Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία-Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία-Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ





Γιώργης Παυλόπουλος

ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ
                              Στην Ανθή

Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω
Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;
Αυτό κιʼ αν το μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;
Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω
Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.

__________________

Ο Γιώργης Παυλόπουλος (Πύργος Ηλείας 1924 – Πύργος Ηλείας 2008). Από τους σημαντικότερους ποιητές μας της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Εγκατέλειψε τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Επέστρεψε στην πατρίδα του όπου και έζησε μέχρι το τέλος του βίου του. Εργάστηκε για πολλά χρόνια ως λογιστής και γραμματέας στον ιδιωτικό τομέα.
Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες και περιελήφθησαν και σε σχολικά βιβλία. Ήταν φίλος με τον Τάκη Σινόπουλο, το Νίκο Καχτίτση, το Γιώργο Σεφέρη και τον Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλο. 


Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Ανθολογούμε ποίηση για το μήνα Απρίλιο 2017 στην εφημερίδα Η ΑΥΓΗ



Μου έλαχε ο κλήρος του ανθολόγου ποίησης μηνός Απριλίου 2017 για την εφημερίδα Η ΑΥΓΗ. Έχουμε και λέμε λοιπόν:

ΕΝΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ!
Η Ανθολόγηση Απριλίου 2017 που επωμίστηκα για την εφημερίδα "Η ΑΥΓΗ" και την ευχαριστώ για την τιμή που μου έκανε, στάθηκε η αφορμή για να πέσω με τα μούτρα στην κορυφαία αυτή τέχνη του λόγου και με ανάμεικτα συναισθήματα έντασης και απόλαυσης να ξεσκονίσω όλη την ποιητική μου βιβλιοθήκη.











                                                        






 
 

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Ο τρυφερός ... στριμμένος μας!!!




    

       ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ



Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπο σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν' ακουμπάτε την πίκρα σας
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,

κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;


Ντίνος Χριστιανόπουλος


__________________________________

σημείωση: από δήλωση του όταν αρνήθηκε το μεγάλο
κρατικό βραβείο "Ερώτηση: Πως νιώθετε για τη βράβευση σας;
Απάντηση: Οι άνθρωποι μου απένειμαν το βραβείο από καλή τους
διάθεση. Αυτό όμως πρέπει να υπάρχει και από την άλλη μεριά,
αλλά εγώ όπως ξέρετε είμαι λιγάκι στριμμένος!" 

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

Πάψετε πια ... !!!



Σημείωση Νavarino-s: Ήθελα εδώ και καιρό να αναρτήσω αυτό το εξαίρετο ποίημα του αγαπημένου μου Ουράνη. Φοβόμουνα όμως μήπως και εκληφθεί ως κάποιος υπαινιγμός για τις έντονες πιέσεις   που αντιμετωπίζει η χώρα μας και χάσει κάτι από την ισχυρή διαχρονικότητα του. Τώρα που οι πιέσεις δείχνουν να χαλαρώνουν, είπα να το ... κρεμάσω!



Πάψετε πια…

Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε,
κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια!
Το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!

 Τι; Πάλι να γυρίσουμε στη βαρετήν Ιθάκη,
στις μίζερες τις έγνοιες μας και τις φτηνές χαρές μας,
και στην πιστή τη σύντροφο, που σαν ιστόν αράχνης
ύφαινε την αγάπη της γύρω από τη ζωή μας;

 Πάλι να ξέρουμε από πριν το αύριο τι θα ‘ναι
και να μη νοιώθουμε καμμιά λαχτάρα ν’ ανατείλη;
Πάλι σαν τους ανήλιαστους καρπούς, που μαραζώνουν
και πέφτουν σάπιοι καταγής, να μοιάζουν τα όνειρά μας;

 Η τόλμη αφού μας έλειψε  (και θα μας λείπει πάντα!),
να βγούμε μόνοι απ’ τη στενή και τη στρωτή μας κοίτη,
κ’ ελεύθεροι, σαν άνθρωποι στη χαραυγή του κόσμου,
τους άγνωστους να πάρουμε και τους μεγάλους δρόμους

μ’ ανάλαφρη περπατησιά σαν του πουλιού στο χώμα
και την ψυχή μας ριγηλή σα φυλλωσιά στην αύρα,
τουλάχιστο ας μη χάσουμε την ευκαιρία τώρα
το παίγνιο να γίνουμε των άγριων των κυμάτων

 κι όπου το φέρη! Ως πλόκαμοι μπορούν να μας τραβήξουν
τα κύματα της θάλασσας τα σκοτεινά τα βύθη,
μα και μπορούν, στη φόρα τους, να μας σηκώσουν τόσο
ψηλά - που με το μέτωπο ν’αγγίξουμε τ’ αστέρια!..

 
Κώστας Ουράνης (1890-1953)

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Μήπως δεν υπερβάλλει; !!!


Ξαναγυρίζουμε


Ξαναγυρίζουμε στην εποχή  του χαλκού
και του λίθου.

Κυκλοφορούμε ανάμεσα στα τελευταία μαμμούθ,
με ξύλινα ρόπαλα και δέρματα ζώων,
κυνηγώντας το ρέννο και τον τάρανδο,
ανάβοντας δαδιά και λυχνάρια, για να φωτίσουμε
τις τρώγλες μας,
πασχίζοντας πάνω σε κέρατα και κόκκαλα
να ιστορήσουμε τη ζωή μας.

