλάδας που το υποστήριξε με ζέση και χρήματα. Δεν δίστασε μάλιστα να καταχερίσει τους Φιλικούς για αναβλητικότητα και καθυστερήσεις ή να εκφράσει τη διαφωνία του για την επιλογή του Αλέξανδρου Υψηλάντη ως επικεφαλής των εξεγερμένων. Θεωρείται ως ο πατέρας των ρωσικών γραμμάτων για τον οποίο ο Μαξίμ Γκόρκι έλεγε: «για μας τους Ρώσους ο Πούσκιν είναι η αρχή κάθε αρχής» και εκτός των μεγάλων του έργων «Μπόρις Γκοντούνοφ» και «Ευγένιος Ονέγκιν» έγραψε και μερικά καταπληκτικά διηγήματα ένα εκ των οποίων σχετίζεται άμεσα με την ελληνική επανάσταση και το οποίο το πληκτρολόγησα για να σας το παραθέσω:

 

Κιρτζαλή

 

     Ο Κιρτζαλή ήταν βούλγαρος στην καταγωγή. Κιρτζαλή στην τουρκική γλώσσα σημαίνει παλικάρι, γενναίος. Το πραγματικό του όνομα δεν το γνωρίζω.

     Ο Κιρτζαλή με τις ληστείες του τρομοκρατούσε όλη τη Μολδαβία. Για να δώσω μια ιδέα γι αυτόν, θα διηγηθώ ένα από τα κατορθώματά του. Κάποια νύχτα αυτός και ο αρναούτης (αρβανίτης παλικαράς) Μιχαηλάκη χτύπησαν μαζί ένα βουλγάρικο χωριό. Έβαλαν φωτιά από τη μια και την άλλη άκρη και άρχισαν να περνάνε από κονάκι σε κονάκι. Ο Κιρτζαλή έσφαζε και ο Μιχαηλάκη κουβαλούσε λάφυρα. Και οι δυο τους φώναζαν: «Κιρτζαλή! Κιρτζαλή!». Όλο το χωριό σκόρπισε στα κατσάβραχα.

     Τότε που ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κήρυξε την εξέγερση και άρχισε να μαζεύει στρατό, ο Κιρτζαλή του παρουσίασε πολλούς από τους παλιούς συντρόφους του. Δεν ήξεραν καλά-καλά τους σκοπούς της Φιλικής εταιρίας, μα ο πόλεμος τους φάνηκε σα μια ευκαιρία να πλουτίσουν εις βάρος των τούρκων, ίσως και των μολδαβών, -- κι αυτό τους φαινόταν σίγουρο.

     Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης είχε προσωπική παλικαριά, μα δεν είχε τ’ απαιτούμενα προσόντα για να παίξει το ρόλο που είχε αναλάβει με τόση φλόγα και τόση αποκοτιά. Δεν ήξερε να επιβάλει πειθαρχία στους άντρες που υποχρεώθηκε να διοικήσει. Δεν του είχαν ούτε σεβασμό ούτε εμπιστοσύνη. Ύστερα από την ήττα του Ιερού Λόχου στο Δραγατσάνι όπου χάθηκε το άνθος της ελληνικής νεολαίας ο Γιωργάκης Ολύμπιος τον συμβούλεψε ν’ αποσυρθεί και πήρε αυτός ο ίδιος τη θέση του. Ο Υψηλάντης έφυγε στ’ αυστριακά σύνορα και από κει αναθεμάτισε τους άντρες του χαρακτηρίζοντάς τους απείθαρχους δειλούς και φαύλους. Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς τους δειλούς και τους φαύλους χάθηκαν πίσω από τα τείχη της μονής Σέκου ή στις όχθες του Προύθου σε μια άμυνα χωρίς ελπίδα ενάντια σε δεκαπλάσιο εχθρό.

     Ο Κιρτζαλή βρισκόταν στο σώμα του Γεώργιου Καντακουζηνού που γι αυτόν μπορούμε να επαναλάβουμε τα ίδια που είπαμε για τον Υψηλάντη. Την παραμονή της μάχης στο Σκουλένι ο Καντακουζηνός ζήτησε από τη ρωσική διοίκηση να μπει στην καραντίνα μας (ρωσική επικράτεια). Το σώμα έμεινε χωρίς αρχηγό μα ο Κιρτζαλή, ο Σοφιανός, ο Κοντογώνης κι άλλοι δεν είχαν καμιά ανάγκη από αρχηγό.

