Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Καρατζαφέρης: Ένα "θρησκευόμενο υπερπατριωτικό" Γουρούνι!!!


Σεμνός και ταπεινός έμπλεος κατανύξεως προέταξε  τα μπολντιμπιντοστήθια του για τη σωτηρία της φιλτάτης πατρίδος!!! Και όποιος αναγνωρίσει τον παρακείμενο σεβάσμιο και επίσης  οφσορίστα ηγούμενο κερδίζει από το ιστολόγιο μας τη δωρεάν ανάγνωση του. Όσο για εκείνα τα μόμολα: Άδωνι αι Πλεύρη και επειδή ο Αρχηγός ήταν μοναχοφάης, πστεύω ότι τα είχε παραμυθιάσει τα κακόμοιρα να πιέζουν με επερωτήεις τη Βουλή για την αγορά των σούπερ-πούμα προς καλό της πατρίδος. Θα το πληρώσουν όμως στο τέλος πολύ ακριβά. Όπως εκείνα τα δυο κοτόπουλα που θυμάμαι μικρός στο χωριό: Είχα σχολάσει, που λέτε, από το γυμνάσιο οι μεγάλοι έλειπαν στη δουλειά και πήγα με τον τενεκέ στο κουμάσι* το φαί του γουρουνιού. Το έριξα στον κορίτο** όπου και όρμησε πεινασμένο και λαίμαργο το οικόσιτο μας. Δυο μικρά κοτοπουλάκια έτρεξαν να τσιμπήσουν και αυτά κάτι, αλλά μόλις πλησίασαν τον κορίτο ο μοναχοφάης χοίρος τα έκανε μια χαψιά!
Και χριστιανός να μην είσαι,  μελαγχολείς όταν σκεφτείς ότι πριν λίγες μέρες, την 1η Νοέμβρη συγκεκριμένα, γιόρταζε η εκκλησία μας τη μνήμη των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού των αποκαλούμενων και Αν-αργύρων. Δυο αδελφών γιατρών που γύριζαν και γιάτρευαν τον κόσμο χωρίς να παίρνουν άργυρο δηλαδή λεφτά. Και δεν αποκλείεται το γουρούνι να πήγε στους Αγίους Αναργύρους που είχανε πανηγύρι και κόσμο (Β' Αθήνας γαρ) φορώντας φυσικά τη γνωστή μάσκα του θρησκευόμενου!!!

________________
*    το σπιτάκι του γουρουνιού
**  το στενόμακρο και ξέβαθο ξύλινο σκεύος του φαγητού του

Σημείωση: Εννοείται ότι ζητάω συγνώμη από το συμπαθές τετράποδο για τη λεκτική κακομεταχείριση του. Είναι απείρως πιο έντιμο.

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Αετός: Η απίστευτη, εθελοντική και επώδυνη διαδικασία της αναγέννησης του!!!



Ο Πέτρος Κακολύρης στο συγκλονιστικό του βιβλίο "Η Ιστορία της Καρδιάς μου - Το Χρονικό μιας Μεταμόσχευσης" παραθέτει για τον αετό μια ιστορία εθελοντικής και βίαιης αναγέννησης του, την οποία και μεταφέρω αυτούσια γιατί νομίζω ότι αξίζει τον κόπο. Ιδίως τώρα στη δύσκολη εποχή που περνάμε:

"... Ο αετός είναι το μακροβιότερο από τα αρπακτικά πουλιά. Ζει εβδομήντα χρόνια. Αλλά για να φθάσει σε αυτή την ηλικία πρέπει να πάρει μια σκληρή απόφαση. Στα σαράντα του χρόνια, τα μακριά και ευέλικτα νύχια του δεν μπορούν να αρπάξουν πια τη λεία τους για να τραφεί. Το μακρύ και κοφτερό ράμφος του γίνεται πολύ κυρτό. Τα υπερήλικα και βαριά φτερά που οφείλονται στα πυκνά πούπουλα, κολλάνε στο στήθος του και τον δυσκολεύουν στο πέταγμα. Του μένουν λοιπόν δύο επιλογές: Να πεθάνει ή να περάσει μια επώνδυνη διαδικασία αλλαγής που διαρκεί 150 μέρες. Η διαδικασία αυτή απαιτεί να πετάξει στην κορυφή του βουνού και  να παραμείνει στη φωλιά του. Εκεί ο αετός χτυπάει το ράμφος του σε ένα βράχο μέχρι να το αποκόψει. Αφού το αποκόψει θα περιμένει να φυτρώσει καινούργιο και έπειτα θα κόψει τα νύχια του. Μόλις βγουν τα καινούργια, αρχίζει να μαδάει τα γερασμένα του φτερά. Και μόλις συμπληρωθούν οι πέντε μήνες ορμάει πάλι προς τη ζωή! Πραγματοποιεί τη διάσημη "πτήση της αναγέννησης του" και ζει ακόμη τριάντα χρόνια. ..."



Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Εδώ είναι ... Κορδοπάτης δεν είναι παίξε-γέλασε!!!




Θανάση Βαλτινού:



              Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη (απόσπασμα)


 ........Σε πέντε μήνες λαβαίνω ειδοποίηση από το πρακτορείο του Μαλούχου στην Τρίπολη. «Αυστροαμερικάνα» η εταιρία και το πλοίο θα έφευγε από Πάτρα για Νέα Ορλεάνη, όχι για Νέα Υόρκη. Ετοιμάστηκα πάλι και είπε ο αδερφός μου ο μεγάλος, αφού έφευγα εγώ, να πάρω και τον Πάνο. Το αποφασίσαμε εκείνη τη στιγμή. Κοντά σε μας αρματώθηκαν[1] άλλοι έξι. Όλοι μαζί φύγαμε από το χωριό τον Οκτώβριο στις πέντε, το ΄907. Στην Πάτρα φτάσαμε βράδυ, στα ψηφώματα[2]. Ψάξαμε για ξενοδοχείο, κλείσαμε κρεβάτια κι ύστερα βγήκαμε για φαγητό. Το πρωί σηκωθήκαμε χαράματα και περιμέναμε ν΄ ανοίξει η εταιρεία. Μας έστειλαν πάλι στο γιατρό κι αυτός μας κοίταζε έναν έναν.  Όσοι ήσαν για φευγιό τους έδινε χαρτί, όσοι δεν ήσαν τους γύριζε πίσω στα χωριά τους….

Αφού όλα τα ετοιμάσαμε, το βράδυ, πριν πέσει ο ήλιος, μπήκαμε στο πλοίο και κατά τις εννιά αναχωρήσαμε.

Τρεις μέρες προχωρήσαμε. Την Τρίτη, νύχτα μεσάνυχτα, το πλοίο χάλασε, χωρίς να καταλάβουμε τίποτα εμείς. Μονάχα οι πλοίαρχοι και οι μηχανικοί το ήξεραν, κι αντί για μπρος, γύριζε πίσω. Το διόρθωσαν και άρχισε πάλι να πηγαίνει, αλλά ψεύτικο διόρθωμα, έκανε μονάχα οκτώ μίλια.Δύο ώρες με τα πόδια, μια με το πλοίο Αυστροαμερικάνα. Έγερνε και στα πλάγια. Τεντωνόμασταν χάμω και πιάναμε το νερό της θάλασσας όταν ήταν γαλανή.  Όταν ο καιρός ήταν μαύρος, φίδια μας έτρωγαν. Η ψυχή του κόσμου ήταν βυθισμένη στο φόβο.

  Για φαγητό έσφαζαν και μας έδιναν κάτι παλιάλογα. Τα βλέπαμε, τα είχαν στα αμπάρια, και τα σιχαινόμασταν. Τρεις τέσσεροι από μας τα έτρωγαν, έκλειναν τα μάτια, η καρδιά τους το δεχότανε. Οι άλλοι κιντυνεύαμε από ασιτία[3].  Καμιά βδομάδα τη βγάλαμε μ΄ αυτά που είχαμε ψωνίσει στην Πάτρα, αλλά σωθήκανε[4]. Μας έδιναν κάτι ρέγκες με σκουλήκια, χαλασμένες, τις πετάγαμε.
 Ζούσαμε μέσα σ΄ αυτή τη φρίκη, από κάτω θάλασσα από πάνω ουρανός. Έπειτα άρχισε να κοχλάζει η ψείρα. Κάθονταν όρθιες στα πανωφόρια των επιβατών, άσπρες με ουρά. Και όλοι μαρτύραγαν από φαγούρα ατέλειωτη. Εμείς είχαμε αλειφτεί με τον υδράργυρο,[5] δεν είδαμε τέτοιο πράμα στα κορμιά μας.
Σε λίγες μέρες, με την αργοπορία του πλοίου, το νερό λιγόστεψε. Τρεις χιλιάδες κόσμος που ήμασταν μέσα διψάσαμε. Μαζευόμασταν μυρμήγκια με τις βίκες[6] μπροστά στα ντεπόζιτα και εκεί γινόταν χαλασμός..............
 