Ξαναγυρίζουμε στην εποχή των παγετώνων,
στη μεγάλη αδράνεια.

Ο ήλιος δεν μπορεί να λειώσει τους πάγους μας,
δε μπαίνει απ' τα παράθυρα μας.
Ξάφνου, φουντώνει σα σβηστή φωτιά,
μας καίει τα βλέφαρα,
κι' ώσπου να λάμψει,
βυθίζεται ξανά στο υπερπόντιο χάος.

Αποτραβιόμαστε στα σκοτεινά μας σπήλαια,
βουλιάζουμε στην προϊστορική νύχτα.

Ζώα θηριόμορφα που μόλις σέρνονται στη γή
βγαίνοντας απ' το τέλμα τους,
ιπτάμενα ερπετά,
υδρόβια σαρκοφάγα, πτεροδάκτυλα
μαρτυρούνε το πέρασμα μας.

Ξαναγυρίζουμε στην εποχή των θαλασσίων τεράτων.


Κώστας Στεργιόπουλος

(περιοδικό "Νέα Κείμενα" 1971)

 

Ο Κώστας Στεργιόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1926. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση και εργάσθηκε ως βοηθός στο Σπουδαστήριο Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Παύθηκε το 1969 από τη δικτατορία και το 1974 επανήλθε ως καθηγητής στην ίδια έδρα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Από όπου και αποχώρησε το 1984 με εθελούσια έξοδο. Το 2002 τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών και το 2004 με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.

Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Και η μελαγχολία έχει τη ... χάρη της!!!




Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο...


Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
μέσ᾿ στὴν κρύα μου κάμαρα, ὅπως ἔζησα μόνος·
στὴ στερνὴ ἀγωνία μου τὴ βροχὴ θὲ ν᾿ ἀκούω
καὶ τὸν κούφιο τὸν θόρυβο ποὺ ἀνεβάζει ὁ δρόμος.

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
μέσα σ᾿ ἔπιπλα ξένα καὶ σὲ σκόρπια βιβλία,
θὰ μὲ βροῦν στὸ κρεββάτι μου. Θὲ νἀρθεῖ ὁ ἀστυνόμος
θὰ μὲ θάψουν σὰν ἄνθρωπο ποὺ δὲν εἶχε ἱστορία.

Ἀπ᾿ τοὺς φίλους ποὺ παίζαμε πότε-πότε χαρτιὰ
θὰ ρωτήσει κανένας τους ἔτσι ἁπλά: «-Τὸν Οὐράνη
μὴν τὸν εἶδε κανείς; Ἔχει μέρες ποὺ χάθηκε!...»
Θ᾿ ἀπαντήσει ἄλλος παίζοντας: «-Μ᾿ αὐτὸς ἔχει πεθάνει».

Μιὰ στιγμὴ θὰ κοιτάξουνε ὁ καθένας τὸν ἄλλον,
θὰ κουνήσουν περίλυπα καὶ σιγὰ τὸ κεφάλι,
θὲ νὰ ποῦν: «Τ᾿ εἶν᾿ ὁ ἄνθρωπος!... Χτὲς ἀκόμα ζοῦσε!»
Καὶ βουβὰ τὸ παιγνίδι τους θ᾿ ἀρχινήσουνε πάλι.

Κάποιος θἆναι συνάδελφος στὰ «ψιλὰ» ποὺ θὰ γράψει
πὼς «προώρως ἀπέθανεν ὁ Οὐράνης στὴν ξένη,
νέος γνωστὸς εἰς τοὺς κύκλους μας, ποὖχε κάποτ᾿ ἐκδώσει
συλλογὴν μὲ ποιήματα πολλὰ ὑποσχομένην».

Κι αὐτὸς θἆναι ὁ στερνός της ζωῆς μου ἐπιτάφιος.
Θὰ μὲ κλάψουνε βέβαια μόνο οἱ γέροι γονιοί μου
καὶ θὰ κάνουν μνημόσυνο μὲ περίσιους παπάδες
ὅπου θἆναι ὅλοι οἱ φίλοι μου κι ἴσως-ἴσως οἱ ὀχτροί μου.

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
σὲ μία κάμαρα ξένη στὸ πολύβοο Παρίσι,
καὶ μία Καίτη θαρώντας πὼς τὴν ξέχασα γι᾿ ἄλλην
θὰ μοῦ γράψει ἕνα γράμμα -καὶ νεκρὸ θὰ μὲ βρίσει.

                                                         Κώστας Ουράνης

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Οἱ στίχοι αὐτοί!!!


 

Οἱ στίχοι αὐτοὶ μπορεῖ καὶ νά ῾ναι οἱ τελευταῖοι
οἱ τελευταῖοι στοὺς τελευταίους ποὺ θὰ γραφτοῦν
Γιατί οἱ μελλούμενοι ποιητὲς δὲ ζοῦνε πιὰ
αὐτοὶ ποὺ θὰ μιλούσανε πεθάναν ὅλοι νέοι
Τὰ θλιβερὰ τραγούδια τους γενήκανε πουλιὰ
σὲ κάποιον ἄλλον οὐρανὸ ποὺ λάμπει ξένος ἥλιος
Γενῆκαν ἄγριοι ποταμοὶ καὶ τρέχουνε στὴ θάλασσα
καὶ τὰ νερά τους δὲν μπορεῖς νὰ ξεχωρίσεις
Στὰ θλιβερὰ τραγούδια τους φύτρωσε ἕνας λωτὸς
νὰ γεννηθοῦμε στὸ χυμό του ἐμεῖς πιὸ νέοι.

