Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ: Ένα περιοδικό μεγάλης ...αναταραχής στο λογοτεχνικό μας τέλμα!!!



     Όταν στην αρχή του χρόνου εμφανίστηκε το λογοτεχνικό περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ ως συνέχεια του "πλανόδιον" που είχε κλείσει, πολλοί νομίσαμε ότι ο εκδότης του κ. Κώστας Κουτσουρέλης πρέπει να είχε λεφτά για πέταμα. Κάτι σαν κίνηση αυτοχειρίας για το συγκεκριμένο χώρο και μέσα στην παρούσα χρονική συγκυρία που τα περισσότερα από αυτά κλείνουν. Και αν βλέπουμε κάποια λίγα να συνεχίζουν να κυκλοφορούν ακόμη, με μεγάλα ζόρια και πολύ αραιωμένη περιοδικότητα, οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο μέγα πάθος που δονεί τους "ιεραπόστολους" εκδότες τους. 
     Από το πρώτο του τεύχος όμως που κυκλοφόρησε στις αρχές του χρόνου το νέο περιοδικό έδειξε τις προθέσεις του: να είναι ένα περιοδικό που θα σέβεται την αποστολή του, και η οποία δεν είναι άλλη από το να ασκεί ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ και ειλικρινή κριτική που στο τέλος αποβαίνει και ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ για τη λογοτεχνία μας. Γιατί κακά τα ψέματα, μέχρι τώρα τέτοιο περιοδικό δε υπήρξε! Μια αχλύ αυτοσυγκράτησης σκέπαζε το χώρο και οι κριτικές κινούνταν μόνιμα σε καταστάσεις ...επαίνων και σε περιγραφές αριστουργημάτων για τις νέες εκδόσεις. Και δεν γινόταν αυτό για λόγους κάποιας διαπλοκής αλλά γιατί λειτουργούσε πάντα η αυτολογοκρισία από το φόβο των "ιουδαίων" οι οποίοι δεν ήταν άλλοι από τους συνδρομητές συγγραφείς και ποιητές, και τους μεγάλους, συνήθως, εκδότες. Όπως γίνεται με κάποιους διαιτητές που σφυρίζουν υπέρ του Ολυμπιακού χωρίς να τους το ζητήσει ο Μαρινάκης
     Ο κ. Κουτσουρέλης, όμως, και οι συνεργάτες του ήρθαν για "να σπάσουν αυγά"! Από το πρώτο τεύχος κιόλας άνοιξαν ένα πολύ σημαντικό θέμα: το "Φάκελο Λογοκλοπή" ξεσκεπάζοντας στα ίσια με ντοκουμέντα και κείμενα δυο "μεγάλους ποιητές μας" που ...κλέπτουν οπώρας. Και δεν είναι μόνο αυτό αλλά όλη η κριτική του περιοδικού για την ποίηση και την πεζογραφία λέει τα πράγματα με το όνομα τους και δεν χαϊδεύει αυτιά! Το ευχάριστο δε είναι ότι το δεύτερο τεύχος βγήκε ακόμη καλύτερο από το πρώτο. Καυτά θέματα, ελκυστική γραφή, αριστουργηματική διάταξη και πολλή ύλη.
     Νομίζω ότι αποτελεί ένα κόσμημα για τη λογοτεχνία μας. Δεν γνωρίζω τους ανθρώπους αλλά κάνω την πρόβλεψη ότι το δημιουργημά τους θα αφήσει εποχή. Σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Μπορείτε να το βρείτε στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας και στο neoplanodion@gmail.com.  




Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Η ΚΕΡΑ ΕΥΤΕΡΠΗ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΡΑΒΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ..



