Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΥΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΣΤΟ ΣΑΚΗ ΡΟΥΒΑ!!!


Επειδή, αγαπητοί αναγνώστες, όλα τα ΜΜΕ εκάλυψαν επί τροχάδην και αποσπασματικά την τόσο σημαντική για τον ελληνισμό είδηση, κατορθώσαμε με τη βοήθεια του ανταποκριτή μας στην Κωνσταντινούπολη να βρούμε ολόκληρο το κείμενο και το οποίο σας παραθέτουμε:

«Δεόμεθα εις τον Πανάγαθον Θεόν ίνα στέρξει δια της φολοστόργου αυτού μερίμνης τας προσπαθείας του αγαπητού εν Χριστώ αδελφού μας Αναστασίου Ρουβέως, προς διάκρισιν εις τον διεξαχθησόμενον προσεχή διαγωνισμόν άσματος της Ευρωβυζιάδος. Ούτως, άλλωστε επράξαμεν και κατά το πρόσφατον παρελθόν, δεόμενοι υπέρ των ετέρων διαγωνισθέντων αδελφών ημών και τέκνων εν Κυρίω αγαπητών, οίον της Καλομοίρεως, Σαρμπέλεως, Άννης Βίσσεως και Ελένης Παπαρίζεως.
Και τούτο πράττωμεν διότι πιστεύομεν ακραδάντως ότι ο ευγενούς αμίλλης και λίαν ευπρεπής και σεμνός ούτος διαγωνισμός άσματος προάγει την πνευματικήν καλλιέργειαν των ανθρώπων και τυγχάνει απολύτως σύμφωνος με την παραίνεσιν του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «υψώθητε!». Ως μία έντονος υπόμνησις της υπέρ τα γήινα ανωτερότητος του ανθρώπου, ως αναζήτησις μίας πηγής πνευματικής ικανοποιήσεως και χαράς.
Παρομοίως και δια το διαγωνιζόμενον άσμα «This is our night» ό εστί μεθερμηνευόμενον: «Αύτη εστί η ημετέρα νύξ», ακραδάντως επίσης πιστεύομεν ότι αναδεικνύει τον πλούτον της μητρικής ημών γλώσσης και ότι οι καλλιεπείς και λίαν εμβριθείς στίχοι του, εμπεριέχουν μηνύματα ηθικής εξυψώσεως».


Εμείς αγαπητοί αναγνώστες δεν έχουμε να προσθέσουμε τίποτα άλλο παρά «shit in our faces» ό εστί μεθερμηνευόμενον: Βράσε ρύζι Πολυχρόνη!!!!

Τρίτη 21 Απριλίου 2009

ΜΝΗΜΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ, ΜΝΗΜΗ ΡΕΝΑΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ

Η Ρένα Χατζηδάκη (1943-2003) κόρη του Μύρωνα Χατζηδάκη και της συγγραφέως Λιλής Ζωγράφου, αποτελεί μια σπάνια περίπτωση της ελληνικής λογοτεχνίας. Προικισμένη με ένα μοναδικό ποιητικό τάλαντο, βασανιζόταν από μια καταλυτική γι’ αυτήν ανασφάλεια που την έκανε να σκίζει όλα τα έργα που έγραφε! Περισώθηκαν, παρά τη θέληση της, δύο μονάχα έργα της: Μια μικρή συλλογή με τα πρωτόλεια παιδικά της ποιήματα που τα κυκλοφόρησε το 1959 η μάνα της χωρίς να τη ρωτήσει –κάτι που ίσως να έπαιξε ρόλο στη μετέπειτα στάση της- και το ποίημα ποταμός «Κατάσταση Πολιορκίας» που στην κυριολεξία της το υπεξαίρεσε μια συγκρατούμενη της στις φυλακές Αβέρωφ το 1968, όπου εξέτιε πολυετή φυλάκιση για αντίσταση κατά της χούντας. Όταν βγήκαν με την πρώτη αμνηστία του καθεστώτος, έδωσε η φίλη της το ποίημα που το υπόγραφε σαν «Μαρίνα», στον Μίκη Θεοδωράκη ο οποίος ενθουσιάστηκε και αμέσως το μελοποίησε. Το έγραψε πρόχειρα με τη φωνή του σε μια κασέτα και μέσα από παράνομη οδό το έστειλε στη Γαλλία όπου με μια λιτή ενορχήστρωση κρουστών από το Γιάννη Μαρκόπουλο, κυκλοφόρησε σε δίσκο με τις φωνές της Μαρίας Φαραντούρη και του Αντώνη Καλογιάννη. Για 23 ολόκληρα χρόνια, μέχρι το 1991 που κυκλοφόρησε το ποίημα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη με το πραγματικό της όνομα, ξέραμε σαν στιχουργό του τραγουδιού τη «Μαρίνα».
Το «Κατάσταση Πολιορκίας» είναι ένα καταγγελτικό και εκ πρώτης όψεως απαισιόδοξο ποίημα και αυτός ίσως να είναι ο λόγος που δεν παίζεται συχνά αυτό το τραγούδι. Το 1968 που γράφτηκε ήταν μια στιγμή που ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού συμβιβαζόταν με το καθεστώς στη λογική του «κοιτάζω τη δουλειά μου», κάτι που καταγγέλεται με σφοδρότητα στους στίχους του ποιήματος. Κατά βάθος όμως το ποίημα είναι αισιόδοξο γιατί μιλάει για την ελπίδα των νέων παιδιών, πράγμα που δεν άργησε να φανεί 5 χρόνια αργότερα με την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Εκείνο όμως που είναι συγκλονιστικό σε αυτό το ποίημα – θα το καταλάβετε και μόνοι σας από τους στίχους που παραθέτω- είναι αυτή η καταπληκτική διαχρονικότητα που διαθέτει: σαράντα χρόνια περάσανε και είναι σαν να γράφτηκε τώρα !