___________________________________________________________
[1] Αρματώνομαι: εφοδιάζομαι με τα απαραίτητα για το ταξίδι,    2 Το σούρουπo     3 Έλλειψη τροφής    4 Τελείωσαν   5 Ειδική αλοιφή (αργυραλοιφή) για να απωθηθούν οι ψείρες   6 Μεγάλα πήλινα αγγεία νερού.
 
 
 

 
 

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Τα τραίνα που ... φύγαν!!!

Πέτρινη γέφυρα λίγο έξω από την Κυπαρισσία, αφημένη στη φθορά του χρόνου


Πιστεύω πως αν ήθελε κάποιος να αξιολογήσει με βάση τη βαρύτητα των συνεπειών τους όλα τα σκάνδαλα που διέτρεξαν και διατρέχουν την πολιτική ζωή της χώρας τα τελευταία 100 χρόνια, πρώτο και με διαφορά πρέπει να έρχεται αυτό της εγκατάλειψης των σιδηροδρόμων. Όλες οι γραμμές της Πελοποννήσου έχουν μείνει στο 1904, όπως τις άφησαν οι Ιταλοί που τις κατασκεύασαν! Και μιλάμε για το πιο οικολογικό μέσο μεταφοράς που κινείται πάνω στη γη. Γιατί και οι ταχύτητες είναι πλέον πολύ μεγάλες και η χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας δεν βλάπτει καθόλου το περιβάλλον. Άσε που η τοποθέτηση φωτοβολταϊκών στους αμέτρητους χώρους που διαθέτουν οι σιδηρόδρομοι θα την καταστήσουν τελείως ανέξοδη. Στον μεγάλο και ιστορικό σταθμό του Άμστερνταμ υπάρχουν 14 διπλές ράμπες και ο τεράστιος ηλεκτρονικός πίνακας με τις αναχωρήσεις των συρμών φτάνει για να καλύψει μόνο το επόμενο δίωρο! Και όσο γι' αυτό το έρημο το δίκτυο που ιδίως στην Πελοπόννησο εγκαταλείφθηκε, πολλές γραμμές έχουν κλείσει, θα μας στοίχιζε η ανανέωση του πολύ φθηνότερα από χαράξεις καινούργιων δρόμων. Που, δεν λέω, και αυτές χρειάζονται. Αλλά για σκεφτείτε τη διαδρομή Κυπαρισσία- Αθήνα σε δυόμισυ ώρες! Και αυτό στο οποίο πάει τώρα το μυαλό σας για το ποιοί θα χάνανε, είναι αυτό που δίνει και την απάντηση στο μεγάλο γιατί; Εδώ και πολλά χρόνια οι λεωφορειούχοι του ΚΤΕΛ διατηρούσαν άριστες σχέσεις με την εξουσία. Πολλοί από αυτούς ήτανε και κομματάρχες. Ένας Βογιατζής διευθυντής του ΚΤΕΛ Ευβοίας υπήρξε επί ΕΡΕ (1954-1963) ο μόνιμος υπουργός συγκοινωνιών. Η δικτατορία δεν έκανε τίποτα για τα τραίνα. Και μετά την μεταπολίτευση ας μην ξεχνάμε τον αλήστου μνήμης Αντώνη Λιβάνη, τον αρχιλογιστή  και πολυλεωφορειούχο του ΚΤΕΛ Πάτρας, που υπήρξε το δεξί χέρι του Αντρέα Παπαντρέου. Αλλά και εκείνον τον περίεργο Γιώργο Πέτσο που συμπλήρωσε σχεδόν 10ετία  στο τιμόνι του ΟΣΕ. Απολογισμός >>>> έργο: μηδέν! χρέη: άπειρα!


Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Γράφονται και έτσι κάποια μικρά διηγήματα!!!





