Κυριακή 11 Απριλίου 2021

ΕΝΑ ΣΠΑΝΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΦΙΔΑ

 



Από το σπουδαίο έργο του Κυριάκου Σιμόπουλου «ΞΕΝΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» τόμος Β (1700-1800) αλίευσα (σελ.690-721) κάποια στοιχεία για τη σταφίδα που τα παραθέτω:

«Ο Felix Beaujour(Φ.Μπ.) βαθύς γνώστης του εμπορίου της οθωμανικής Ανατολής, που υπηρέτησε για πολλά χρόνια ως πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, πήρε εντολή από την κυβέρνησή του να περιηγηθεί ολόκληρo τον ελληνικό χώρο από τη Θράκη ως το Μωριά και υποβάλει υπόμνημα με τις παρατηρήσεις του για τα τοπικά προϊόντα, τις γεωργικές εργασίες, τη βιοτεχνία και το εμπόριο, αλλά και για τον πληθυσμό κάθε τόπου, τη διοίκηση, το δημόσιο και κοινωνικό βίο. Καρπός αυτών των περιοδειών και της επιτόπιας μελέτης υπήρξε το χρονικό του για το «ελληνικό εμπόριο» που αποτελεί μία από τις πιο αυθεντικές πηγές πληροφοριών για την οικονομική ζωή και εξέλιξη του ελληνικού χώρου κατά τη δεκαετία 1787-1797.  …………. Γράφει για τη σταφίδα: Ένα από τα σημαντικά εξαγώγιμα ελληνικά προϊόντα στα τέλη του ΙΗ’ αιώνα ήταν η κορινθιακή σταφίδα. Καλλιεργείται, γράφει ο Φ.Μπ., στην περιοχή της Βοστίτσας (Αίγιο) και της Πάτρας. Ευδοκιμεί κυρίως στα εδάφη της Αχαΐας και σε μερικά τμήματα της αντικρινής Αιτωλίας καθώς και της Λοκρίδας. Πέτυχε επίσης η καλλιέργεια στη Ζάκυνθο, Ιθάκη και Κεφαλονιά.

Η μέση ετήσια παραγωγή κορινθιακής στο Μωριά υπολόγιζόταν σε 10.000.000 γαλλικές λίτρες (σημ. 1λίτρα= 0.32 οκάδες=0,25 κιλά). Η Πάτρα και η περιοχή της έδιναν κάπου 4.000.000 η επαρχία Βοστίτσας 2.000.000. Τα υπόλοιπα 4.000.000 προέρχονταν από το Ξυλόκαστρο, το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι. Η τοπική κατανάλωση σταφίδας ήταν μικρή. Έτσι οι εξαγωγές έφθαναν τα 8.000.000 λίτρες εκ των οποίων τα 5/8 απορροφούσε η Αγγλία. Τα 2/8 κατέληγαν στις αγορές της Ολλανδίας, της Αμερικής και της Δανίας. Το υπόλοιπο 1/8 μοιραζόταν ανάμεσα στη Γαλλία και στην Ιταλία.

Η χρήση λιπασμάτων στους σταφιδαμπελώνες είναι άγνωστη στο Μωριά, γράφει ο Φ.Μπ. Μεταχειρίζονται ωστόσο λιπάσματα στη Ζάκυνθο. «Γνώρισα δυο Ζακυνθινούς κτηματίες που κάθε φθινόπωρο ξελάκκωναν τα κούρβουλα και έριχναν, ο ένας τσίπουρα, ο άλλος αλάτι ανακατωμένο με στάχτη». Και όπως εξακρίβωσε εξασφάλιζαν με αυτό τον τρόπο μεγαλύτερη παραγωγή.