Του Θεόδωρου Κόλλια*


          Να ‘μαι λοιπόν στις 12 το μεσημέρι στο σταθμό του ΚΤΕΛ στο Ηράκλειο, φορτωμένος με όλα τα σχετικά και αναγκαία. Προορισμός το οροπέδιο του Λασιθίου. Το Λασίθι με τις δεκαοχτώ χάντρες του, σαν κομπολόι. Τα δεκαοχτώ χωριά του περιμετρικά γύρω-γύρω, στη μέση ο κάμπος και γύρω τα βουνά της Δίκτης. Ήξερα από την Αθήνα ότι για το Λασίθι από το Ηράκλειο υπήρχαν εβδομαδιαίως έξι  δρομολόγια. Τρία να πας, και τρία να επιστρέψεις, Δευτέρα, Παρασκευή και Κυριακή.   Το πρακτορείο ένα παλιό κτίριο, κοντά στη θάλασσα, στο βόρειο μέρος της πόλης. Κι αυτό ακολουθεί την αντίστοιχη μοίρα  των απανταχού πρακτορείων στη χώρα. Χώροι μικροί για τις ανάγκες της πόλης του πενήντα. Από δω για Ρέθυμνο, από εκεί για Τυμπάκι, για Άγιο Νικόλα και τα άλλα μέρη. Γέροντες, νέοι, ντόπιοι, τουρίστες κι ό,τι καρυδιάς καρύδι θες. Ανακατεμένος ο ερχόμενος. Το Λεωφορείο θα έφευγε σε δυο ώρες. Τι να έκανα κι εγώ, πάω και κάθομαι σε ένα τραπεζάκι που καθόταν ένας μαυροφορεμένος. Γέρος, νιος δύσκολο να το ξεχωρίσεις αν δε πήγαινες κοντά. Όμως τι γέρος ή νιος; Με το που έκατσα παραδίπλα συνειδητοποίησα ότι ήταν μια γυναίκα με κοντά μαυρόασπρα μαλλιά και παντελόνι. Η Κερά Ευτέρπη! Με είχε ξεγελάσει η πίπα με το τσιγάρο που δεν έβγαζε ούτε λεπτό από το στόμα και το μπουκάλι τη μπύρα που είχε μπροστά της.
       Μην πολυλογώ, πιάσαμε ψιλοκουβεντούλα και τι σύμπτωση; Ήταν Λασιθιώτισα και περίμενε το ίδιο λεωφορείο. Σε λίγο γνωριστήκαμε, από που είσαι, πώς σε λένε και τέτοια.
     - Μα καλά, συνέχεια καπνίζεις; Δεν σε πειράζει;
     -Τι να κάνω; Να ΄ξερες  τη με δέρνει, αλλά και πώς να περάσει η ώρα; Να μετράω τα λεφτά που δεν έχω;
    -  Ε τότε θα κεράσω εγώ.
    - Εσύ να κερνάς στην πατρίδα σου. 
    - Έχεις έρθει στην Αθήνα, της λέγω γιατί μου έκανε εντύπωση που δε μίλαγε καθόλου κρητικά.
    - Άκου να δεις, μου ανοίγεις παλιές πληγές. Αλλά αφού με κουρντάς θα στα πω έτσι σαν εξομολόγηση,  να ελαφρώσω μετά από τόσα χρόνια μια και φοράς μαύρα πάνω κάτω. Άκου λοιπόν: Μέχρι τα σαράντα μου με τον άντρα μου ζούσαμε στην Αθήνα. Είχαμε ένα μικρό καφενεδάκι πίσω στην Αθηνάς και τα κουτσοβολεύαμε. Να όμως που μας έτρωγε το σαράκι. Τα χρόνια περνούσαν σαν το νερό στο ποτάμι, τόσα χρόνια παντρεμένοι αλλά τζάμπα «μας είχαν  καταταραστεί όλοι οι θεοί και οι διαβόλοι» όπως μου έλεγε ο μακαρίτης ο άντρας μου. Ένας όμως μαμογιατρός κοντά στο Λυκαβηττό με τα σούρτα φέρτα και αφού μας έφαγε πολλά φράγκα, μας λέει ότι «φταίει ο μολυσμένος αέρας, να πάτε στο βουνό κι όλα θα γίνουν μια χαρά» Έτσι μας έλεγε