     Φαίνεται πως κανείς δεν έχει περιγράψει τη μάχη στο Σκουλένι σ’ όλη της τη συγκινητική πραγματικότητα. Φανταστείτε εφτακόσιους άντρες αρναούτηδες, αλβανούς, έλληνες, βούλγαρους και κάθε καρυδιάς καρύδι, χωρίς ιδέα από πολεμική τέχνη και σε υποχώρηση μπροστά σε δεκαπέντε χιλιάδες τούρκους καβαλάρηδες. Το σώμα αυτό συμπιέστηκε στην όχθη του Προύθου με δυο μικρά κανόνια που είχαν βρεθεί στο Ιάσιο, στην αυλή του Οσποδάρου (του Οθωμανού αξιωματούχου) και που με αυτά έριχναν στις ονομαστικές εορτές. Οι τούρκοι θα ήταν ευχαριστημένοι να ντουφεκάνε, μα δεν μπορούσαν χωρίς την άδεια της ρωσικής διοίκησης: οι σφαίρες σίγουρα θα έφταναν στη δική μας όχθη. Ο διοικητής της καραντίνας, σαράντα χρόνια στο στρατό, δεν έχει ποτέ του ακούσει σφαίρα να σφυρίζει, μα εδώ ο θεός του έδωσε την ευκαιρία ν’ ακούσει. Σφύριζαν κάμποσες κοντά στ’ αφτιά του. Το γεροντάκι θύμωσε και κατσάδιασε γι  αυτό τον ταγματάρχη Οχότσκη του πεζικού συντάγματος που βρισκόταν κοντά στην καραντίνα. Ο ταγματάρχης, μη ξέροντας τι να κάνει, έτρεξε στο ποτάμι όπου φοβέρισε με το δάχτυλο τους τούρκους καβαλάρηδες μιας ομάδας αναγνώρισης στην άλλη όχθη του ποταμού. Οι καβαλάρηδες τον είδαν, πισωγύρισαν με καλπασμό παρασύροντας ολόκληρο το τούρκικο απόσπασμα.

     Την άλλη μέρα ωστόσο οι τούρκοι χτύπησαν τους επαναστάτες. Δεν τολμούσαν να χρησιμοποιήσουν ούτε σφαίρες, ούτε οβίδες, και γι αυτό είχαν αποφασίσει, παρά τη συνήθειά τους, να δράσουν με τα γιαταγάνια τους. Η μάχη ήταν σκληρή, τα γιαταγάνια θέριζαν. Οι τούρκοι χρησιμοποιούσαν και λόγχες για πρώτη φορά, οι λόγχες αυτές ήταν ρωσικές γιατί στις τάξεις  των τούρκων πολεμούσαν και Νεκρασόφτσκι (μέλη θρησκευτικής οργάνωσης διωγμένοι από τον τσάρο). Οι επαναστάτες μπορούσαν με την άδεια του τσάρου μας να περάσουν τον Προύθο και να καταφύγουν στην καραντίνα μας. Άρχισαν να διαπεραιώνονται. Ο Κοντογόνης και ο Σοφιανός έμειναν τελευταίοι στην τούρκικη όχθη. Ο Κιρτζαλή λαβωμένος την παραμονή βρισκόταν κιόλας στη ρωσική καραντίνα. Ο Σοφιανός σκοτώθηκε. Ο Κοντογόνης, ένας πολύ παχύς άνθρωπος, λαβώθηκε με λόγχη στην κοιλιά. Με το ένα χέρι σήκωσε ψηλά το γιαταγάνι του με το άλλο έπιασε την εχθρική λόγχη, την έχωσε πιο βαθιά στην κοιλιά του και έτσι μπόρεσε με το γιαταγάνι του να φτάσει και να χτυπήσει το φονιά του, και σωριάστηκαν κάτω μαζί.