Ο Γάλλος πρόξενος περιγράφει ένα περίεργο τρόπο κατασκευής αλωνιού οπού ξεραίνεται η σταφίδα. «Παίρνουν κοπριά, αίμα βοδινό και άχερα και τα ανακατεύουν σε νερό. Με το παχύρευστο και γλοιώδες υγρό που δημιουργείται καλύπτουν όλη την επιφάνεια του αλωνιού. Ο ήλιος ξεραίνει το υγρό και σχηματίζεται μια χοντρή κρούστα ίδιο βερνίκι. Έτσι δεν ανακατεύεται το χώμα με τις ρόγες και το τσαμπί ξεραίνεται γρηγορότερα».

Ο Φ.Μπ. παρακολούθησε και την εναποθήκευση της σταφίδας. Οι αποθήκες ήταν ερμητικά κλεισμένες και είχαν ένα άνοιγμα επάνω και μια πόρτα στη βάση. Η πόρτα άνοιγε μονάχα την εποχή που άρχιζαν οι πωλήσεις. Από το άνοιγμα που βρισκόταν στη στέγη έρριχναν στη σταφίδα ώσπου γέμιζε η αποθήκη. Καθώς πιεζόταν από το ίδιο της το βάρος συνθλιβόταν και έβγαζε ένα γλοιώδες υγρό με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται σε μια μάζα τόσο στερεή που χρειάζονταν σιδερόφτυαρα για να γεμίσουν τα βαρέλια. Πατίκωναν ύστερα τη σταφίδα στα βαρέλια με γυμνά πόδια ώστε να καταλάβει λιγότερο χώρο, να αφαιρεθεί ο αέρας και να διατηρηθεί καλύτερα κατά τη μεταφορά ως την άκρη του κόσμου. Στα χρόνια των περιηγήσεων του Φ.Μπ. η τιμή της κορινθιακής ήταν 80 πιάστρα το χιλιόλιτρο. Στην τιμή αυτή περιλαμβάνονταν όλα τα έξοδα που ήταν τεράστια και διπλασίαζαν την αρχική τιμή.  ………».

 

 

Σχόλιο:  ως γέννημα θρέμμα σταφιδοπαραγωγών της Τριφυλίας μένω έκπληκτος βλέποντας πως η τιμή αυτού του προϊόντος που στις πολύ δύσκολες εποχές κράτησε στη ζωή χιλιάδες ανθρώπους, ήταν και τότε εξευτελιστική. Με υπολογισμούς βγαίνει 0.20 πιάστρα το κιλό όταν η τιμή του μοσχαρίσιου κρέατος, όπως γράφει ο ίδιος, ήταν 5 πιάστρα και του αρνίσιου 8. Βέβαια η κτηνοτροφία ταλανιζόταν από τη δράση στη ύπαιθρο των ληστοσυμμοριών και το κρέας ήταν πανάκριβο. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι μόνο 4 φορές το χρόνο είχαν κρέας στο τραπέζι τους: Αγίου Γεωργίου, Αγίου Δημητρίου, Χριστούγεννα και Πάσχα. Όπως σημειώνει ο ίδιος περιηγητής.  

 

Πληκτρολόγηση και σχόλιο Δημήτρης Κουκουλάς

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2020

Γιώργος Σεφέρης: "Κράτησα τη ζωή μου"!

 

Γιώργος Σεφέρης, Επιφάνια, 1937

Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά· τ’ άστρα του Κύκνου κι’ εκείνο τ’ άστρο ό Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου˙ στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές ˙ o χιονισμένος
κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι’ οι δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ· ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση, της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες

πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι’ αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού σ’ αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ό δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ό δρόμος δεν έχει αλλαγή˙ κράτησα τη ζωή μου.
                                                                         Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.




Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2020

ΑΣ ΛΕΜΕ ΚΑΙ ΚΑΤΙ, ΚΑΘΕ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

 

                                    Δεν φταίει μόνο ο «Χατζηπετρής»!                                        

 

  

     Η ανθρωπότητα μέχρι σήμερα γνώρισε πολλές Επιδημίες (εξαπλούμενο μεταδιδόμενο νόσημα) και Πανδημίες (προσβολή μεγάλου μέρους του πληθυσμού από μεταδιδόμενο νόσημα) αλλά μέσα σε τελείως διαφορετικές από σήμερα συνθήκες. Είναι χαρακτηριστική η περιγραφή που κάνει ο Παπαδιαμάντης, στην αρχή του πρώτου έργου του «Η Μετανάστις», της φοβερής εκείνης επιδημίας Πανούκλας της Μασσαλίας του 1720 της αποκαλούμενης και «Μαύρου Θανάτου» που αποδεκάτισε την πόλη και από τις περίπου 200.000 κατοίκους θέρισε τους μισούς:

       «…Η Μασσαλία εσάλευε μεταξύ πτωμάτων ανδρών και γυναικών και θολερού ατμού, ανεβαίνοντος εις τον αιθέρα, όστις εις τους οφθαλμούς δεισιδαιμόνων ανθρώπων, εφαίνετο ως περιβάλλων τας ψυχάς των ατυχών θυμάτων. Δεν ηκούοντο πλέον οδυρμοί και θρήνοι, δεν ηκούοντο ψαλμοί και ευχαί. Αι οδοί ήσαν έρημοι διαβατών. Αι οικίαι, αι πλείσται με ανοικτά τα παράθυρα και κεκλεισμένας τας θύρας, έφερον επ’ αυτών κιτρίνους και μέλανας σταυρούς και άλλα πένθιμα σήματα. ……».

     Μόνο που ήταν αλλιώς τότε τα πράγματα, διαφορετική ζωή χωρίς ευχέρεια μετακινήσεων, άλλα τα μέσα και οι δυνατότητες, ιατρική επιστήμη ανίσχυρη και οι ασθενείς παραδομένοι στο έλεος των επουρανίων δυνάμεων.

     Και έρχεται τώρα αυτός ο covid-19 μέσα στο απόγειο της τεχνολογικής εξέλιξης και της επιστήμης και μας «παίρνει τα σώβρακα» που λένε και στο ποδόσφαιρο. Με μια πρωτοφανή ταχύτητα μετάδοσης κατορθώνει μέσα σε λίγους μήνες να αγκαλιάσει ολόκληρο τον πλανήτη.              Πολύ γρήγορα, δηλαδή, παίρνει το στέμμα, την κορώνα της Πανδημίας και γίνεται Αυτοκράτωρ, οπότε σωστά αποκαλείται Κορωναϊός.

     Και καθόμαστε τώρα με τις μάσκες περιμένοντας το εμβόλιο να μας σώσει και κάποιοι επιρρίπτουν ευθύνες σε αυτούς τάχα που τον δημιούργησαν: φταίει ο ένας φταίει ο άλλος «φταίει ο Χατζηπετρής». Ας μην κυνηγάμε φαντάσματα και να δούμε μήπως φταίμε αν όχι όλοι αλλά η μεγάλη πλειοψηφία που κατοικούμε αυτόν τον πλανήτη;

     Γιατί κάποιοι που παρατηρούν τα πράγματα λένε το εξής απλό: ότι παρόλο που οι περισσότερες παλιές επιδημίες ξεκινούσαν και αυτές από ζώα, τώρα έχουμε την ίδια προέλευση και τα τελευταία χρόνια μας ήρθαν πολλές προειδοποιήσεις «γρίπη των πτηνών» «τρελές αγελάδες» «νόσος των χοίρων» που μας έδειξαν ότι όλα αυτά προήλθαν από την πιεστική ανάγκη κάλυψης της διαρκώς αυξανόμενης ζήτησης κρέατος και την επινόηση της σταβλισμένης κτηνοτροφίας, που διόλου απίθανο να ξεπέταξε και τον covid-19.

     Καθώς όπως ισχυρίζονται αυτή η δραματική αλλαγή της παραδοσιακής κτηνοτροφίας έβγαλε τέρατα. Η ακινησία από τη μια μεριά μαζί με την κατάργηση της ελεύθερης βοσκής όπου τα ζώα τσιμπάγανε αποδώ κι’ αποκεί διάφορα χόρτα και σπόρους συν τα φάρμακα και τις αντιβιώσεις που τους βάζουν μαζικά στις τροφές τους για να παίρνουνε βάρος, αδυνατίζουν το ανοσοποιητικό τους σύστημα με αποτέλεσμα να ξεπηδάνε κάτι πρωτοφανή και αλλόκοτα … πραματάκια!