Στρατής Τσίρκας

Μνήμη

Μου τηλεφώνησε κάποιος φίλος· καθόμαστε στο ίδιο προάστιο.
      — Τα βράδια κλείνεσαι πάντα;
      — Εμ;
      — Φίνα. Θα 'ρτουμε με το Δημήτρη. Κάτι θέμε να σου ζητήσουμε.
     Ήρθανε γύρω στις εννιά. Τους έβγαλα καφεδάκι και μπήκαν αμέσως στο  προκείμενο.
     — Θέλουμε να μας γράψεις ένα μικρό διήγημα στη μνήμη του Σάββα.
     — Για σταθείτε, τους είπα. 'Ετσι ολούρμου* θαρρείτε πως γράφονται τα διηγήματα; Το Σάββα τον αγαπούσα... τον θαύμαζα. Πήγα στην κηδεία του, τον έκλαψα...
     — Περιμέναμε πως θα 'λεγες δυο λόγια πριν να τον χώσουν.
     — Δεν το σκέφτηκα. Κι ύστερα, ήμουν τσακισμένος. Την παραμονή τον είχα δει που έλεγε τα χωρατά του, κι ήταν τόσο ήρεμος. Και την άλλη, πάει ο καλός ο άνθρωπος.
     — Ώστε τον είδες την παραμονή;
     — Είναι ένας ξάδερφός μου στο νοσοκομείο, με κήλη, κι είχα πάει να του κάνω συντροφιά. Εκεί μπαίνει το γιατρουδάκι μας: χαιρετούρες, τραταρίσματα, ευγένειες. Ο ξάδερφος, καταλαβαίνετε, είναι στην πρώτη θέση. Γυρίζει μια στιγμή ο γιατρός και μου κάνει: Ξέρεις ποιον έχουμε κάτω, στο θάλαμο; Το Σάββα. Εγχειρίζεται αύριο.
    — Ώστε τ' αποφάσισε, λέω.
    — Τ' αποφάσισε το θηρίο!
    — Κι εσείς, τι λέτε;
    Στράβωσε τα μούτρα του. Κατάλαβα.
    - Του το είπατε;
   — Το ξέρει. Μα προτιμάει να το παίξει τώρα, παρά κάθε μέρα που... Δεν περνάς να τον δεις κατεβαίνοντας;
  — Είναι στο κρεβάτι;
  — Είναι με τις πιτζάμες, αλλά μπορείς να κρατήσεις το Σάββα πλαγιασμένο;
      Κατέβηκα και τον βρήκα στο διάδρομο. Είχε τρεις τέσσερις γυναικούλες γύρω του και τους κουβέντιαζε.
  — Γεια σου, Σάββα, του λέω.
  — Α, καλώς τον. Μια στιγμή να πεταχτώ στο θάλαμο να δω τι γίνεται ο άρρωστος. Θες να περιμένεις;
  — Θα περιμένω, του λέω. Για σένα ήρθα.
      Γύρισε σε λίγο.
  — Εντάξει, μου λέει. Ο άρρωστός μου κοιμάται βαθιά.
  — Ο άρρωστός σου;
  — Ε, ναι. Έχω έναν στο διπλανό κρεβάτι κι όλη νύχτα τον πάλευα. Ήθελε να σκοτωθεί. Είχε πάρει σουμπλιμέ* —«ερωτική απελπισία», ακούς εκεί; Τον φέρανε σε κακά χάλια. Κι αυτός ο καλός σου, μόλις συνέφερε κομμάτι*, πήρε δρόμο για την ταράτσα, να τα δώσει από κει πάνω. Καλά που τον κατάλαβα κι έτρεξα πίσω του. Το λαρύγγι μου γάνιασε* να τον κατηχάω όλη τη νύχτα. Ερωτική απελπισία, σου λέει. Να δεις κράση, να δεις κορμί. Ε, ρε, αδικίες ο κόσμος...
  — Ώστε, Σάββα, τ' αποφάσισες;
  — Να σου πω. Θέλω να ζω και να ξέρω πως σε κάτι χρησιμεύω. Έτσι, με το σήμερα και το αύριο δεν μπορώ να βάλω πλάνο. Τι να περιμένουμε και να χάνονται οι μέρες;
  — Κι ο γέρος σου θα έρτει αύριο;
  Εκεί τo μούτρο του για μια στιγμή συννέφιασε μα γρήγορα φωτίστηκε από μια εύθυμη σκέψη.
  — Έπρεπε να πάρω τις πιτζάμες μου, κατάλαβες; Του είπα λοιπόν πως η Εταιρεία με στέλνει στο Κάιρο, για να παραλάβω καινούριο καμιόνι* και θα λείψω μέρες. Φρόντισα και του γέμισα το κουτί του καφέ για μια βδομάδα. Τίποτ' άλλο δε χρειάζεται. Τι να τον έχω να τρώγεται; Αν είναι να το μάθει, θα το μάθει μια και καλή.
     Κάθισα με το Σάββα κάπου δυο ώρες κι όλο με το καλαμπούρι και το χωρατό του ήταν. Θυμηθήκαμε τα παλιά. Πώς γνωριστήκαμε κάτω από τις βόμβες μια νύχτα συναγερμού, που τριγυρίζανε τα Μέσερσμιτ* πάνω απ' την Αλεξάντρεια... Σηκώθηκα για να φύγω και δεν ήξερα πως να τον αποχαιρετήσω. Ο μορφασμός του γιατρού μού τριβέλιζε το μυαλό, και μ' έπιασε γλωσσοδέτης.
  — Έλα να φιληθούμε, μου λέει εκείνος. Αν δεν ξανανταμώσουμε, εσύ τη δουλειά σου, σύμφωνοι;