     Όλα είχαν τελειώσει. Οι Τούρκοι έμειναν νικητές. Η Μολδαβία καθαρίστηκε. Εξακόσιοι περίπου αρναούτηδες σκόρπισαν στη Βεσαραβία, δεν ήξεραν τι να κάνουν για να επιζήσουν, ωστόσο ήταν ευχαριστημένοι από τη Ρωσία που τους προστάτεψε. Δεν έκαναν καμιά δουλειά, αλλά και η διασκέδαση-διασκέδαση. Μπορούσε να τους βλέπει κανείς στα καφενεία της μισοτούρκικης Βεσαραβίας, με τις μακριές τσιμπούκες στο στόμα, να πίνουν τον τούρκικο καφέ τους σε μικρά φλιτζάνια. Οι κοντές βέστες με τα σιρίτια και τα κόκκινα μυτερά τσαρούχια είχαν αρχίσει να λιώνουν, μα το κόκκινο φέσι με τη φούντα ήτανε πάντα φορεμένο στραβά, και τα γιαταγάνια και οι κουμπούρες ξέβγαιναν από τα πλατιά ζουνάρια. Κανένας τους δεν παραπονιόταν. Κανενός δεν πήγαινε το μυαλό πως οι ήσυχοι αυτοί φουκαράδες ήταν οι πασίγνωστοι κλέφτες της Μολδαβίας, οι σύντροφοι του τρομερού Κιρτζαλή και πως αυτός ο ίδιος ήταν ανάμεσά τους.

     Ο τούρκος πασάς που είχε έδρα στο Ιάσιο τα ήξερε αυτά και με διαπραγματεύσεις ζήτησε από τη ρωσική διοίκηση την παράδοσή του.

     Η αστυνομία άρχισε να τον αναζητεί. Μαθεύτηκε πως ο Κιρτζαλή βρισκόταν πραγματικά στο Κισινόφ. Τον έπιασαν στο σπίτι ενός φευγάτου από το μοναστήρι του καλόγερου, ένα βράδι την ώρα που έτρωγε στα σκοτεινά με εφτά συντρόφους του. Ύστερα από στενή παρακολούθηση δεν μπόρεσε να κρύψει την αλήθεια και ομολόγησε πως αυτός είναι ο Κιρτζαλή. «Μα πρόσθεσε, από τη μέρα που πέρασα τον Προύθο δεν πείραξα ούτε μια τρίχα από ξένο βιός, δεν πρόσβαλα ούτε και τον τελευταίο τσιγγάνο. Για τους τούρκους για τους μολδαβούς, για τους βλάχους, εγώ είμαι βέβαια ένας ληστής μα για τους ρώσους είμαι φιλοξενούμενός τους. Τότε που ο Σοφιανός μόλις ξόδεψε όλα τα μπαρουτόβολα, ήρθε σε μας στην καραντίνα και, για να φτιάξει τα τελευταία βόλια, πήρε από τους λαβωμένους κουμπιά, αλυσιδίτσες και τις λαβές από τα γιαταγάνια, ενώ του έδωσα είκοσι μπεσλίκια και έμεινα πανί με πανί. Μάρτυς μου ο θεός –εγώ ο Κιρτζαλή ζούσα με ελεημοσύνες! Για πιο λόγο τώρα οι ρώσοι με παραδίδουν στους εχθρούς μου;».

     Και ο Κιρτζαλή σώπασε»: περίμενε ν’ αποφασίσουν για την τύχη του.

     Δεν περίμενε πολύ. Η διοίκηση που δεν ήταν υποχρεωμένη να κρίνει τους ληστές από τη ρομαντική δική τους άποψη και πιστεύοντας πως η τουρκική αξίωση είναι βάσιμη έδωσε εντολή να μεταφέρουν τον Κιρτζαλή στο Ιάσιο.

     Ένας άνθρωπος με μυαλό και καρδιά, άγνωστος τότε νεαρός υπάλληλος μα σε σπουδαία σήμερα θέση μου έκανε μια ζωντανή περιγραφή της αναχώρησης του Κιρτζαλή.

     Μπροστά στην πόρτα της φυλακής περίμενε μια ταχυδρομική καρότσα μία από τις τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη του 1821. Εβραίοι χασομέρηδες, σέρνοντας τις παντόφλες τους, αρναούτηδες με τα γραφικά κουρέλια τους, λυγερές μολδαβές με τα μαυρομάτικα παιδάκια τους στην αγκαλιά έζωσαν την καρότσα. Οι άντρες παρακολουθούσαν αμίλητοι, οι γυναίκες περίμεναν λες κάτι, σαν καθισμένες στα κάρβουνα.