Κατάσταση Πολιορκίας

Στίχοι: Μαρίνα, Ρένα Χατζηδάκη
Μουσική: Θεοδωράκης Μίκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη & Αντώνης Καλογιάννης ( Ντουέτο )


Ι

Καθώς το παιδί, που σημαδεύεται απ' την πρώτη γνώση της μοναξιάς,
ο καιρός κι η απαντοχή θα κάνουνε συντρίμμια την καρδιά μου
και θα 'χω χάσει για πάντα τους δρόμους, τους δρόμους μου,
σα θα μ' αφήσουνε να βγω από δω.
Θα γυρίζω γυρεύοντάς σε παντού,
στα ισοπεδωμένα τοπία,
στα κομματάκια εκείνου του καθρέφτη,
στις σπαταλημένες ματιές,
να βρω ξανά το πρόσωπό σου,την καρδιά μου γυρεύοντας

και θα μιλώ και θα μιλώ τη γλώσσα,
που ήταν κάποτε δική μας,
που ήταν κάποτε το μόνο δικό μας που μας είχε απομείνει
μέσα στους ίσκιους των νεκρών χρωμάτων
των νεκρών εικόνων
όταν οι νύχτες μας ήταν απλά επεισόδια
της μεγάλης νύχτας που άρχισε πριν -πόσον καιρό;

Πώς να μετρήσω τον καιρό εδώ μέσα,
τις σεληνιακές σου διαλείψεις,
τ' αστρικά σου πηδήματα.
Πώς να μετρήσω την πορεία μου τεθλασμένη,
την απρόβλεπτη τροχιά της απουσίας σου,
μέσα σε τούτο το αμείλικτο διαστημόπλοιο,
μες στην καρδιά της πόλης που ήταν κάποτε δική μου
και τώρα την διαγουμίζουνε τα τανκς;

Εφτάπυλο το χάος,
στεγανό πολιορκημένο μέσα κι έξω από το φόβο με τα χίλια πρόσωπα.
Οι φωνέςτων ανιάτων κοπάζουν κάθε αράδυ στις πεντέμισι.
Οι σειρήνες λεηλατούν κάθε βράδυ τη σιωπή.
Οι κοιμισμένοι κάθε βράδυ ανεξιχνίαστοι νεκροί.
Και πάλι, πάντα πού είναι τα χέρια σου;
Η φωνή σου πού;
Θ' αντέξουν και απόψε τα τοιχώματα; Ή θα χιμήξει το σκοτάδι;
Πώς να μετρήσω;

Καθώς η πρώτη γνώση της μοναξιάς
που σημαδεύει -έφηβο κιόλας το παιδί
η απουσία σου καρφώθηκε μαχαίρι κατακόρυφο στο χωροχρόνο μου
άνοιξε από παντού ξετρελαμένα στόματα
η ασχήμια, που ενεδρεύει να με κατααροχθίσει,
ο πληγωμένος χρόνος σπαρταράει,
μ' αφύσικα τινάγματα
η μελλοθάνατη ειμ' εγώ
Και γύρω μου παντού,
καταμεσίς
κατάστηθα,
στο χάος, στην καρδιά μου,
αιμόσυρτες οι τροχιές
από την αθωότητα στο φόνο,
κι απ' το φόνο στην τύψη,
στο μοιρολόι κι από κει στον άλλο φόνο.