  — Αυτά να γράψεις, μου κάνει ο Δημήτρης.
  — Μα με τέτοια δε γίνεται διήγημα, δεν το καταλαβαίνεις; Αν έχεις να μου πεις τίποτα παράξενο, τίποτα έκτακτο που να έκανε...
  — Δημήτρη, πες του για τους αστυφύλακες.
  — Σώπα, μωρέ Νικόλα. Τι να τους κάνει τους αστυφύλακες; Α, να κάτι: Θυμάσαι τότε επί Φαρούκ*, που κανείς δεν τολμούσε να κατεβεί στο δρόμο για να μαζέψουμε υπογραφές στη Διακήρυξη της Στοκχόλμης*. Ο Σάββας έκανε την αρχή. Διάλεξε τον τομέα του Τελωνείου και τον αλώνισε. Άλλους, τους πιάσανε. Δυο φάγαν απέλαση, θυμάσαι; Μα ο Σάββας όχι μόνο δεν πιάστηκε, αλλά κατάφερε και να πάρει την υπογραφή του αξιωματικού που του έκανε την ανάκριση.
  — Πώς τον κατάφερε;
  — Του εξήγησε. Του διάβασε τη διακήρυξη κι ο άλλος είπε: Μα τούτο το υπογράφω κι εγώ.
  — Άλλες λεπτομέρειες; Αν ξέραμε περισσότερα...
  — Τι τα χρειάζεσαι; Δε σου φτάνει πως πήρε την υπογραφή εκεινού που θα διάταζε να τον πιάσουν;
  — Στο διήγημα δεν είναι τα γεγονότα που λογαριάζουν, μα πώς γινήκανε και πώς τα περιγράφεις. Χωρίς ψυχολογικές λεπτομέρειες κανείς δε θα σε πιστέψει.
  — Δημήτρη, πες του για τους αστυφύλακες.
  — Σώπα, μωρέ. Δε βλέπεις τι σου λέει;
  - Γράψε τότε για την κηδεία. Για το γέρο του και τ' αδερφάκι του. Τι ωραία που στάθηκαν. Γράψε για τον κόσμο που έκλαιε...
  —  Α, τώρα θυμήθηκα, τον έκοψε ο Δημήτρης. Αλλά τούτο δε θα μπαίνει σε διήγημα. Ήταν όταν τον ψέλναν στο εκκλησάκι. Είχα μείνει στα σκαλοπάτια και με διπλάρωσε ο ένας από τους νεκροθάφτες, ο Ρωμιός. Βυθομετρούσε την κατάσταση για το φιλοδώρημα: Για κοίτα κόσμος, μου λέει. Πού βρέθηκαν τόσοι γιατροί, δικηγόροι, δάσκαλοι. Τι κοπέλες, τι γέροι, τι παιδιά. Τόση αργατιά. Παλαιοί πολεμιστές και ανάπηροι με τα λάβαρα... Τι ήταν ο μακαρίτης;
  — Σοφέρ, του κάνω. Σοφέρ σε καμιόνι.
  — Τίποτα μασονία*, ε;
  — Ποια μασονία τσαμπουνάς*, ευλογημένε. Άνθρωπος ήταν σαν κι εμάς.
  — Και τόσα κόκκινα τριαντάφυλλα; Αλλού αυτά... Εδώ κοντεύει ν' αδειάσετε τ' ανθοπωλεία. Εκτός αν δεν ξέρεις του λόγου σου. Μα το Σταμάτη (θα τον λένε Σταμάτη) δεν τον γελάει κανείς. Χρόνια στο επάγγελμα. Μπορώ με το πρώτο να σου πω αν ο μακαρίτης είχε τη σειρά του, αν τον κλαίνε στ' αλήθεια ή στα ψέματα. Του λόγου σου, για παράδειγμα, συγγενής σου ήταν;
  — Συγγενής όχι, μα φίλος.
  — Τι φιλίες μπορούσες να έχεις του λόγου σου μ' ένα σοφέρ; Βλέπεις; Κι άκουσε να σου πω. Χρόνια έχω να δω τόσους πολλούς να κάνουνε σειρά, ποιος θα πρωτοσηκώσει το σεντούκι. Πολύ παράξενος σοφέρ, μα την αλήθεια!
  — Αμ, οι δυο αστυφύλακες; είπε τώρα ο Νικόλας. Πώς το πήρανε χαμπάρι και τρέξανε;
  — Οι δυο που ήταν στην κηδεία; Είπα εγώ. Θα τους έστειλε η Ασφάλεια.
  — Ασφάλεια και πράσινα άλογα! Ήταν της Τροχαίας, φίλοι του. Όλοι της Τροχαίας τον ξέραν και τον αγαπούσαν. Όποιος ήθελε φάρμακο στο Σάββα πήγαινε. Τον σταματούσαν με το καμιόνι του όπου και να 'ταν, σε σταυροδρόμι, στην Κορνίς*. Το και το, του λέγανε: το κεφάλι, τα νεφρά, ρευματισμοί. Κι αυτός τους βόλευε. Με δείγματα από το φαρμακεμπορείο που δούλευε.
     Σωπάσαμε κάμποσο. Σα να μας φάνηκε πως ο Σάββας πηγαινοερχόταν μέσα στο γραφείο με την ντουμανιασμένη* ατμόσφαιρα. Χαμογελούσε ήρεμα: Αν δεν ξανανταμώσουμε, εσύ τη δουλειά σου. Σύμφωνοι;
  — Τι λες, γίνεται τίποτα;
  — Δε σας υπόσχομαι. Μα θα προσπαθήσω.
      Τους έβγαλα ως το κεφαλόσκαλο. Με καληνύχτισαν και φύγανε.