Μανόλης Αναγνωστάκης

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

Πέρασαν έξι μήνες!!!





ΘΛΙΨΗ

Είχαμε καθίσει
στην κορφή ψηλά,
κι’ άστρα ήταν ψηλά,
άστρα ήταν πολλά,
άστρα κι’ έχουν σβήσει.
       ***
Είχαμε καθίσει
στην ακρογιαλιά,
και ήταν σιγαλιά,
και ήτανε πουλιά,
κι’ έχουν φτερουγίσει.
       ***
Και ήταν στην καρδιά
ρόδα στην καρδιά,
αχ, αγαπημένη,
τώρα μια ευωδιά,
θλίψη στην καρδιά
μοναχά απομένει

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (1868-1920)

 
Σημείωση: συμπαθάτε με μέρες που είναι, τραβάω λούκι και να μη με παρεξηγείτε αγαπητοί συνάδελφοι που δεν σχολιάζω τα κείμενα σας , με το ζόρι γράφω τα δικά μου. Σας εύχομαι  υγεία για τον καινούργιο χρόνο!

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Μια ανάσα με ποίηση!!!

                                               


                                                  ΔΟΚΊΜΙΟ XIV 


Καινοτομίες λοιπόν και πολυπρόσωπες επιτροπές στην παραγωγική διαδικασία. Το λογικό και το παράλογο σε συμμαχία σύμμετρη- να μη σαπίσει η σύγχρονη ιστορία σε νοσηρά προβλήματα. Ειδικότερα. Στο πρώτο πλάνο τώρα παρατάσσονται καινούργια εκρηκτικά συστήματα με πλάγιο φωτισμό να δείξουν οι τομές. Το κάθε σύστημα θα τοποθετηθεί σωστά σκοπεύοντας παρόν και μέλλον. Κρούση και ανάπτυξη σε πολλαπλούς τομείς με θετικούς συντελεστές ανόδου. Υποδομή τα δεδομένα της παράδοσης πραγματικότητα τα δεδομένα της παραγωγής. Σύμφωνοι; Σύμφωνοι! Κατεβαίνοντας τώρα τα σκαλοπάτια προσέξτε ανασηκώστε τα παντελόνια σας. Λόγω των τελευταίων σφαγών η λάσπη ελέγχεται πρωτοφανής.

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Ένα ...πεζό ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη!!!





                                           ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ


    Και τώρα που ξεμπερδέψαμε πια με τα μεγάλα λόγια, τους άθλους, τα όνειρα, καιρός να ξαναγυρίσουμε στη ζωή μας -αλλά μάταια, το σχέδιο της πόλης άλλαξε, κατά που πέφτει ο δρόμος που αγαπηθήκαμε παιδιά, που πήγε ο άνεμος που σκόρπισε τόσους συντρόφους, υπάρχει ακόμα ο κόσμος; -τώρα στη γλώσσα μας μπερδεύονται παλιά τραγούδια, κανείς δεν μας καταλαβαίνει και μόνο τα παιδιά μαντεύουν πιο πολλά,  μα μεγαλώνουν γρήγορα και τα πουλιά πετάνε για να μη θυμούνται - ένα τέτοιο παρελθόν και δεν απόμεινε παρά λίγη στάχτη, όπου σκυμμένοι τα βράδια σχεδιάζουμε σημαίες, άστρα, λόφους, άλογα κι αναμεσά τους την τύψη ότι δεν τα δώσαμε όλα                           ελευθερώνοντας έτσι όρκους αλλοτινούς και τις πιο ωραίες χειρονομίες του μέλλοντος.


Από τη συλλογή "Ο Τυφλός με τον Λύχνο" εκδόσεις Κέδρος

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Ένα ποίημα αυταπάρνησης!!!



ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΩΝΥΜΟ ΚΟΣΜΟ


Χρόνια τώρα βλέπω μία όμορφη νέα γυναίκα
κάθε πρωί να βοηθάει τον σύζυγο της
να μπει στο αυτοκίνητο. Μένουν στη διπλανή πολυκατοικία, ωστόσο
δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτούς. Εργατικό ατύχημα
ή αυτοκινητιστικό…; Πόσες δεν άφησαν τους άντρες τους
για κάτι πολύ πιο ασήμαντο κι’ εκείνη, δες –
ανοίγει την πόρτα του αμαξιού, βάζει πίσω τις πατερίτσες
και την τσάντα, βολεύει
τα τρία τους παιδιά, σκουπίζει
τα τζάμια, θαμπά από την πάχνη,
υπάρχει στις κινήσεις της υπομονή και φυσικότητα,
στο πρόσωπο της δεν διακρίνεις
ίχνος κατήφειας ή στενοχώριας.
Με παραξενεύει μόνο
που ενώ τα κάνει όλα αυτά ούτε ματιά δεν ρίχνει γύρω της –
είναι γιατί δεν έχει χρόνο,
επειδή τα κάνει όλα μόνη,
ή μήπως θωρακίζεται
για να προλάβει κάποιο πλήγμα;

Jan Zambor (1947 - ) Σλοβάκος ποιητής.
Μετάφραση από τον Κάρολο Τσίζεκ περιοδικό Πλανόδιον τεύχ. 47.
Φωτογραφία: Ανεμώνη των Λευκών Ορέων από το:www.kretakultur.dk

Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

«…Έχασε πια το χρώμα αυτός ο κόσμος…»!!!


ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ
***

Είναι εκεί και δεν μπορώ ν' αλλάξω
με δυό μεγάλα μάτια πίσω απ' το κύμα
από το μέρος που φυσά ο αγέρας
ακολουθώντας τις φτερούγες των πουλιών
είναι εκεί με δυο μεγάλα μάτια
μήπως άλλαξε κανείς ποτέ του.
***

Τι γυρεύετε; τα μηνύματα σας
έρχουνται αλλαγμένα ως το καράβι
η αγάπη σας γίνεται μίσος
η γαλήνη σας γίνεται ταραχή
και δεν μπορώ να γυρίσω πίσω
να ιδώ τα πρόσωπα σας στ' ακρογιάλι.
***

Είναι εκεί τα μεγάλα μάτια
κι όταν μένω καρφωμένος στη γραμμή μου
κι' όταν πέφτουν στον ορίζοντα τ' αστέρια
είναι εκεί δεμένα στον αιθέρα
σα μιά τύχη πιο δική μου απ' τη δική μου.
***

Τα λόγια σας συνήθεια της ακοής
βουίζουν μέσα στα ξάρτια και περνάνε
μήπως πιστεύω πια στην ύπαρξη σας
μοιραίοι σύντροφοι, ανυπόστατοι ίσκιοι.
***

Έχασε πια το χρώμα αυτός ο κόσμος
καθώς τα φύκια στ' ακρογιάλι του άλλου χρόνου
γκρίζα ξερά και στο έλεος του ανέμου.
***

Ένα μεγάλο πέλαγο δυό μάτια
ευκίνητα και ακίνητα σαν τον αγέρα
και τα πανιά μου όσο κρατήσουν, κι ο θεός μου.
***

Γιώργος Σεφέρης

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Ένα ποίημα!!!




ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ - ΙΣΤ΄



όνομα δ' Ορέστης



Στη σφενδόνη, πάλι στη σφενδόνη, στη σφενδόνη,

πόσοι γύροι, πόσοι αιμάτινοι κύκλοι, πόσες μαύρες

σειρές, οι άνθρωποι που με κοιτάζουν,

που με κοίταζαν όταν πάνω στο άρμα

σήκωσα το χέρι λαμπρός, κι αλάλαξαν.



Οι αφροί των αλόγων με χτυπούν, τ' άλογα πότε θ' αποστάσουν;

Τρίζει ο άξονας πυρώνει ο άξονας, πότε ο άξονας θ' ανάψει;

Πότε θα σπάσουν τα λουριά, πότε τα πέταλα

θα πατήσουν μ' 'ολο το πλάτος πάνω στο χώμα

πάνω στο μαλακό χορτάρι, μέσα στις παπαρούνες όπου

την άνοιξη μάζεψες μια μαργαρίτα.

Ήταν ωραία τα μάτια σου μα δεν ήξερες που να κοιτάξεις...

.................................................................................................



Γιώργος Σεφέρης

Τρίτη 28 Ιουλίου 2009

ΘΕΡΟΣ ΚΑΙ ………ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!!!!!!








Τον Οδυσσέα Ελύτη άλλοι τον λένε ποιητή του Αιγαίου άλλοι του Ήλιου, εμένα πάντως κάτι από θέρος μου έρχεται στο νου όταν σκεφτώ την ποίηση του. Κάτι το ακαθόριστο από καυτή πέτρα, ξερά χορτάρια, ανάσα πεύκου και τζιτζίκια. Κάτι όμως που ο ίδιος ο ποιητής φρόντισε να το προσδιορίσει επακριβώς και να του δώσει σάρκα και οστά:






ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες
Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος
Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους
Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά
Και πλάι απ’ το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο.
Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές
Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ’ αυτιά του
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι’ από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα
Σταλμένο απ’ τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:

Ώ σώμα του καλοκαιριού, γυμνό, καμένο
Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
Άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο
Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!

Έρχονται σιγανές βροχές, ραγδαία χαλάζια
Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά
Που μελανιάζει στα βαθιά μ’ αγριεμένα κύματα
Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών
Όμως και πίσω απ’ όλα αυτά χαμογελάς ανέγνοια
Και ξαναβρίσκεις την Αθάνατη ώρα σου
Όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος.
Όπως μες στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός.

Οδυσσέας Ελύτης

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009

...Αργότερα ίσως, μια μέρα, θα προχωρήσει!!!!


Ανρί Μισώ* :

..................................
Δεν μπορώ να σας αφήσω με μιαν αμφιβολία,
με τον κλονισμό της εμπιστοσύνης σας.
Θέλω να σας ξαναμιλήσω για τη θάλασσα.
Αλλά μένει η απορία:
Τα ποτάμια προχωρούν. Εκείνη, όχι!
Ακούστε, μη θυμώνετε, σας τ' ορκίζομαι,
δε σκέπτομαι να σας γελάσω. Τέτοια είναι.
'Οσο και να αναταράζεται,
σταματά μπρος σε μια χούφτα άμμο.
Μια μεγάλη αναποφάσιστη.
Σίγουρα θα ήθελε να προχωρήσει,
αλλά να που δεν γίνεται.
Αργότερα ίσως, μιά μέρα, θα προχωρήσει.
....................................................................

Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης

_____________________________________
*Henri Michaux, 1899-1904. Βέλγος γαλλόφωνος ποιητής και ζωγράφος. Γεννήθηκε στην πόλη Ναμύρ. Το 1924 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Πολιτογραφήθηκε γάλλος το 1955. Αρχισυντάκτης του περιοδικού Hermes από το 1937 ώς το 1939.

Τρίτη 21 Απριλίου 2009

ΜΝΗΜΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ, ΜΝΗΜΗ ΡΕΝΑΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ

Η Ρένα Χατζηδάκη (1943-2003) κόρη του Μύρωνα Χατζηδάκη και της συγγραφέως Λιλής Ζωγράφου, αποτελεί μια σπάνια περίπτωση της ελληνικής λογοτεχνίας. Προικισμένη με ένα μοναδικό ποιητικό τάλαντο, βασανιζόταν από μια καταλυτική γι’ αυτήν ανασφάλεια που την έκανε να σκίζει όλα τα έργα που έγραφε! Περισώθηκαν, παρά τη θέληση της, δύο μονάχα έργα της: Μια μικρή συλλογή με τα πρωτόλεια παιδικά της ποιήματα που τα κυκλοφόρησε το 1959 η μάνα της χωρίς να τη ρωτήσει –κάτι που ίσως να έπαιξε ρόλο στη μετέπειτα στάση της- και το ποίημα ποταμός «Κατάσταση Πολιορκίας» που στην κυριολεξία της το υπεξαίρεσε μια συγκρατούμενη της στις φυλακές Αβέρωφ το 1968, όπου εξέτιε πολυετή φυλάκιση για αντίσταση κατά της χούντας. Όταν βγήκαν με την πρώτη αμνηστία του καθεστώτος, έδωσε η φίλη της το ποίημα που το υπόγραφε σαν «Μαρίνα», στον Μίκη Θεοδωράκη ο οποίος ενθουσιάστηκε και αμέσως το μελοποίησε. Το έγραψε πρόχειρα με τη φωνή του σε μια κασέτα και μέσα από παράνομη οδό το έστειλε στη Γαλλία όπου με μια λιτή ενορχήστρωση κρουστών από το Γιάννη Μαρκόπουλο, κυκλοφόρησε σε δίσκο με τις φωνές της Μαρίας Φαραντούρη και του Αντώνη Καλογιάννη. Για 23 ολόκληρα χρόνια, μέχρι το 1991 που κυκλοφόρησε το ποίημα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη με το πραγματικό της όνομα, ξέραμε σαν στιχουργό του τραγουδιού τη «Μαρίνα».
Το «Κατάσταση Πολιορκίας» είναι ένα καταγγελτικό και εκ πρώτης όψεως απαισιόδοξο ποίημα και αυτός ίσως να είναι ο λόγος που δεν παίζεται συχνά αυτό το τραγούδι. Το 1968 που γράφτηκε ήταν μια στιγμή που ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού συμβιβαζόταν με το καθεστώς στη λογική του «κοιτάζω τη δουλειά μου», κάτι που καταγγέλεται με σφοδρότητα στους στίχους του ποιήματος. Κατά βάθος όμως το ποίημα είναι αισιόδοξο γιατί μιλάει για την ελπίδα των νέων παιδιών, πράγμα που δεν άργησε να φανεί 5 χρόνια αργότερα με την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Εκείνο όμως που είναι συγκλονιστικό σε αυτό το ποίημα – θα το καταλάβετε και μόνοι σας από τους στίχους που παραθέτω- είναι αυτή η καταπληκτική διαχρονικότητα που διαθέτει: σαράντα χρόνια περάσανε και είναι σαν να γράφτηκε τώρα !



Κατάσταση Πολιορκίας

Στίχοι: Μαρίνα, Ρένα Χατζηδάκη
Μουσική: Θεοδωράκης Μίκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη & Αντώνης Καλογιάννης ( Ντουέτο )


Ι

Καθώς το παιδί, που σημαδεύεται απ' την πρώτη γνώση της μοναξιάς,
ο καιρός κι η απαντοχή θα κάνουνε συντρίμμια την καρδιά μου
και θα 'χω χάσει για πάντα τους δρόμους, τους δρόμους μου,
σα θα μ' αφήσουνε να βγω από δω.
Θα γυρίζω γυρεύοντάς σε παντού,
στα ισοπεδωμένα τοπία,
στα κομματάκια εκείνου του καθρέφτη,
στις σπαταλημένες ματιές,
να βρω ξανά το πρόσωπό σου,την καρδιά μου γυρεύοντας

και θα μιλώ και θα μιλώ τη γλώσσα,
που ήταν κάποτε δική μας,
που ήταν κάποτε το μόνο δικό μας που μας είχε απομείνει
μέσα στους ίσκιους των νεκρών χρωμάτων
των νεκρών εικόνων
όταν οι νύχτες μας ήταν απλά επεισόδια
της μεγάλης νύχτας που άρχισε πριν -πόσον καιρό;

Πώς να μετρήσω τον καιρό εδώ μέσα,
τις σεληνιακές σου διαλείψεις,
τ' αστρικά σου πηδήματα.
Πώς να μετρήσω την πορεία μου τεθλασμένη,
την απρόβλεπτη τροχιά της απουσίας σου,
μέσα σε τούτο το αμείλικτο διαστημόπλοιο,
μες στην καρδιά της πόλης που ήταν κάποτε δική μου
και τώρα την διαγουμίζουνε τα τανκς;