Να σου τραγουδήσω;

Μα κι η φωνή μου, π' αγαπούσες, μαχαιρωμένη.
Φύκια των ουρανών μες την αγρύπνια
τα μαλλιά μου, π' αγαπούσες,
τα χέρια μου πλοκάμια απελπισμένα
κι όπου κι αν ψάξω δε σε βρίσκω πια.
Τετράγωνα κομμάτια σκοταδιού πίσω απ' τα σίδερα.
Η ρωμιοσύνη προδομένη, προδοσιά μαχαίρι στην καρδιά.
Το πληγωμένο φως μετά τις δέκα,
οι θόρυβοι ανεξήγητοι, οι ανάσες.
Η δίχως νόημα θυσία,
η πολιορκία,
η απουσία
το τσιγάρο του φρουρού.

Και θα μιλώ τούτη τη γλώσσα

«Πώς άλλαξε αυτό το παιδί, θα λένε οι άλλοι,
κοιτώντας με με το μοναδικό μάτι του τουρίστα Κύκλωπα
ζητώντας να τους μιλήσω για ήρωες
κοιμώντας, οι άλλοι, τις δαιδαλικές νύχτες,
που θα ουρλιάζει από παντού η προδοσία,
σκεπάζοντας τα τανκς, τα αεροπλάνα,
το φόβο,
το βήμα του φρουρού,
τις νύχτες χωρίς εσένα
που θα ουρλιάζει η προδοσία από παντού
που θα ουρλιάζουνε τα συντρίμμια της καρδιάς μου,
τα συντρίμμια σαν τα παιδιά της Ζηνοβίας,
απ' τα πέρατα της γης και της απόγνωσης.
Γιατί και σένα θα σ' έχω χάσει
στο κινούμενο σκοτάδι
όπως κι εμένα,
όπως και τον αγώνα,
που θα 'ταν δύσκολος, αλλά ωραίος
κι ήρθε να γίνει σαπισμένο σταφύλι,

Χωρίς εσένα, πώς;

Σαν την πρώτη μοναξιά,
που η γνώση της χαράζει για πάντα το παιδί
το σώμα μου θα διαλυθεί
τα κύτταρά μου ένα προς ένα θ' αποσυνδεθούν,
πάνω σε τούτο το κρεβάτι του Προκρούστη, τον καιρό,
το σώμα μου ηλιακή κηλίδα, θα εκραγεί,
γράφοντας τ' όνομά σου σ' όλους τους ουρανούς,
τα κύτταρά μου,ένα προς ένα θα κινήσουν να μπολιάσουν τους ανθρώπους
με την ηλικία της οδύνης,
με το μαβί καπνό του δειλινού πίσω από τα σίδερα.
Θα στείλω τα όνειρά μου να ταράξουν το νοικοκυρεμένο ύπνο τους.
Θα στείλω το φόβο να φωλιάσει στις ανύποπτες καρδιές τους,
κι όταν θα 'ρθει η υπάλληλος για καταμέτρηση
«δραπέτευσε», θα πουν οι άλλοι,
παρεξηγώντας τον θάνατό μου.
Και μόνο εσύ θα ξέρεις
μόνο εσύ θα θυμάσαι τα χέρια μου,
το θολό παράπονο του σκυλιού έξω από τη φυλακή,
τις κραυγές των παιδιών πάνω στην ταράτσα
την απόγνωση του κινέζικου πορτρέτου,
τα ελληνικά αινίγματα
-τι είν' αυτό που ανεσαίνει με τα πόδια, και το κατεβάζουνε με κουσέρτα -
και μόνο εσύ θα ξέρεις πώς,
πού χάθηκε το κορμί μου,
τι έγιν'η φωνή μου,
τι η αγρύπνια μου,
τι ήχους έχει ο φόβος
κι η απόγνωση τι πρόσωπα.
«Θεέ μου και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;»

Μονάχα εσύ θα ξέρεις
εγώ θα μιλώ τούτη τη γλώσσα.