     Μόνο που το παράδοξο είναι πως αυτή η τεράστια αύξηση της ζήτησης κρέατος δεν προήλθε αποκλειστικά από την άνοδο του βιοτικού επιπέδου εκατομμυρίων ανθρώπων των μεγάλων κρατών της Κίνας της Ινδίας του Μεξικού της Βραζιλίας κλπ…κλπ, αλλά πιο πολύ από την ιλιγγιώδη αύξηση της κρεοφαγίας του δυτικού κόσμου. Υπάρχουν δίπλα μας άνθρωποι που τρώνε κάθε μέρα κρέας και χωρίς σαλάτα, «κρέας με κρέας» όπως το λένε, κάτι που είδα και με τα ίδια μου τα μάτια και δεν το πίστευα: βρισκόμουν σε επαρχιακή πόλη για δουλειές και την ώρα που έτρωγα σε ένα μικρό ταβερνάκι στο διπλανό μου τραπέζι κάθισαν δυο τύποι με σορτσάκια «προτεταμένες γαστέρες» και σαγιονάρες και αφού ρώτησαν τον ταβερνιάρη και τους είπε για ένα καταπληκτικό μοσχάρι στιφάδο παρήγγειλαν από μια μερίδα ο καθένα και την ώρα που αυτός γυρνούσε να φύγει του φώναξαν «φέρε και μια μερίδα ακόμη να τη βάλουμε στη μέση για σαλάτα».

      Δεν είμαι χορτοφάγος τρώου κρέας και ντρέπομαι αλλά μιας και προέρχομαι από άλλους χρόνους και εποχές πασχίζω να κρατάω, τουλάχιστον, εκείνο το παλιό: κρέας μόνο την Κυριακή. Αλλά τι τα θες από όποιο δρόμο και να πάμε πάλι πάνω στο θέμα της αλλόκοτης ζωής μας και του ταλαίπωρου περιβάλλοντος πέφτουμε.

 

 

 