 
ολούρμου: καταλαβαίνεις· εδώ επιρρηματικά: όπως όπως.
σουμπλιμέ: (λ. γαλλ.)· χλωριούχος υδράργυρος. Χρησιμοποιείται ως δηλητήριο ή αντισηπτικό.
συνέφερε κομμάτι: καλυτέρεψε λίγο.
γάνιασε: (το ρ. γανιάζω) στέγνωσε.
καμιόνι: (λ. γαλλ.)· φορτηγό αυτοκίνητο.
Μέσερσμιτ: γερμανικά αεροπλάνα που χρησιμοποιήθηκαν στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
επί Φαρούκ: ήταν βασιλιάς της Αιγύπτου, που εκθρονίστηκε το 1952.
Διακήρυξη της Στοκχόλμης: Το 1949 στη Στοκχόλμη το παγκόσμιο συμβούλιο της ειρήνης (πρόεδρος Ζολιό Κιουρί) με τη διακήρυξη αυτή συγκέντρωσε υπογραφές απ' όλο τον κόσμο για τη διακήρυξη της ειρήνης.
μασονία: η εταιρία των μασόνων (τεκτόνων).
τσαμπουνάω: φλυαρώ, αερολογώ.
Κορνίς: παραλία της Αλεξάνδρειας.
ντουμανιασμένη ατμόσφαιρα: ατμόσφαιρα γεμάτη καπνούς.

 Σημείωση: το διήγημα δανείστηκα από το «Ψηφιακό Σχολείο».