έτσι σου λέω. Αλλά εγώ πού  να το πιστέψω. Είχα τις αμφιβολίες μου. Ο άνδρας μου, όμως, με έφαγε με τις μπούρδες του γιατρού. Κάθε ώρα μέρα νύχτα, να φύγουμε από την παλιαθήνα και να πάμε στο χωριό του, όπου έχει καθαρό αέρα. Μάλιστα κάποια μακρινή ξαδέλφη τού είχε πιπιλίσει το μυαλό για ένα βότανο που φυτρώνει  πάνω δω στη Δίκτη. Έλεγε ότι ήταν σερνικοβότανο για όλες τις στέρφες, όχι μόνο γυναίκες αλλά και γίδες.
     - Με τα πολλά, του λέω «πήγαινε εσύ πρώτα και μετά έρχομαι κι εγώ» Αλλά πού να με αφήσει; Ούτε ώρα. Μαζί στο καφενείο νύχτα- μέρα. Και μπιρ-μπιρ συνέχεια ώσπου μονολογούσε και στο ξύπνιο του και στον ύπνο του. Έδωσε, πήρε, δύο, τρία χρόνια το ίδιο βιολί - βιολάκι μέχρι που λέω άει σειχτίρ εγώ τα είδα τα καζάντια μου. Έτσι μια ωραία μέρα, που να μην έσωνε, μαζεύουμε τα μπογαλάκια μας και γίναμε καπνός από την Αθήνα.
    - Και μετά τι κάνατε, τη ρωτάω με αγωνία γιατί την έβλεπα που κάθε τόσο αναστέναζε λέγοντας: «αχ ρε άγγελέ μου – αχ ρε Απολλόδωρε»
    - Είπαμε θα στα πω αλλά μη βιάζεσαι. Επί έξι  μήνες, άνθρωπέ μου, συνέχεια ο άντρας μου γυρνούσε στα γύρω βουνά και μάζευε κείνο το βότανο κι εγώ να πίνω συνέχεια, δέκα ποτήρια την ημέρα μέχρι που μύριζα ολόκληρη σαν τα σκολιάμπρια, τα ξέρεις; Αλλά πού: Τίποτα! Τότε είναι που φούντωσαν οι αμφιβολίες μου. Εγώ στο ποτήρι που πίνω ήμουνα κατσαρόλα που κοχλάζει. Το καταλάβαινα. Με ένα τσακ άναβα, το βλεπα ότι κάτι άλλο φταίει. Στα σαράντα και βάλε το έπιασα το πράγμα. Τα σπόρια του αντρός μου ήσαν κούφια. Αλλά και τι να κάνω; Θα με σκότωνε ο κρητίκαρος. Άκου  όμως τι μπήκε στο μυαλό μου. Να με κόψει μαύρη χολέρα, αν λέω το παραμικρό ψέμα. Βέβαια δεν του είπα ποτέ τίποτες, τον είχα πάντα εικόνισμα, όχι μόνο όσο ζούσε αλλά και μετά το φευγιό του. «Μανώλη» του λέω ένα βράδυ που γύρισε ψόφιος από το βουνό, «δεν πάει άλλο, δε κάνουμε τίποτα, το μόνο που μας μένει είναι να πάμε στο μοναστήρι να ξομολογηθούμε και να μας αγιάσει ο ηγούμενος. Δε βλέπω άλλη λύση. Αν δεν θέλει ο θεός, βασανιζόμαστε τζάμπα» Πες-πες τελικά τον έπεισα και ένα απογευματάκι παρουσιαστήκαμε στο μοναστήρι και να μην στα πολυλογώ, πιάνουμε τον καλόγηρο και του λέμε τον καημό μας. «Πάτερ μου άλλη ελπίδα δεν μας έμεινε, μόνο ο Θεός» Και μας λέει΄«Τέκνα μου, εγώ  να σας ξομολογήσω κι ο Θεός θα δώσει τη χάρη του» Πρώτα πήγε ο άντρας μου και μετά εγώ. Έπεσα στα πόδια και του λέω: «άγιε μου ηγούμενε, αυτό κι αυτό συμβαίνει» Του τα είπα όλα με το νι και με το σίγμα, τούπα για το βότανο και στο τέλος για τα κούφια σπόρια. «Άκου μου» λέει ο άγιος άνθρωπος, «κάθε