     Η πόρτα άνοιξε και βγήκαν στο δρόμο δυο τρεις αξιωματικοί της αστυνομίας, πίσω τους δυο στρατιώτες έβγαλαν αλυσοδεμένο τον Κιρτζαλή.

     Φαινόταν τριαντάρης. Τα χαρακτηριστικά στο μελαψό πρόσωπό του ήταν κανονικά και αυστηρά. Ήταν υψηλόσωμος με φαρδιές πλάτες και γενικά όλα του έδειχναν άνθρωπο με ασυνήθιστη σωματικά δύναμη. Ένα πολύχρωμο τουρμπάνι, φορεμένο στραβά, σκέπαζε το κεφάλι του. Μια πλατιά ζώνη έσφιγγε τη λεπτή μέση του. Ένας ντουλαμάς από μπλε χοντρή τσόχα, μια πουκαμίσα(φουστανέλα) με φαρδιές σούρες ως τα γόνατα, και όμορφα τσαρούχια συμπλήρωναν τη φορεσιά του. Το ύφος του ήταν αγέρωχο και ήρεμο.

     Ένας από τους υπαλλήλους της φυλακής –ροδοκόκκινο γεροντάκι με ξεθωριασμένη στολή όπου κρεμόντουσαν τρία κουμπιά, τσίμπησε με τα κασιτέρενα ματογυάλια του ένα κατακόκκινο καρούμπαλο που του χρησίμευε για μύτη, ξεδίπλωσε ένα χαρτί, και, μιλώντας με τη μύτη, άρχισε να διαβάζει –ήταν γραμμένο στα μολδαβικά. Πότε-πότε κοίταζε αγέρωχα το δεμένο Κιρτζαλή –ήταν φανερό πως αυτόν αφορούσε το χαρτί. Ο Κιρτζαλή τον άκουγε με προσοχή. Ο υπάλληλος τελείωσε το διάβασμα, δίπλωσε το χαρτί, πρόγγηξε τον κόσμο να μεριάσει για να περάσει η καρότσα που είχε προστάξει να πλησιάσει. Τότε ο Κιρτζαλή γύρισε και του είπε δυο λόγια στα μολδαβικά, η φωνή του έτρεμε, το πρόσωπό του άλλαξε, άρχισε να κλαίει και έπεσε στα πόδια του αστυνομικού υπαλλήλου. Οι αλυσίδες του βρόντηξαν. Ο υπάλληλος τρόμαξε και έκανε απότομα ένα βήμα πίσω. Οι στρατιώτες δοκίμασαν να σηκώσουν τον Κιρτζαλή μα κείνος σηκώθηκε μόνος του, μάζεψε τις αλυσίδες του, τράβηξε για την καρότσα και φώναξε: «Χάιντα!»(Εμπρός!). Ένας χωροφύλακας κάθισε δίπλα του, ο μπλδαβός αμαξάς έτριξε στον αέρα το καμουτσί και η καρότσα ξεκίνησε.

     --Τι σας είπε ο Κιρτζαλή ρώτησε ο νεαρός υπάλληλος τον αστυνομικό.

     --Μου ζήτησε, άκου, απάντησε γελώντας ο αστυνομικός, να φροντίσω για τη γυναίκα του και το παιδάκι τους που μένουν σ’ ένα βουλγάρικο χωριό, κοντά στο Κίλια. Φοβάται να μην πάθουν τίποτα κι αυτοί εξαιτίας του. Χαμένος κόσμος.

     Η αφήγηση του νεαρού υπαλλήλου με κατασυγκίνησε. Λυπήθηκα πολύ τον Κιρτζαλή. Πολύ καιρό δεν έμαθα τίποτα για την τύχη του. Πολλά χρόνια αργότερα συνάντησα το νεαρό υπάλληλο. Μιλήσαμε για τα περασμένα.

     --Τι έγινε ο φίλος σας ο Κιρτζαλή; ρώτησα εγώ. Ξέρετε τι απόγινε;

     --Πως δεν ξέρω, απάντησε, και μου διηγήθηκε τα παρακάτω:

     Μετέφεραν τον Κιρτζαλή στο Ιάσιο και τον παρουσίασαν στον πασά που τον καταδίκασε σε θάνατο με σουβλισμό. Η εκτέλεση της ποινής αναβλήθηκε έως κάποια εορτάσιμη μέρα. Ως τότε τον έκλεισαν στη φυλακή.