Δημήτρης Κουκουλάς

Παρασκευή 04/09/2020

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020

ΑΣ ΛΕΜΕ ΚΑΙ ΚΑΤΙ, ΚΑΘΕ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ




Με αφορμή το θάνατο του Γιάννη Πουλόπουλου ακούσαμε για μια ακόμη φορά από τα διάφορα μίντια το ίδιο μοιρολόϊ για το κακό που μας βρίσκει με τους μεγάλους που χάνονται αφού σήμερα τέτοιες φωνές δεν υπάρχουν και ούτε θα ξαναβγούν! Μια πλάνη που ακούγεται κατά κόρον από τα σχετικά μνημοσυνιακά αφιεώματα των καναλιών και την οποία, δυστυχώς, ασπάζονται με έπαρση και οι γερασμένοι καλλιτέχνες που συμμετέχουν. Ακόμη και ο πιο σεμνός από αυτούς ο εκλιπών Πουλόπουλος σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του κάπου στα μέσα του ’90, ήταν απόλυτος: δεν υπάρχει σήμερα τίποτα! Μόνο που του ξέφυγε μια αλήθεια: τα τραγούδια της εποχής μου που τραγουδούσε ο πολύς κόσμος ήταν κυρίως τουρκοτσιφτετέλια!
«Μαντουμπάλα» «Ζιγκουάλα» «Νινανά γιαβρούμ νανανάϊ νάϊ» «Τάμπα τούμπα τάμπα τούμπα» «Θα τα κάψω τα ρημάδια τα λεφτά μου», τραγούδαγε η Ελλάδα και εμείς με Θεοδωράκη Χατζιδάκι Λοϊζο Λεοντή Μαρκόπουλο Γκάτσο Ελευθερίου Ελύτη Ρίτσο Σεφέρη, ψάχνουμε ένα άλλοθι σαν χαλί να κρύψουμε από κάτω τα σκουπίδια.
Αν θέλουμε να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά οι μεγάλοι δημιουργοί ήταν αυτοί οι μεροκαματιάρηδες που δεν αξιώθηκαν να γνωρίσουν προβολή και δημοσιότητα δεν ανέπτυξαν ανταγωνισμούς ήτανε φίλοι μεταξύ τους, δούλευαν με σεμνότητα αυτοδίδακτοι μεγάλες φωνές συνθέτες και στιχουργοί που μας άφησαν τραγούδια αιώνια: Βαμβακάρης, Μπαγιαντέρας, Παπαϊωάννου, Παγιουμτζής, Τσαουσάκης, Νίνου, Μπέλου, Μητσάκης, Χατζηχρήστος, Τσιτσάνης κλπ, κλπ. Οι άλλοι της δεκαετίας ’65-’75 καλές φωνές και συνθέτες πέσανε πάνω στον ανερχόμενο νεοπλουτισμό των συμπατριωτών μας που μαζί με τα κρεμασμένα στα περίπτερα κουτσομπολοπεριοδικά υποδαύλιζαν βεντετισμό και ανταγωνισμούς που για μια θέση στη μαρκίζα του μαγαζιού ήταν έτοιμοι να δαγκώσουν λαρύγγια.
Και έρχονται και μας λένε σήμερα πως δεν υπάρχουν ταλέντα καθώς αδυνατούν να καταλάβουν τις κατακλυσμιαίες μεταβολές που επήλθαν στη ζωή μας με ιντερνέτ μίντια και τηλεόραση. Σήμερα και αν υπάρχουν ταλέντα μόνο που μας έφαγε το play list και το promotion. Και ποια ονόματα να πρωτοαναφέρεις: αυτούς που ήρθαν από τα παλιά Νταλάρας Μητροπάνος Μητσιάς Αλεξίου Γαλάνη Πρωτοψάλτη γιατί προσαρμόστηκαν στο καινούργιο, τον Μικρούτσικο που χάσαμε πρόσφατα τον Μαχαιρίτσα τους Κατσιμίχα τον Αγγελάκα, το Ζιώγαλα τον Πασχαλίδη τον Ιωαννίδη το Χαρούλη την Αρβανιτάκη τη Γλυκερία το Θ. Παπακωνσταντίνου τον Μάλαμα τον Περίδη τον Πορτοκάλογλου το Θηβαίο τη Βελεσιώτου τη Ζαμάνη και άλλους και άλλους δυνατούς καλλιτέχνες με ικανότητες, μόνο που σήμερα είναι αλλιώτικη η ζωή και η κοινωνία.


Δημήτρης Κουκουλάς
Παρακευή 28/08/2020

Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

Τέσσερα συγκλονιστικά αποσπάσματα από τα "Βερολινέζικα Χρονικά" του Γιόζεφ Ροτ

 

                                                        JOSEPH  ROTH

 

                    

   

 

 

Τέσσερα συγκλονιστικά αποσπάσματα από τα         

  "Βερολινέζικα Χρονικά" του Γιόζεφ Ροτ

(Κείμενα με την πιο διαυγή ίσως καταγραφή του Βερολίνου της Βαϊμάρης)

  

     Το Βερολίνο της Βαϊμάρης, για το οποίο γράφει ο Γιόζεφ Ροτ δεν είναι το εξωραϊσμένο Βερολίνο της ελευθερίας, της νυχτερινής ζωής και των πνευματικών ενατενίσεων. Είναι η πόλη όπου καταφεύγουν οι απανταχού αποσυνάγωγοι, ένα αναγκαστικό ερημητήριο ταραγμένων ψυχών και κατατρεγμένων. «Η πόλη είχε κάτι το άγαρμπο, το αδέξιο, το χαοτικό» γράφει, ακολουθώντας τις ρεαλιστικές καταγραφές του Ροτ, ο Michael Hofmann στην κατατοπιστική εισαγωγή των Βερολινέζικων Χρονικών, 1920-1933 (μτφρ. Μ. Αγγελίδου, εκδ. Άγρα), χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τα οποία αναδημοσιεύει παρακάτω το Lifo.gr. με την άδεια του Έλληνα εκδότη.  