Εφτάπυλο το χάος,
στεγανό πολιορκημένο μέσα κι έξω από το φόβο με τα χίλια πρόσωπα.
Οι φωνέςτων ανιάτων κοπάζουν κάθε αράδυ στις πεντέμισι.
Οι σειρήνες λεηλατούν κάθε βράδυ τη σιωπή.
Οι κοιμισμένοι κάθε βράδυ ανεξιχνίαστοι νεκροί.
Και πάλι, πάντα πού είναι τα χέρια σου;
Η φωνή σου πού;
Θ' αντέξουν και απόψε τα τοιχώματα; Ή θα χιμήξει το σκοτάδι;
Πώς να μετρήσω;

Καθώς η πρώτη γνώση της μοναξιάς
που σημαδεύει -έφηβο κιόλας το παιδί
η απουσία σου καρφώθηκε μαχαίρι κατακόρυφο στο χωροχρόνο μου
άνοιξε από παντού ξετρελαμένα στόματα
η ασχήμια, που ενεδρεύει να με κατααροχθίσει,
ο πληγωμένος χρόνος σπαρταράει,
μ' αφύσικα τινάγματα
η μελλοθάνατη ειμ' εγώ
Και γύρω μου παντού,
καταμεσίς
κατάστηθα,
στο χάος, στην καρδιά μου,
αιμόσυρτες οι τροχιές
από την αθωότητα στο φόνο,
κι απ' το φόνο στην τύψη,
στο μοιρολόι κι από κει στον άλλο φόνο.

Να σου τραγουδήσω;

Μα κι η φωνή μου, π' αγαπούσες, μαχαιρωμένη.
Φύκια των ουρανών μες την αγρύπνια
τα μαλλιά μου, π' αγαπούσες,
τα χέρια μου πλοκάμια απελπισμένα
κι όπου κι αν ψάξω δε σε βρίσκω πια.
Τετράγωνα κομμάτια σκοταδιού πίσω απ' τα σίδερα.
Η ρωμιοσύνη προδομένη, προδοσιά μαχαίρι στην καρδιά.
Το πληγωμένο φως μετά τις δέκα,
οι θόρυβοι ανεξήγητοι, οι ανάσες.
Η δίχως νόημα θυσία,
η πολιορκία,
η απουσία
το τσιγάρο του φρουρού.

Και θα μιλώ τούτη τη γλώσσα

«Πώς άλλαξε αυτό το παιδί, θα λένε οι άλλοι,
κοιτώντας με με το μοναδικό μάτι του τουρίστα Κύκλωπα
ζητώντας να τους μιλήσω για ήρωες
κοιμώντας, οι άλλοι, τις δαιδαλικές νύχτες,
που θα ουρλιάζει από παντού η προδοσία,
σκεπάζοντας τα τανκς, τα αεροπλάνα,
το φόβο,
το βήμα του φρουρού,
τις νύχτες χωρίς εσένα
που θα ουρλιάζει η προδοσία από παντού
που θα ουρλιάζουνε τα συντρίμμια της καρδιάς μου,
τα συντρίμμια σαν τα παιδιά της Ζηνοβίας,
απ' τα πέρατα της γης και της απόγνωσης.
Γιατί και σένα θα σ' έχω χάσει
στο κινούμενο σκοτάδι
όπως κι εμένα,
όπως και τον αγώνα,
που θα 'ταν δύσκολος, αλλά ωραίος
κι ήρθε να γίνει σαπισμένο σταφύλι,

Χωρίς εσένα, πώς;

Σαν την πρώτη μοναξιά,
που η γνώση της χαράζει για πάντα το παιδί
το σώμα μου θα διαλυθεί
τα κύτταρά μου ένα προς ένα θ' αποσυνδεθούν,
πάνω σε τούτο το κρεβάτι του Προκρούστη, τον καιρό,
το σώμα μου ηλιακή κηλίδα, θα εκραγεί,
γράφοντας τ' όνομά σου σ' όλους τους ουρανούς,
τα κύτταρά μου,ένα προς ένα θα κινήσουν να μπολιάσουν τους ανθρώπους
με την ηλικία της οδύνης,
με το μαβί καπνό του δειλινού πίσω από τα σίδερα.
Θα στείλω τα όνειρά μου να ταράξουν το νοικοκυρεμένο ύπνο τους.
Θα στείλω το φόβο να φωλιάσει στις ανύποπτες καρδιές τους,
κι όταν θα 'ρθει η υπάλληλος για καταμέτρηση
«δραπέτευσε», θα πουν οι άλλοι,
παρεξηγώντας τον θάνατό μου.
Και μόνο εσύ θα ξέρεις
μόνο εσύ θα θυμάσαι τα χέρια μου,
το θολό παράπονο του σκυλιού έξω από τη φυλακή,
τις κραυγές των παιδιών πάνω στην ταράτσα
την απόγνωση του κινέζικου πορτρέτου,
τα ελληνικά αινίγματα
-τι είν' αυτό που ανεσαίνει με τα πόδια, και το κατεβάζουνε με κουσέρτα -
και μόνο εσύ θα ξέρεις πώς,
πού χάθηκε το κορμί μου,
τι έγιν'η φωνή μου,
τι η αγρύπνια μου,
τι ήχους έχει ο φόβος
κι η απόγνωση τι πρόσωπα.
«Θεέ μου και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;»

Μονάχα εσύ θα ξέρεις
εγώ θα μιλώ τούτη τη γλώσσα.