     Το φυλακισμένο τον φύλαγαν εφτά τούρκοι (απλοϊκοί άνθρωποι και κατά βάθος ληστές κι αυτοί σαν τον Κιρτζαλή). Τον σεβόντουσαν και δεν χόρταιναν ν’ ακούν τις ιστορίες του, όπως κάνουν όλοι στην Ανατολή.

     Φρουροί και φυλακισμένος συνδέθηκαν στενά. Μια μέρα ο Κιρτζαλή τους είπε:

     --Αδέρφια! Η ώρα μου πλησιάζει. Κανείς δε γλυτώνει από τη μοίρα του. Γρήγορα θα χωριστούμε. Ήθελα να σας αφήσω κάτι για ενθύμιο.

     Οι τούρκοι τέντωσαν τ’ αφτιά τους.

     Αδέρφια, συνέχισε ο Κιρτζαλή, εδώ και τρία χρόνια που έκανα τις ληστείες παρέα με το συχωρεμένο το Μιχαηλάκη χώσαμε και οι δυο σ’ ένα χωράφι όχι μακριά από το Γιάσι(Ιάσιο) μια χύτρα γεμάτη χαλμπίκες (τούρκικα νομίσματα). Όπως καταλαβαίνετε, ούτ’ εγώ, ούτε κείνος μπορούμε να πάρουμε το θησαυρό. Λοιπόν, να τον πάρετε σεις για λογαριασμό σας και να τον μοιράσετε σαν καλοί φίλοι.

     Οι τούρκοι –μόνο που δεν τρελάθηκαν. Άρχισαν να συζητάνε για τον τρόπο που θα μπορούσαν να βρούν το μυστικό λάκο με τη χύτρα. Σκέφτηκαν διάφορους τρόπους και κατέληξαν να τους πάει ο ίδιος ο Κιρτζαλή εκεί.

     Νύχτωσε. Οι τούρκοι έβγαλαν τα σίδερα από τα πόδια του φυλακισμένου, του έδεσαν τα χέρια μ’ ένα σκοινί και ξεκίνησαν όλοι μαζί για το χωράφι με το μυστικό λάκο.

     Ο Κιρτζαλή ήταν οδηγός. Βάδιζαν προς την ίδια κατεύθυνση, από το ένα ύψωμα στο άλλο. Περπατούσαν πολύ ώρα. Ο Κιρτζαλή, τέλος, στάθηκε κοντά σε μια μεγάλη κοτρώνα, μέτρησε από κει είκοσι βήματα προς τα νότια, χτύπησε το πόδι του κάτω και είπε: Εδώ.

     Οι τούρκοι ετοιμάστηκαν για να ψάξουν. Οι τέσσερις τράβηξαν τα γιαταγάνια τους και άρχισαν να σκάβουν τη γη. Τρεις έμειναν να φυλάνε τον κρατούμενο. Ο Κιρτζαλή κάθισε πάνω στην πέτρα και κοίταζε κείνους που δούλευαν.

     Λοιπόν πως πάμε; τελειώνετε; Ρώτησε. Τι βρήκατε;

     Όχι ακόμη, απαντούσαν οι τούρκοι, και δούλευαν έτσι που ο ιδρώτας τους κυλούσε ποτάμι στα κορμιά τους.

     Ο Κιρτζαλή άρχισε να δείχνει πως χάνει την υπομονή του.

     Βρε κάτι άντρες, έλεγε. Δεν καταλαβαίνουν ούτε τη γης να σκάψουν. Για μένα η δουλειά είναι δυο λεφτά υπόθεση. Παιδιά! Λύστε μου τα χέρια και δώστε μου ένα γιαταγάνι.

     Οι τούρκοι έπεσαν σε σκέψη και άρχισαν να το συζητάνε.

     --Ε λοιπόν (αποφάσισαν), ας του λύσουμε τα χέρια κι ας του δώσουμε ένα γιαταγάνι. Τι έχουμε να χάσουμε; Είναι ένας και είμαστε εφτά. Και οι τούρκοι του έλυσαν τα χέρια και του έδωσαν ένα γιαταγάνι.

     Ο Κιρτζαλή ήταν επιτέλους ελεύθερος και οπλισμένος. Τι θα μπορούσε να αισθάνεται! …Άρχισε να σκάβει σβέλτα, οι φύλακές του τον βοηθούσαν … Ξαφνικά χώνει το γιαταγάνι του στο στήθος ενός, το αφήνει εκεί μπηγμένο, και τραβάει από τη ζώνη του τις δυο κουμπούρες του.