     Τα αποσπάσματα από το συγκεκριμένο κεφάλαιο περιγράφουν τα άσυλα της νύχτας και τα συσσίτια για τους χιλιάδες Εβραίους μετανάστες από την Ανατολική Ευρώπη, οι οποίοι συρρέουν στην πόλη, την περίοδο της οικονομικής κατάπτωσης της Γερμανίας. Πρόκειται για εξαιρετικό, παραστατικότατο κείμενο, με εντυπωσιακές αναλογίες με τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα.

 

 

                                            ΤΟ ΑΣΥΛΟ

 

     Κόκκινα τούβλα. Η απελπιστική ομοιομορφία αυστηρότητας και σταθερότητας, που σ' αυτήν τη χώρα αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα κυβερνητικών κτιρίων, νοσοκομείων, φυλακών, σχολείων, ταχυδρομείων και εκκλησιών. Μάταια πασχίζει ένας κήπος μ' όλη τη φθινοπωρινή πολύχρωμη δόξα των δέντρων του να χαρίσει μια πινελιά καλαισθησίας στο κρατικό πρόσωπο του ιδρύματος. Το Άσυλο επιμένει: κόκκινα τούβλα, κυβερνητικό κτίριο, μοιάζει σαν να 'ναι με το ζόρι βαλμένο μέσα στη φύση. Η Φρέμπελστρασε, άλλωστε, βρίσκεται σε μια περιοχή του Βερολίνου όπου κυριαρχεί η ατμόσφαιρα των κόκκινων τούβλων. Δεξιά, ένας φράχτης γύρω από μια ανοιχτή ή μισάνοιχτη πλατεία. Λίγο πιο κάτω ένα κάρο μόνο του, μάλλον κάποιων πλανόδιων. Η λεωφόρος Πρέντσλαουερ χρωστάει το γοητευτικό της όνομα στα λίγα αναιμικά δεντράκια που έχουν τις ρίζες τους στο συνοικιακό πλακόστρωτο της φτώχειας και όχι στη Φύση – που είναι δηλαδή δημαρχιακές αποφάσεις και όχι δέντρα. Μπροστά είναι το νοσοκομείο, το Άσυλο των Αστέγων παραπίσω. Στην είσοδο η αστυνομία καλωσορίζει φιλικά όλους αυτούς που προσπαθούν να της ξεφύγουν. Οι διάδρομοι είναι γυμνοί, ασβεστωμένοι, υπηρεσιακοί. Ο προϊστάμενος επόπτης είναι ένας ψηλός, ξανθός, καλοσυνάτος άνθρωπος που καταλαβαίνει πολλά επειδή έχει δει πολλά. Γενικά, οι υπάλληλοι εδώ φοράνε ανθρωπιά κάτω από τη στολή τους. Όποιος ελέγχει καθημερινά την αθλιότητα, μαθαίνει να συγχωρεί την αμαρτία. Όλοι οι κρατικοί υπάλληλοι θα έπρεπε να υπηρετούν έναν μήνα στο Άσυλο των Αστέγων. Για να εκπαιδεύονται στην αγάπη.