βράδυ να πέφτετε στα γόνατα και να παρακαλάτε το Θεό κι αυτός θα σας λυπηθεί γιατί είναι φιλεύσπλαχνος»  «Να με συμπαθάς» του λέω «αυτά και πολλά άλλα τα κάνουμε επί δέκα χρόνια. Εξήντα εκκλησίες και εξωκλήσια έχω ζώσει η κακομοίρα με κερένια κλωστή αλλά τζίφος» Εκείνη τη στιγμή κι ενώ τρανταζόμουν  βγάζω κι ακουμπώ στο χέρι του ένα χρυσό σταυρό και ένα ρολόι και του λέω ανάμεσα στα αναφιλητά μου, «Πάτερ δεν έχω τίποτα άλλο, βάλτα  στην εικόνα της Παναγιάς για να με  συγχωρέσει ο Θεός. Πώς να στο πω; Εγώ ξέρω πια είναι η γιατρειά  μια κι έξω, και στο άψε- σβήσε, αλλά φοβάμαι την αμαρτία. Όμως εάν εσύ μου δώσεις άφεση ο Θεός θα κάνει στραβά μάτια. Για μια φορά το ζητάω πάτερ μου η κακομοίρα» Και δώστου που λες λυγμούς και παρακάλια μέχρι που μου λέει ο άγιος άνθρωπος: «Τέκνο μου αμαρτία ξομολογούμενη ούκ έστιν αμαρτία, τι να κάνουμε όλα σε τούτη εδώ την πλάση είναι του θεού και τα καλά και τα στραβά, να ξέρεις ότι όλα τα ανήθικα και τα βλαβερά  είναι ωραία και απολαυστικά. Προχώρα  κυρά μου κι ο Θεός ξέρει και παραξέρει».
    - Αχ άγιε πατέρα, ο άνδρας μου θα με σκοτώσει, άσε που εδώ στα χωριά δε γίνεται γιατί θα μαθευτεί αμέσως. Τι να κάνω η καημένη; Δεν με αφήνει να πάω πουθενά»
    - Εμ τότε ο Θεός δεν εγκρίνει, γι αυτό κάτσε στα αυγά σου.
Εγώ εκεί…. Είχα μάθει ότι το μοναστήρι είχε τέσσερις γερόντους και έναν νέο δεκαοχτάρη, δόκιμο που έκανε και τις έξω δουλειές. Οπότε είχα τα σχέδια μου.
(Αυτή τη στιγμή ακολούθησε βαθιά σιωπή και περισυλλογή που έκλεισε με ένα ποτήρι μπύρα μονορούφι).
   - Αχ καλέ μου άνθρωπέ, την κόλαση την ήξερα από τα παιδικά μου χρόνια στο ορφανοτροφείο αλλά τον παράδεισο μια και μοναδική φορά τον είδα. Χιλιάδες Χερουβίμ και Σεραφείμ παιάνιζαν και τραγουδούσαν.. Αχ ρε Απολλόδωρε να είσαι καλά εκεί που είσαι.
(Απολλόδωρος ήταν ο 18αρης …ο αρχιχερουβείμ που διακόνησε την κυρά στα ύψιστα εγκόσμια σε μια υπερκόσμια ανάταση).
Και έτσι για να τελειώνουμε, αναφέρω την κατάληξη αυτής της ιστορίας, όπως μου ειπώθηκε  από την πρωταγωνίστρια,  την Κερά κι αρχόντισσα:
Αμέσως μετά το συμβάν που έλαβε χώρα ιεροκρυφίως σε ένα μικρό και ανήλιαγο κελί, ο μοιχός  Απολλόδωρος έφυγε άρον–άρον, κάπου στο Άγιο Όρος, λένε. Και η μοιχαλίδα …ούτε γάτα ούτε ζημιά. Σε εννιά μήνες γέννησε ένα αγοράκι μέσα σε χαρές και πανηγύρια του …..μπαμπά κερατά. Δυστυχώς η μοίρα άλλα έγραφε. Σε δυο χρόνια πέθανε το παιδί κι αμέσως σε έξι μήνες πάει και ο μπαμπάς. Κι έτσι που λέτε η κακορίζικη Κερά Ευτέρπη, έρμη και μοναχή, σαν καλαμιά στο οροπέδιο, έγινε καντηλανάφτησα στο μοναστήρι.