ΙΙ

Μακριά, πολύ μακριά,
ακούγεται η ζωή,

ψηλά πολύ ψηλά λάμπουν τα φώτα
-ίσως- τα φώτα, που μας έκλεψαν
της πολιτείας που μας έκλεψαν
κι η θύμηση απ' το τελευταίο λιόγερμα
και τα βουνά, γύρω δικά μας.

Μακριά πολύ μακριά υπάρχεις.
Πρέπει να υπάρχεις,

Σα να μπορώ ν' αφουγκραστώ το γέλιο σου,
ξανθό, πίσω απ' τους λεκιασμένους τοίχους.
Κάποτε όλα θα μαθευτούνε
που θ' αναλιώσει το παγωμένο κέντρο της μνήμης
-τώρα, παντού, «η κατάθεσή μου, να θυμάμαι τι είπα στην κατάθεσή μου» -
και θα ξανάρθουνε τα χρώματα
ίσως κάποτε που θ' ανοιχτούν οι πόρτες των τάφων,
των σπιτιών, των φυλακών, των νόμων,
να λογαριάσουμε τους νεκρούς μας,
να μοιραστούμε τα καινούργια μας τραγούδια.
Κάποτε θα μάθεις κι εσύ τα υπόλοιπα
θα θυμηθείς και εσύ

μακριά, πολύ μακριά, είσαι η ζωή,
θα είσαι μακριά
τότε εγώ δε θα υπάρχω,

III

Χρόνος παραμορφώθηκε,
Τα χρόνια που έρχονται παραμορφώθηκαν.
Ξέρεις πού θα με βρεις,
Εγώ ο Φόβος.
Εγώ ο θάνατος.
Εγώ η μνήμη, ανήμερη.
Εγώ η θύμηση της τρυφεράδας του χεριού σου,
εγώ ο καημός της χαλασμένης μας ζωής.

Θα πολιορκώ το «κοίταζε τη δουλειά σου» με τη αγωνία μου.
Θα θρυμματίζω τον ύπνο τους μ' άσεμνα, φρικιαστικά βεγγαλικά.
Σφαίρες αμέτρητες θα πέφτουν στους αδιάφορους διαβάτες,
ώσπου ν' αρχίσουν να σφαδάζουν
ώσπου ν' αρχίσουν ν' αναρωτιούνται.
Εμένα δε θα μπορούν να με σκοτώσουν.
Όμως θαρρώ, οι μόνοι που -ίσως -καταλάβουν θα ναι τα παιδιά,
πλούσια απ' την κληρονομιά μας
πρώτη φορά, τα παιδιά
σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας,
θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα
τ' αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών
διορθώνοντας τα λάθη,
σβήνοντας τα ψέματα,
ονοματίζοντας σωστά, χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά,
χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας
σημαδεμένα από την αστραπή
τη γνώση της μοναξιάς της δύναμης
που σε μας άργησε τόσο πολύ να 'ρθει.

Κι αν τώρα σε γυρεύω απελπισμένα
στα πελώρια κύματα της αγρύπνιας μου
κι αν τώρα κάθε που αναδαίνω
βγαίνει τ' όνομά σου
όταν θ' αρχίσω να γυρίζω στους σκοτεινούς δρόμους του κόσμου,
με μόνο μια χούφτα φεγγαρόπετρες να μ' οδηγούν
τυφλώνοντας τον κόσμο με τις λάμψεις του τρελού γέλιου σου,
της καλόγριας που κρατούσε τα κλειδιά,
κουφαίνοντας τον κόσμο με τους ήχους της ταράτσας,
με τις κραυγές αυτών που βασανίστηκαν κι αυτών που βασανίζουν
τραντάζοντας τον κόσμο με τη γλώσσα τούτη του θανάτου
ίσως τότε θα 'χεις βρει το δρόμο στο δικό σου το λαβύρινθο
ίσως εσύ τότε θα στέκεσαι περήφανο δεντρί,
στο σταυροδρόμι του κόσμου,
μ' όλους τους ποταμούς να φτάνουν μυστικά στις ρίζες σου,
ίσως τότε τα παιδιά σου,
μαζί μ' όλα τα παιδιά,
να προλάαουν τον καιρό και τη ζωή
μια στιγμή πριν απ' το χάος.

Και πια δε θα 'χει μείνει τίποτ' από μένα
ούτε η τύψη που έμελλε να γίνω
ούτε το άγγιγμά μου στο χέρι σου
ούτε το πιο δικό μου, η γλώσσα μου,
μα θα 'χω διαλυθεί σ' όλους τους ποταμούς του κόσμου
θα 'χω γράψει τ' όνομά σου σ' όλα τα χιόνια των γκρεμών θα έχω διασχίσει όλα τα σκοτάδια που φοβόμουνα,
ως την άλλη όχθη
και το κορμί μου -ίσως- νεκρό
μα πάλi ακέραιο θ' αναπαύεται
με γύρω του τη θύμησή σου
και τη λιόλουστη ζωή.



Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΟ, ΠΟΛΥ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ!!!!


Είναι σχεδόν όσο και ο τίτλος του, κατά τρεις λέξεις μόνο τον ξεπερνάει! Τον τίτλο που αποτελεί οργανικό μέρος του ποιήματος και που χωρίς αυτόν το συγκεκριμένο ποίημα δεν υπάρχει. Και μιας το νόημα του μοιάζει με γρίφο, λέω να γράψουμε στα σχόλια πως το εισπράττει η κάθε μια και ο καθένας μας. Θα ξεκινήσω πρώτος και εννοείται βέβαια ότι μπορεί να υπάρχουν άπειρες προσεγγίσεις.
Ιδού λοιπόν το ποίημα:



ΔΕΙΛΙΝΟ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΟ ΦΑΛΗΡΟ

Φύγε, κακό ζώο, από κοντά μου,
Που εγώ, μαζεύω αγριοβιολέτες.