  

 

                      ΚΟΙΤΩΝΕΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

 

     Το μήκος των κοιτώνων είναι υπερβολικά μεγάλο σε σύγκριση με το πλάτος τους. Θα μπορούσε κανείς να κάνει τον περίπατό του στους στενόμακρους χώρους, αν τα κρεβάτια δεν ήταν παρατεταγμένα, στρατιωτικά στοιχημένα σε δύο αράδες, μπροστά από τους τοίχους, αντικριστά. Ο διάδρομος, στη μέση, έχει και άλλα κρεβάτια. Σιδερένια κρεβάτια, με μεταλλικούς σομιέδες, κρεβάτια για τιμωρημένους. Κάθε άστεγος παίρνει μια κουβέρτα από ύφασμα και χαρτί, λεπτή, αλλά καθαρή και απολυμασμένη. Πάνω σ' αυτές τις κουβέρτες ζαρώνουν, ξαπλώνουν, κοιμούνται οι άστεγοι. Μορφές γκροτέσκες, μοιάζουν βγαλμένες απ' τις σελίδες που η παγκόσμια λογοτεχνία έχει αφιερώσει στην περιπέτεια και στη δυστυχία. Μοιάζουν σαν ψεύτικοι σχεδόν. Γέροι ντυμένοι με κουρέλια, με γκρίζα γένια, αλήτες που κουβαλούν στις σκυφτές τους πλάτες ένα μπογαλάκι παρελθόν. Οι αρβύλες τους έχουν πάνω τους τη σκόνη από δεκαετίες οδοιπορίας και περιπλάνησης. Άντρες στα μισά της ζωής, με στολές λειψές, μισές και αυτές, με πρόσωπα σημαδεμένα από την πείνα και τη σκληρότητα. Νέοι, με παντελόνια που τους πέφτουν μεγάλα, τα μάτια τους να λάμπουν, από τον φόβο του κυνηγημένου – κι από πείσμα. Γυναίκες με σκούρα, άχρωμα κουρέλια, ντροπαλές και ξεδιάντροπες, περίεργες και αδιάφορες, ταραγμένες και παραιτημένες. Εκατό σε κάθε κοιτώνα. Οι γυναίκες, οι άντρες, οι ανήλικοι χώρια. Παίρνει κάπου δύο ώρες να συμπληρωθεί ο αριθμός. Από τις τέσσερις το απόγευμα ως τις εννιά το βράδυ είναι οι ώρες υποδοχής. Μια γαβάθα αχνιστή σούπα για τον καθένα. Όποιος έχει τα χάλια του, παίρνει και δεύτερο πιάτο. Κάθε πρωί είναι εκεί ο γιατρός, πολλοί στέκονται στην ουρά για να τους κοιτάξει. Οι περισσότεροι έχουν προβλήματα με τα πόδια τους. Είναι άνθρωποι που μια ζωή αναγκάζονται να τη βγάλουν περπατώντας και στα όρθια. Οι μισοί περίπου πάσχουν από αφροδίσια νοσήματα. Όλοι σχεδόν έχουν ψείρες. Δύσκολα τους πείθει κανείς να καθαριστούν. Η απολύμανση καταστρέφει τα ρούχα τους. Προτιμούν να ζουν με τις ψείρες, παρά με ακόμα πιο κουρελιασμένα ρούχα.   Κάποτε, χιλιάδες άνθρωποι ζούσαν προσωρινά στο Άσυλο των Αστέγων.  

 

 

                                             ΟΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ

 

 

     Οι οικογένειες μένουν σε χωριστά, ξύλινα παραπήγματα, μέσα στους κοιτώνες. Κάποιοι τα 'χουν βολεμένα, συγυρισμένα καλά. Σε κάθε γωνιά του κοιτώνα υπάρχει γκαζιέρα. Εδώ οι γυναίκες μαγειρεύουν. Μπουγάδα κρεμασμένη σε σκοινιά, ρούχα που στεγνώνουν μέσα στον αχνό των ζεστών φαγητών, της χώνεψης, των πολλών ανθρώπων σε κλειστό χώρο. Σε κάθε παράπηγμα μια λάμπα. Εδώ μένουν πρόσφυγες. Από την Πρωσία, τη Ρηνανία, το Χόλσταϊν. Γνωρίζονται. Κάνουν επισκέψεις μεταξύ τους. Κάποιοι έχουν λίγα έπιπλα φερμένα μαζί τους, κάποιοι έχουν καταφέρει να βρουν εδώ. Φαντάζομαι πως οι γυναίκες πιάνουν πότε-πότε κι εδώ τον καβγά. Για ένα παιδί, για ένα κατσαρόλι – συμβαίνει να τσακώνονται οι φτωχοί για τέτοια μικροπράγματα. Τα παιδιά είναι ξανθά, λίγο άπλυτα. Δεν έχουν ωραία παιχνίδια και ο κόσμος τους είναι μια αυλή, δέκα χαλίκια, ένα δέντρο και τα γύρω-γύρω. Α, τα γύρω-γύρω είναι το καλύτερο!    