Αλί και τρισαλί!!!



 * O Θεόδωρος Κόλλιας  γεννήθηκε στο Γιαννιτσοχώρι Ηλείας το 1953 και σπούδασε κτηνιατρική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εκτός από το επάγγελμα του ασχολείται ενεργά με τη λογοτεχνία με ιδιαίτερη κλίση στη διηγηματογραφία. Κρατάει το Blog του χωριού του με τον ομώνυμο τίτλο που θεωρείται ως ένα από τα πιο πετυχημένα της επαρχίας.

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014

Αδειούχοι του καλοκαιριού: το ρίσκο επιλογής βιβλίου και μια εγγυημένη πρόταση!!!


       Αν και ο αριθμός αυτών των εργαζομένων έχει περιοριστεί πλέον πολύ δραστικά, υπάρχουν ακόμη κάποιοι που έστω για λίγο θα «δραπετεύσουν!». Και αρκετοί, ελπίζω, από αυτούς θα πάρουν μαζί τους και ένα βιβλίο. Και επειδή η αγορά του βιβλίου πέρα από το κόστος του, εμπεριέχει και το στοιχείο του ρίσκου: να πέσει κανείς, δηλαδή, σε κάποιο ανιαρό σύγγραμμα και να μη χαρεί αυτό που λέμε: χαρά της ανάγνωσης, νοιώθω την ανάγκη να προτείνω ένα βιβλίο πολύ ισχυρής εγγύησης.       Πρόκειται για την πλήρη συλλογή διηγημάτων του Αντών Τσέχωφ: «Η ΑΓΑΠΗ και 32 ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ» των εκδόσεων ΕΣΤΙΑ και σε μετάφραση Βασίλη Ντινόπουλου. Και δεν είναι τώρα ότι τα γράφω αυτά λόγω της δικής μου αδυναμίας, μάλλον, πάθους θα έλεγα για τον εν λόγω συγγραφέα που στην κλίμακα της παγκόσμιας τέχνης του λόγου τα παραλέω και κατατάσσω τα θεατρικά του έργα αμέσως μετά το αρχαίο ελληνικό δράμα και τα διηγήματα του αμέσως μετά την Οδύσσεια του Ομήρου, είναι βλέπεις και η παγκόσμια κριτική και αντίληψη που θεωρεί τον Τσέχωφ ως τον σπουδαιότερο θεατρικό συγγραφέα της νεώτερης ιστορίας και τα διηγήματα του ως τα κορυφαία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ένα βιβλίο «βιβλιοθήκης» όπως λένε κάποιοι και συμπληρώνουν ότι γύρω στα 100 βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας είναι αυτά που δεν πρέπει να λείπουν από κανένα σπίτι.
Δεν θα σας κουράσω άλλο. Θα παραθέσω μόνο μια φράση του Χάρολντ Μπλούμ του αποκαλούμενου και Πατριάρχη της Κριτικής, για τη γραφή του Τσέχωφ:  Μπορεί να ακούγεται αφελές, αλλά η μεγαλύτερη δύναμη του Τσέχοφ είναι πως μας δημιουργεί την εντύπωση, εκείνη την ώρα που διαβάζουμε, πως επιτέλους βρήκαμε την αλήθεια της ανθρώπινης κατάστασης, το ατέλειωτο κράμα πεζής δυστυχίας και τραγικής ευτυχίας που ορίζει τη ζωή μας.
Και να πω δυο λόγια για την αριστουργηματική μετάφραση του Βασίλη Ντινόπουλου ενός παθιασμένου ανθρώπου  που μετά την αποστρατεία του με το βαθμό του ταξίαρχου, έμαθε ρώσσικα μόνο και μόνο για τον Τσέχωφ και μας έχει προσφέρει τις καλύτερες μεταφράσεις των έργων του.