Τάκης Παπατσώνης



Τ. Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ (1895 - 1976). Ο Τάκης Παπατσώνης γεννήθηκε στην Αθήνα. Μαθήτευσε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και το 1913 σε ηλικία 18 ετών δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στην εφημερίδα Ακρόπολις. Σπούδασε Νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ως το 1920 και το 1927 παρακολούθησε μαθήματα οικονομικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Από το 1914 και για σαράντα χρόνια εργάστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών φτάνοντας ως τη θέση του Γενικού Γραμματέα. Το 1928 έμεινε για μήνες στο Άγιο Όρος. Ταξίδεψε πολύ σ' όλη τη διάρκεια της ζωής του και λόγω της εργασίας του και από προσωπικό πάθος (ενδεικτικά αναφέρονται εδώ τα ταξίδια του στο Βελιγράδι, την Κωνσταντινούπολη, την Ιταλία, την Πράγα, την Ελβετία, τη Γαλλία, το Βερολίνο, τη Δρέσδη, την Αγγλία, την Ισπανία, το Βουκουρέστι, τη Βέρνη, τα Καρπάθια, τη Νέα Υόρκη, την Κούβα, το Σικάγο, το Σαν Ντιέγο).
Ο Τάκης Παπατσώνης τοποθετείται από τους ιστορικούς της λογοτεχνίας στην ποιητική γενιά του τριάντα, ως μια ιδιαίτερη όμως περίπτωση που υπερβαίνει τις όποιες κατηγοριοποιήσεις. Υπήρξε ένας από τους εισηγητές του ελεύθερου στίχου στη μοντέρνα ελληνική ποίηση. Το ποιητικό του έργο χαρακτηρίζουν ποικίλες δημιουργικά αφομοιωμένες επιδράσεις και έντονα προσωπικό ύφος στα πλαίσια του μυστικιστικού και θεολογικού στοχασμού του.

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι !!!



ΠΟΙΗΜΑ

-"Σύντροφε διαβάτη!
Αυτή εδώ είν' η οδός Ζουκόβσκι;"
Με κοιτάζει,
σαν ένα παιδί που βλέπει έναν βρικόλακα,
τα μάτια ορθάνοιχτα,
ζητά να με αποφύγει:
-"Όχι, σύντροφε, αυτή είναι η οδός Μαγιακόφσκι
χιλιάδες χρόνια τώρα.
Δεν είν' εδώ, στο κατώφλι της αγαπημένης,
που αυτοχειριάστηκε;"
Τι έκανε λέει;
Πως;....Εγώ!......Αυτοκτόνησα;

μετάφραση: Νίκος Εγγονόπουλος


Ο μεγάλος Ρώσος ποιητής Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου του 1893 και αυτοκτόνησε στις 14 Απριλίου του 1930. Αν προσπεράσουμε τον έντονο αυτοθαυμασμό του για τον οποίο και κατηγορήθηκε σφόδρα όσο ζούσε, θα δούμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια σπάνια και σαν ορμητικό ποτάμι παθιασμένη: ποιητική ιδιοφυϊα! Το συγκεκριμένο ποίημα, μάλιστα, αποτελεί και τη δημόσια προαναγγελία της αυτοκτονίας του! Το ιδιόχειρο σημείωμα που βρέθηκε μετά την τέλεση της, ξεκινούσε με τη φράση: "Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατο μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Ο μακαρίτης τα απεχθανόταν φοβερά....."
 
 

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2008

ΕΞΗΝΤΑ ΧΡΟΝΩΝ ΠΟΙΗΜΑ, ΣΑΝ ΝΑ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΤΩΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΕΞΗ!!!!




ΕΛΕΓΕΙΟ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΕΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ

Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ' όνομα μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου Είμαστε. Έχουμε πατρίδα.

Έχω κρατήσει μέσα μου την τουφεκιά σου.

Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πυροβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κι έρχονται στο μυαλό μου κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα που μοιάζουνε σαν ομιλία του απειρου προς τον άνθρωπο.
Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κι είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κι έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.
Το πρώτο σου παιχνίδι, Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.

Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Αι-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δειχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν απ' τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.

Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.

Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο!
Ν' ακούς κάτω απ' τη στέγη σου τ' ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ' το σακάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Σκέφτηκες τον ήλιο και προχώρησες.

Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κι έπαιξες τον άνθρωπο.



ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
Σημείωση navarino-s: "πείραξα" μόνο μια λέξη πυροβόλο αντί πολυβόλο

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2008

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ (...για χωρισμένους)!!!




ΤΟ ΚΟΜΜΕΝΟ ΣΚΟΙΝΙ
Το κομμένο σκοινί
μπορείς να το ξαναδέσεις
και θα κρατήσει πάλι,
ωστόσο θα είναι κομμένο.

Ίσως και εμείς,
πάλι να ανταμώσουμε,
μα εκεί που με άφησες
δεν πρόκειται ποτέ να με ξανάβρεις.

Μπέρτολτ Μπρεχτ


Μετάφραση: Πέτρος Μάρκαρης