ΙΙ

Μακριά, πολύ μακριά,
ακούγεται η ζωή,

ψηλά πολύ ψηλά λάμπουν τα φώτα
-ίσως- τα φώτα, που μας έκλεψαν
της πολιτείας που μας έκλεψαν
κι η θύμηση απ' το τελευταίο λιόγερμα
και τα βουνά, γύρω δικά μας.

Μακριά πολύ μακριά υπάρχεις.
Πρέπει να υπάρχεις,

Σα να μπορώ ν' αφουγκραστώ το γέλιο σου,
ξανθό, πίσω απ' τους λεκιασμένους τοίχους.
Κάποτε όλα θα μαθευτούνε
που θ' αναλιώσει το παγωμένο κέντρο της μνήμης
-τώρα, παντού, «η κατάθεσή μου, να θυμάμαι τι είπα στην κατάθεσή μου» -
και θα ξανάρθουνε τα χρώματα
ίσως κάποτε που θ' ανοιχτούν οι πόρτες των τάφων,
των σπιτιών, των φυλακών, των νόμων,
να λογαριάσουμε τους νεκρούς μας,
να μοιραστούμε τα καινούργια μας τραγούδια.
Κάποτε θα μάθεις κι εσύ τα υπόλοιπα
θα θυμηθείς και εσύ

μακριά, πολύ μακριά, είσαι η ζωή,
θα είσαι μακριά
τότε εγώ δε θα υπάρχω,

III

Χρόνος παραμορφώθηκε,
Τα χρόνια που έρχονται παραμορφώθηκαν.
Ξέρεις πού θα με βρεις,
Εγώ ο Φόβος.
Εγώ ο θάνατος.
Εγώ η μνήμη, ανήμερη.
Εγώ η θύμηση της τρυφεράδας του χεριού σου,
εγώ ο καημός της χαλασμένης μας ζωής.

Θα πολιορκώ το «κοίταζε τη δουλειά σου» με τη αγωνία μου.
Θα θρυμματίζω τον ύπνο τους μ' άσεμνα, φρικιαστικά βεγγαλικά.
Σφαίρες αμέτρητες θα πέφτουν στους αδιάφορους διαβάτες,
ώσπου ν' αρχίσουν να σφαδάζουν
ώσπου ν' αρχίσουν ν' αναρωτιούνται.
Εμένα δε θα μπορούν να με σκοτώσουν.
Όμως θαρρώ, οι μόνοι που -ίσως -καταλάβουν θα ναι τα παιδιά,
πλούσια απ' την κληρονομιά μας
πρώτη φορά, τα παιδιά
σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας,
θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα
τ' αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών
διορθώνοντας τα λάθη,
σβήνοντας τα ψέματα,
ονοματίζοντας σωστά, χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά,
χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας
σημαδεμένα από την αστραπή
τη γνώση της μοναξιάς της δύναμης
που σε μας άργησε τόσο πολύ να 'ρθει.

Κι αν τώρα σε γυρεύω απελπισμένα
στα πελώρια κύματα της αγρύπνιας μου
κι αν τώρα κάθε που αναδαίνω
βγαίνει τ' όνομά σου
όταν θ' αρχίσω να γυρίζω στους σκοτεινούς δρόμους του κόσμου,
με μόνο μια χούφτα φεγγαρόπετρες να μ' οδηγούν
τυφλώνοντας τον κόσμο με τις λάμψεις του τρελού γέλιου σου,
της καλόγριας που κρατούσε τα κλειδιά,
κουφαίνοντας τον κόσμο με τους ήχους της ταράτσας,
με τις κραυγές αυτών που βασανίστηκαν κι αυτών που βασανίζουν
τραντάζοντας τον κόσμο με τη γλώσσα τούτη του θανάτου
ίσως τότε θα 'χεις βρει το δρόμο στο δικό σου το λαβύρινθο
ίσως εσύ τότε θα στέκεσαι περήφανο δεντρί,
στο σταυροδρόμι του κόσμου,
μ' όλους τους ποταμούς να φτάνουν μυστικά στις ρίζες σου,
ίσως τότε τα παιδιά σου,
μαζί μ' όλα τα παιδιά,
να προλάαουν τον καιρό και τη ζωή
μια στιγμή πριν απ' το χάος.