 

 

                          Ο ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ

 

 

     Κάθισα κοντά του, μαζί του, στο παράπηγμά του. Ο αντισυνταγματάρχης κύριος Μπεσίν είναι αξιωματικός του τσαρικού στρατού, λιποτάκτης. Βρίσκεται στο Βερολίνο από τον Απρίλιο. Είναι γέρος και περήφανος κι αλύγιστος. Περπατάει λίγο λοξά με το πλάι, στραβά: αφού ο κόσμος ολόκληρος έχει στραβώσει. Επανάσταση! Ο τσάρος, ο πατερούλης, πάει! Πού είναι ο τσάρος; Πού είναι οι αξιωματικοί του; Πού είναι οι επιτελάρχες; Πού είναι η Ρωσία; Η Μεγάλη Ρωσία; Έχει πολεμήσει στον Κινεζικό, στον Ιαπωνικό, στον Μεγάλο Πόλεμο. Ήταν αντισυνταγματάρχης στο Γενικό Επιτελείο. Στο τέλος, στη Ρίγα. Μιλάει πολύ καλά γερμανικά, χαίρεται που μαζί μου μπορεί να μιλήσει ρωσικά. Δίπλα στο κρεβάτι του έχει εφημερίδες και βιβλία. Διαβάζει ό,τι πέσει στα χέρια του. Το στρατιωτικό του πηλήκιο κρέμεται στον τοίχο. Μου το δείχνει με παιδιάστικο, συγκινητικό καμάρι, όπως ένα αγόρι θα 'δειχνε το ταμπούρλο του. Θα ήθελε να δουλέψει. Δεν θέλει να γίνεται βάρος στην πόλη. Αντισυνταγματάρχης είναι. Για πόσο ακόμα θα κάνουν κομάντο οι μπολσεβίκοι; Όχι για πολύ! Είναι τρέλα! Πού είναι ο τσάρος; Ο πατερούλης ο Τσάρος; Πού είναι η Ρωσία; Έχει οικογένεια. Τα παιδιά του – μπορεί να χουν παντρευτεί, να 'ναι ποιος ξέρει πού, να 'χουν σκοτωθεί! Τι κόσμος είναι τούτος! Στραβός κόσμος! Ο καημένος ο αντισυνταγματάρχης! Η Ιστορία έκανε μια τούμπα και ο αντισυνταγματάρχης έπεσε στο Άσυλο των Αστέγων. Κάποτε, χιλιάδες άνθρωποι ζούσαν προσωρινά στο Άσυλο των Αστέγων. Τώρα διανυκτερεύουν κατά μέσον όρο χίλιοι κάθε νύχτα. Το πρωί η αστυνομία μπαίνει και κάνει έρευνα σε δυο-τρεις κοιτώνες. Όλο και βρίσκει κάποιον τον οποίο έψαχνε. Υπάρχουν κάποιοι που δεν τους ελέγχει πια κανείς. Τους ξέρουν. Έρχονται στο Άσυλο εδώ και δέκα χρόνια. Είναι τακτικοί πελάτες. Τακτικοί άστεγοι. Το προσωρινό έγινε μόνιμο. Έγινε η ζωή τους. Η πατρίδα και το σπίτι τους.

 

«Neue Berliner Zeitung», μεσημεριανό φύλλο, 23.9. 1920

 

 

Της Τίνας Μανδηλαρά από τη LIFO (2016)