     Οι υπόλοιποι, βλέποντας τον Κιρτζαλή οπλισμένο με δυο κουμπούρες, σκόρπισαν.

     Ο Κιρτζαλή σήμερα αλωνίζει σα ληστής την περιφέρεια στο Ιάσιο. Πριν λίγο καιρό έγραψε στον Οσποδάρο ζητώντας του πέντε χιλιάδες λέι και φοβερίζοντας πως, αν δεν γίνει δεχτή η απαίτησή του, θα βάλει φωτιά στο Ιάσιο και θα φτάσει στον ίδιο τον Οσποδάρο. Τι νάκαναν –του μέτρησαν τις πέντε χιλιάδες λέι.

     Τι άνθρωπος αυτός ο Κιρτζαλή!   

 

 

  Αλεξάντρ Πούσκιν: Διηγήματα. Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος 1979. Μετάφραση Αντρέας Σαραντόπουλος  


Κυριακή, 23 Μαΐου 2021

ΕΝΑ ΧΙΛΙΟΤΡΑΓΟΥΔΗΜΕΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ

 

 

     Την μουσική του την έδωσε ο Μίκης Θεοδωράκης τον Νοέμβριο του 1958 από το Παρίσι που ζούσε για την ταινία του Μάικλ Πάουελ «Μήνας του μέλιτος» (Honeymoon). Και δεν λέω έγραψε αλλά έδωσε γιατί όπως έχω ακούσει από τον ίδιο τον μουσικοσυνθέτη μας σε μία από αυτές τις χειμαρρώδεις και συναρπαστικές αφηγήσεις με στιγμιότυπα της ζωής του, το μουσικό αυτό θέμα αποτελούσε μέρος ενός νεανικού συμφωνικού έργου του και ότι για την κίνησή του αυτή εξέφρασε έντονη διαφωνία η σύζυγός του Μυρτώ.

     Το κομμάτι έγινε γνωστό λίγο αργότερα στην Ελλάδα με τον τίτλο: «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου» σε στίχους του Βασίλη Καρδή – ψευδώνυμο του Νίκου Γκάτσου—και πρώτη ερμηνεύτρια τη Γιοβάννα. Διεθνώς έγινε πολύ γνωστό ως «Honeymoon song», σε στίχους του Γουίλιαμ Σάνσομ με την ερμηνεία του Μαρίνο Μαρίνι και του κουαρτέτο του.

     Αυτή την ερμηνεία άκουσαν οι Τζον Λένον και Πολ Μακ Κάρτνεϊ των Beatles και αποφάσισαν να το ξαναηχογραφήσουν, στις 16 Ιουλίου 1963, για την εκπομπή Pop Go the Beatles που ετοίμαζαν τότε για το BBC. Η ερμηνεία τους αυτή αγνοείτο για χρόνια και κάπου προς τα τέλη του ’80 βρέθηκε στις αποθήκες του σταθμού σε μια ξεχασμένη μαγνητοταινία. Με αφορμή την ερμηνεία τους αυτή έκαναν τότε τα Σκαθάρια την πρώτη τους γνωριμία με τα ελληνικά νησιά από όπου και η φωτογραφία.

     Το «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου» αριθμεί περίπου 40 διαφορετικές ερμηνείες διεθνώς, κάτι που δηλώνει φυσικά το πόσο αγαπήθηκε τόσο από το Ελληνικό όσο και το διεθνές κοινό.

     Προσωπικά από τις πάμπολλες ελληνικές εκτελέσεις εγώ στέκομαι σε αυτήν της Ελένης Δήμου με δεύτερη φωνή του Γιώργου Νταλάρα.