Και πια δε θα 'χει μείνει τίποτ' από μένα
ούτε η τύψη που έμελλε να γίνω
ούτε το άγγιγμά μου στο χέρι σου
ούτε το πιο δικό μου, η γλώσσα μου,
μα θα 'χω διαλυθεί σ' όλους τους ποταμούς του κόσμου
θα 'χω γράψει τ' όνομά σου σ' όλα τα χιόνια των γκρεμών θα έχω διασχίσει όλα τα σκοτάδια που φοβόμουνα,
ως την άλλη όχθη
και το κορμί μου -ίσως- νεκρό
μα πάλi ακέραιο θ' αναπαύεται
με γύρω του τη θύμησή σου
και τη λιόλουστη ζωή.



Σάββατο 18 Απριλίου 2009

Πασχαλινό Χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη


Ένα χρονογράφημα γραμμένο με χιούμορ και αισιοδοξία μέσα στα μαύρα χρόνια της Κατοχής που δείχνει ανάγλυφα: το πως ο άνθρωπος με όπλο τη φαντασία του μπορεί να ανταπεξέλθει ακόμη και στις πιο δύσκολες καταστάσεις. Γι' αυτο αγαπητοί αναγνώστες, μην αφήνετε να σας αγχώνουν οι καραγκιόζηδες της TV με την ακρίβεια και οι τρομοκράτες διαιτολόγοι με τα κιλά! Δυό μέρες είναι αυτές! Φάτε και πιείτε άφοβα, γλεντήστε και χορέψτε!!!!


Με τη φαντασία
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ
- Πού θα περάσουμε το Πάσχα;
- Όπου θες...
- Δεν έχει όπου θες. Θα πάμε κάπου εδώ κοντά: Λιόσια, Γαλάτσι, Αγία Παρασκευή... Κι αν θες θάλασσα, πάμε στον Αλιμο, στον Άγιο Κοσμά ή στο Πέραμα. Να περπατήσουμε λιγάκι, να ζεσταθεί το αίμα μας και να ξεμουδιάσει το κορμί μας. Θα τρέχουμε ολημερίς κάτου από τα πεύκα ή θα τσαλαβουτάμε στη θάλασσα. Θα γεμίσουνε τα πλεμόνια μας από τη μυρωδιά του ρετσινιού ή της άρμης. Και νωρίς νωρίς θα στρώσουμε τραπέζι στο γρασίδι ή στα φύκια και θα φάμε και θα πιούμε...
- Και πότε θα ψήσουμε τ' αρνί στη σούβλα;
- Δεν έχει να ψήσουμε τίποτα. Πάνε αυτά που ήξερες. Θα πάρουμε μαζί τα φαγητά μας μέσα σε δίχτυα ή καλάθια - ακόμα και το κρασί μας και λάου λάου, ψιλοκουβεντιάζοντας, θα πάμε όπου ορίσουμε και δε θα καθίσουμε σε μαγαζί, γιατί θα μας κόψουν..
- Και νερό;
- Θα πάρουμε και νερό!
- Και σαπούνι!
- Και σκοινί! πρόσθεσε ο άλλος θυμωμένος.