Βικιπαίδεια:
Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ (1860-1904): Ρώσος γιατρός δραματουργός και συγγραφέας που θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους διηγηματογράφους στην ιστορία.


Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Μπέρτολτ Μπρεχτ: Μορφή και Ουσία!!!



Ο κύριος Κ. κοιτούσε έναν πίνακα, όπου ορισμένα αντικείμενα είχαν εντελώς ιδιότυπη μορφή, και είπε: "Αυτό συμβαίνει σε μερικούς καλλιτέχνες που παρατηρούν τον κόσμο, καθώς και σε πολλούς φιλοσόφους. Μοχθώντας να συλλάβουν τη μορφή, χάνουν το περιεχόμενο. Κάποτε, δούλευα βοηθός σ' έναν κηπουρό. Μια μέρα, μου έδωσε μια ψαλίδα και με έβαλε να κλαδέψω μια δάφνη. Το δεντράκι ήταν φυτεμένο σε μια γλάστρα, και το νοίκιαζαν σε γιορτές, γι' αυτό έπρεπε να έχει σφαιρική μορφή. Άρχισα πρώτα να κουρεύω τ' άγρια κλαδιά, αλλά όσο και αν πάσχιζα να κάνω σφαιρική τη δάφνη, δεν τα κατάφερνα. Πότε τη μια μεριά κόνταινα περισσότερο, πότε την άλλη. Όταν, με τα πολλά, έγινε σφαίρα, ήταν πολύ μικρή, και ο κηπουρός είπε απογοητευμένος: "Σύμφωνοι, σφαίρα έγινε, αλλά που πήγε η δάφνη;  


Μπέρτολτ Μπρεχ (1898-1956). Αν και σπούδασε γιατρός καταπιάστκε με την ποίηση και το θέατρο στο οποίο διακρίθηκε και ως θεατρικός συγγραφέας και ως σκηνοθέτης. Θεωρείται ο πατέρας του επικού θεάτρου. Καταπιάστηκε και με μικρά πεζά κείμενα . Η "Μορφή και Ουσία" είναι από τη συλλογή του: "Ιστορίες του κυρίου Κόϋνερ". Εκδόσεις Ζαχαράκη.

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Η γυναίκα που με τη δύναμη της τέχνης, αντιπαρέρχεται τα ιδιαίτερα εμπόδια της ζωής της!!!





Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ:

                                                       ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

 Αν σ' έχει ξεχάσει ο έρωτας
εσύ θα τον ξαναθυμηθείς
μόλις η ματιά σου αγγίξει τη φύση
τις πλαγιές, τα κύματα
τα φυλλοβόλα δέντρα
που δεν αμφισβητούν ποτέ τις εποχές
τα ζώα που βγαίνοντας
απ' την κοιλιά της μάνας τους
ξέρουν κιόλας πώς να ζήσουν
πώς ν' αντισταθούν στους εχθρούς
που τους έχει ορίσει η φύση.
Πρόσεξε μόνο μην η ζωντανεμένη ανάμνηση
πέσει πάνω στο σωρό
απ' τις προδομένες προσδοκίες σου
τ' αναπάντητα όνειρά σου.