                        Οι στίχοι:

Στην αγκαλιά μου κι απόψε σαν άστρο κοιμήσου

δεν απομένει στον κόσμο ελπίδα καμιά

τώρα που η νύχτα κεντά με φιλιά το κορμί σου

μέτρα τον πόνο κι άσε με μόνο στην ερημιά

                    

Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου

σε περιμένω να ’ρθεις

μ’ ένα τραγούδι του δρόμου να ρθεις όνειρό μου

το καλοκαίρι που λάμπει τ’ αστέρι με φως να ντυθείς



Σάββατο, 17 Απριλίου 2021

ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΔΕΙ Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ

 



     «… Ήτανε σα να γύριζα από μακρύ ξενιτεμό, στους δρόμους κανείς δε με γνώριζε και δε γνώριζα κανέναν. Απομεσήμερο νωρίς αλλά ο ήλιος σκεπασμένος. Βρέθηκα στην Ακρόπολη. Αίσθημα πως στ’ αναμεταξύ είχε προχωρήσει πολύ ο πολιτισμός. Εμπρός στη δυτική πρόσοψη του Παρθενώνα, ένα ταραγμένο πλήθος. Όλοι κοίταζαν τις κεντρικές κολώνες και χοχλακούσαν*. Ρώτησα κάποιον που χειρονομούσε πλάι μου.

     --- Ρε τι ζωντόβολο είσαι συ; Από που μας κουβαλήθηκες Δεν ξέρεις τίποτε;

     Τον κοίταζα χαμένος.

     --- Να! ο πλειστηριασμός! Άνοιξε τα στραβά σου! Αν κερδίσει εκείνη η αμερικάνικη οδοντόπαστα, σώθηκε ο προϋπολογισμός μας για δεκαετίες.

     Κοίταξα με προσοχή στην κατεύθυνση που μου ‘δειχνε. Ανάμεσα στις δυο κεντρικές κολόνες ξεχώρισα ένα τραπεζάκι με πράσινη τσόχα και, καθισμένος πίσω του, ένας ξυρισμένος κύριος με γυαλιά. Φορούσε μαύρο κοστούμι και κρατούσε ένα φιλντισένιο σφυρί. Είχε το ύφος χειρούργου. Ρώτησα αποβλακωμένος:

     --- Ποιος πλειστηριασμός;

     --- Που ζεις μωρέ; Εδώ χαλνάει ο κόσμος!.. Τζένιο* η κυβέρνησή μας. Θα τις παραχωρήσει αυτές τις πέτρες. Τι μας χρειάζονται εμάς;

     Εκείνη τη στιγμή ο μαυροντυμένος κύριος χτύπησε το σφυρί. «Κατεκυρώθη!» φώναξε κάποιος. «Κατεκυρώθη! Κατεκυρώθη!» αντιλάλησε η βοή του πλήθους.

     --- Κέρδισαν οι Αμερικάνοι! Είπε έξαλλος ο γείτονάς μου σαν άνθρωπος που παρακολουθεί ποδόσφαιρο.

     Η ταραχή φούσκωνε μέσα μου.

     --- Και τι θα κάνουν κατόρθωσα να ρωτήσω.

     --- Είναι δαιμόνιοι, αποκρίθηκε. Θα πελεκήσουν τούτες τις κολόνες σε σχήμα σωληνάριου της οδοντόπαστας.

     Ένιωθα πως το πλήθος φύραινε γύρω μου και με άφηνε ολότελα μόνο. Τότες είδα τον Παρθενώνα γυμνό ανατριχιαστικά, χωρίς αέτωμα χωρίς γείσο, με τις κολόνες του πελεκημένες, γυαλιστερές, παρασταίνοντας υπέρογκα σωληνάρια. Ο βραχνάς με τίναξε από το κρεβάτι καθώς ούρλιαζα. Ώρα 5 πρωί.

     Δεν είμαι αρκετός να αναλύσω τούτο το όνειρο. Μόνο μια παρατήρηση πάνω στην ονειρική συμπεριφορά μου: πολλές φορές μου έτυχε να δω όνειρα που παρουσιάζονται με κρυστάλλινη σαφήνεια. Αν είναι εφιαλτικά, ο εφιάλτης δουλεύει στο βάθος και ξεσπά στο τέλος. Μ’ αυτό τον τρόπο αισθάνομαι πως το όνειρό μου της Ακρόπολης ήταν μια διδακτική προειδοποίηση.  ….».

 

Αθήνα 1 Φεβρουαρίου 1970 (ΔΟΚΙΜΕΣ  Β΄ τόμος σελ. 326-327)

 

__________________________________________-

 

* χοχλακώ κάτι σαν τη βίαιη κίνηση υγρών σε δυνατό βράσιμο.

 

** Τζένιο από το λατινό GENIUS ίδιας σημασίας με το Τζίνι, ο φύλακας άγγελος που εμφανίζεται στη δύσκολη στιγμή.