- Άκου να σου πω εγώ μιαν εκδρομή και πιο ωραία και πιο εύκολη! Θα πάμε μακρυά... Δεν μπορώ να βλέπω μπροστά μου την Αθήνα. Δε θέλω να μου θυμίζη την αθλιότητα της καθημερινής μου ζωής. Θα πάμε είτε στον Πόρο, είτε στον Οσιο Λουκά, είτε στους Δελφούς, είτε στο Μυστρά. Σ' έναν άλλον κόσμο! Δε θα πάρουμε τίποτα μαζί μας. Μονάχα το γυλιό μας με μια πετσέτα, μια κουβέρτα, μερικά μαντήλια, μιαν οδοντόβουρτσα και τα «Πασχαλινά Διηγήματα» του Παπαδιαμάντη. Θα φορέσουμε τις αρβύλες μας και το κασκέτο μας, θα πάρουμε στο χέρι το μπαστούνι μας κι ύστερα φρέσκοι φρέσκοι θα κινήσουμε... Θα κινήσουμε, αλλά δε θα κινηθούμε! Γιατί για την εκδρομή που σου λέω, δε θα πάρουμε ούτε βαπόρι, ούτε τραίνο, ούτε λεωφορείο. Απλώς θα βγούμε στο μπαλκόνι μας πρωί πρωί ή στο κατώφλι της πόρτας και θα καθίσουμε...
- Κοροϊδεύεις;
-... κι όταν, βγαίνοντας ο ήλιος από το βουνό, μας χτυπήση τα μάτια και μας θαμπώση, θα κλείσουμε τα μάτια...
- Και θα... κοιμηθούμε!
-...θα ονειρευτούμε πως πήγαμε στον Πόρο ή στον Οσιο Λουκά κ.λπ. Τα ταξίδια της φαντασίας είνε πάντα ανώτερα από τα ταξίδια τα πραγματικά. Γίνονται όπως τα θέλεις εσύ κι όχι όπως τα θέλουν οι περιστάσεις. Και δεν κοστίζουνε τίποτα: ούτε κόπους, ούτε έξοδα. Και ποτές δεν τελειώνουν με απογοητεύσεις...
- Ασε τώρα τις εξυπνάδες και λέγε: θάρθης μαζί μας ή όχι;
- Εσύ ναρθής μαζί μου. Μια φορά στο Δημόσιο Ψυχιατρείο του Δαφνιού με ζύγωσε κάποιος τρελλός:
-«Πού είνε το σπίτι σου;»
- «Στην Αθήνα, οδός τάδε, αριθμός τάδε... Αλλά τι σου χρειάζεται αυτή η πληροφορία;»
- «Θάρθω απόψε να συνομιλήσουμε».
- «Και πώς θα βγης απ' εδώ;» Μου έδειξε τα ύψη. Εγώ ενόμισα πως μου έδειχνε τη μάντρα.
- «Θα πηδήξης από τη μάντρα;» τόνε ρώτησα.
- «Θα έρθω από τον ουρανό. Είμαι ο Αντρέας ο... ουρανοβάμων»!
- Λοιπόν, εάν δεν γίνης ουρανοβάμων, δεν μπορείς να πας πουθενά!
- Είσαι τρελλός!
- Ο Σόλων έκανε τον τρελλό για να πη μιαν αλήθεια· κ' εγώ κάνω τον τρελό για να ταξιδέψω. Και θα πάω σ' όλα αυτά τα μέρη συγχρόνως: και στον Πόρο και στον Όσιο Λουκά και στους Δελφούς και στο Μυστρά. Και θα μείνω όσες μέρες θέλω. Θα χαρώ τις μαργαρίτες και τις παπαρούνες στα λιβάδια, τις βρύσες στο βουνό, τους γλάρους στη θάλασσα... Θα φάω τη μαγειρίτσα μετά την Ανάσταση, με τα κεριά καρφωμένα στο σιταρένιο ψωμί· θα ψήσω τ' αρνί της σούβλας, θα πιω κρασί μοναστηρίσιο και θα γίνω άλλος άνθρωπος, γιατί είμαι... άλλος άνθρωπος.