«Γεννήθηκα στα Εξάρχεια, Μεταξά και Μεσολογγίου. Και να που με τα χρόνια πάλι εδώ επέστρεψα, ψηλά στην Ασκληπιού όπου ζω τώρα. Τα θυμάμαι, όταν ήμουν κορίτσι, ως μία πολύ συμπαθητική γειτονιά του κέντρου, όπου έμεναν αρκετοί φοιτητές, καλλιτέχνες, άνθρωποι των γραμμάτων κ.λπ., απλοί, φιλικοί, δίχως την κολωνακιώτικη υπεροψία που παραμόνευε λίγα στενά παραπάνω. Τώρα, πια, βέβαια είναι μια περιοχή «καταραμένη», όπως και όλο το παλιό αθηναϊκό κέντρο θαρρώ. Δεν κυκλοφορώ πλέον για να το διαπιστώσω ιδίοις όμμασιν που λένε, αλλά δεν θέλει και πολύ, το «πιάνεις» στον αέρα, ακόμα και από το μπαλκόνι σου. Βεβαίως και μένω στο νοίκι. Ήταν μια σοφή επιλογή της οικογένειάς μου, που ακολούθησα κι εγώ. Μικρή, μου διάβαζε ποίηση η μητέρα μου και, βέβαια, μεγάλωσα στη σκιά του νονού μου, του Νίκου Καζαντζάκη. Ηξερα πώς γράφονται τα ποιήματα, δηλαδή ότι δεν μπορείς να τα προγραμματίσεις. Εκείνα αποφασίζουν πότε θα σε κατακτήσουν.   Έγραφα από κοριτσάκι. Αρχικά ιστοριούλες, έπειτα ποίηση. Πρωτοδημοσίευσα στο περιοδικό «Καινούργια Εποχή» το φθινόπωρο του '56. Ήταν το ποίημα «Μοναξιά». Λες κι ήξερα τότε ακόμα, 17 χρόνων κοπέλα, τι ακριβώς σήμαινε αυτό! Ο νονός μου, όταν το διάβασε, ενθουσιάστηκε, μου έκανε κριτική διθυραμβική, αλλά δεν τον πήρα σοβαρά, άργησα να πιστέψω στον εαυτό μου ή μάλλον στη γραφή μου. Με τα χρόνια αντιλαμβάνομαι, βέβαια, πόσο με είχε βοηθήσει το περιβάλλον και τα διαβάσματα που είχα από πιτσιρίκα – σπάνια τύχη. Σπάνιο είναι, όμως, για έναν ποιητή να αναγνωριστεί στην ακμή του και εν ζωή, όπως συνέβη μ' εμένα. Από την ποίηση, ωστόσο, δεν βιοπορίζεται κανείς. Ούτε εύκολα, ούτε καν δύσκολα – βασικά, από τις μεταφράσεις έζησα και ζω.
Σιχαίνομαι το χρήμα και όλη τη νοοτροπία πίσω από την απόκτησή του. Είναι το πιο εθιστικό ναρκωτικό, το πλέον καταστροφικό. Ήμουν, βέβαια, καλοαναθρεμμένη, από σπίτι, στερημένα δεν έζησα, έμαθα όμως να μην κοιτάω πέρα από τα χρειαζούμενα. Αυτό το λιτό πνεύμα διέπνεε όλη την οικογένεια και φυσικά την ανατροφή μου. Ούτε ως κοπέλα μ' ενδιέφεραν τα λούσα – τα διαβάσματα και τα γραπτά μου μ' ένοιαζαν, οι έρωτες επίσης, η τρυφηλότητα όμως ποτέ..  Μπορεί να είχα μία αναπηρία, αλλά η ζωή μου χάρισε τέλειους γονείς και έναν τέλειο σύζυγο.  Δεν είμαι θεωρητικά αισιόδοξη, αλλά ζωτικά! Χαίρομαι που έχω ένα σώμα, που η μέρα μου ξεκινά… Χαίρομαι τη ζωή.»