«Πρωία»

4 Απριλίου 1942

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΟ, ΠΟΛΥ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ!!!!


Είναι σχεδόν όσο και ο τίτλος του, κατά τρεις λέξεις μόνο τον ξεπερνάει! Τον τίτλο που αποτελεί οργανικό μέρος του ποιήματος και που χωρίς αυτόν το συγκεκριμένο ποίημα δεν υπάρχει. Και μιας το νόημα του μοιάζει με γρίφο, λέω να γράψουμε στα σχόλια πως το εισπράττει η κάθε μια και ο καθένας μας. Θα ξεκινήσω πρώτος και εννοείται βέβαια ότι μπορεί να υπάρχουν άπειρες προσεγγίσεις.
Ιδού λοιπόν το ποίημα:



ΔΕΙΛΙΝΟ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΟ ΦΑΛΗΡΟ

Φύγε, κακό ζώο, από κοντά μου,
Που εγώ, μαζεύω αγριοβιολέτες.

Τάκης Παπατσώνης



Τ. Κ. ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ (1895 - 1976). Ο Τάκης Παπατσώνης γεννήθηκε στην Αθήνα. Μαθήτευσε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και το 1913 σε ηλικία 18 ετών δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στην εφημερίδα Ακρόπολις. Σπούδασε Νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ως το 1920 και το 1927 παρακολούθησε μαθήματα οικονομικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Από το 1914 και για σαράντα χρόνια εργάστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών φτάνοντας ως τη θέση του Γενικού Γραμματέα. Το 1928 έμεινε για μήνες στο Άγιο Όρος. Ταξίδεψε πολύ σ' όλη τη διάρκεια της ζωής του και λόγω της εργασίας του και από προσωπικό πάθος (ενδεικτικά αναφέρονται εδώ τα ταξίδια του στο Βελιγράδι, την Κωνσταντινούπολη, την Ιταλία, την Πράγα, την Ελβετία, τη Γαλλία, το Βερολίνο, τη Δρέσδη, την Αγγλία, την Ισπανία, το Βουκουρέστι, τη Βέρνη, τα Καρπάθια, τη Νέα Υόρκη, την Κούβα, το Σικάγο, το Σαν Ντιέγο).
Ο Τάκης Παπατσώνης τοποθετείται από τους ιστορικούς της λογοτεχνίας στην ποιητική γενιά του τριάντα, ως μια ιδιαίτερη όμως περίπτωση που υπερβαίνει τις όποιες κατηγοριοποιήσεις. Υπήρξε ένας από τους εισηγητές του ελεύθερου στίχου στη μοντέρνα ελληνική ποίηση. Το ποιητικό του έργο χαρακτηρίζουν ποικίλες δημιουργικά αφομοιωμένες επιδράσεις και έντονα προσωπικό ύφος στα πλαίσια του μυστικιστικού και θεολογικού στοχασμού του.

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

"Να παίρνετε τα διαφημιστικά έντυπα που σας δίνουν στο δρόμο!"


Την προτροπή αυτή προς τους αναγνώστες του την κάνει ο Τζώρτζ Όργουελ στο βιβλίο του: "Οι αλήτες του Παρισιού και του Λονδίνου". Ο μεγάλος και διορατικός αυτός λογοτέχνης που τόσο συκοφαντήθηκε από το αριστερό κατεστημένο της Ευρώπης όταν κυκλοφόρησε στα 1948 το προφητικό του βιβλίο "1984" με την εφιαλτική ιδέα του Μεγάλου Αδελφού, πέρασε μια φάση μεγάλης φτώχιας κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου: έζησε στον κοινωνικό πάτο, στο περιθώριο, σαν κλοσσάρ επαίτης και αλήτης και έκανε τα πιο ταπεινά επαγγέλματα. Ένα από αυτά ήταν και του διανομέα διαφημιστικών φυλλαδίων έξω από το Μετρό του Λονδίνου. Όλες αυτές τις ταλαιπωρίες του τις περιγράφει στο βιβλίο που ανέφερα στην αρχή. Και εκεί λοιπόν που γράφει για τα διαφημιστικά φυλλάδια, νιώθει την ανάγκη να απευθυνθεί στους αναγνώστες και να κάνει την προτροπή:
Να παίρνετε, λέει, τα διαφημιστικά φυλλάδια που μοιράζουν στο δρόμο καποιοι άνθρωποι! Να τα παίρνετε και πιο πέρα να τα πετάτε σε ένα κάδο, γιατί ετσι διευκολύνετε αυτούς τους ανθρώπους να βγάλουν ένα πιάτο φαί. Είναι οι πιο χαμηλά αμειβόμενοι από όλους τους εργαζόμενους και αν δεν διαθέσουν το πακέτο δεν θα πληρωθούν! Και ούτε μπορούν να τα πετάξουν γιατί από μακριά όλο και κάποιο "μάτι" του εργοδότη, τους παρακολουθεί.
Βέβαια τώρα έχουν αλλάξει τα πράγματα και κάποιος με έντονες οικολογικές ανησυχίες μπορεί να προβάλει μια λογική αντίρηση: ότι είναι καλύτερα να μην τα παίρνουμε για να μη γίνεται σπατάλη του χαρτιού. Θα έχει τα δίκια του αλλά εγώ συναισθηματικά είμαι υπέρ της άλλης εκδοχής: να τα παίρνουμε!
Κάτι άλλωστε που κάνω εδώ και είκοσι τόσα χρόνια, από τότε που διάβασα το βιβλίο, πολλές φορές μάλιστα υπερβάλλοντας: όταν ζητάω έντυπα που απευθύνονται αποκλειστικά σε γυναίκες!!!
Έχω πάντως την ευχαρίστηση κάθε που βλέπω έξω από το Μετρό ή κάποιο κατάστημα, ένα νεαρό ή μια κοπέλα να μοιράζουν τέτοια φυλλάδια να ανακαλώ συνειρμικά στη μνήμη μου τη μορφή του αγαπημένου μου συγγραφέα!!!