Κυριακή 23 Μαΐου 2021

ΕΝΑ ΧΙΛΙΟΤΡΑΓΟΥΔΗΜΕΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ

 

 

     Την μουσική του την έδωσε ο Μίκης Θεοδωράκης τον Νοέμβριο του 1958 από το Παρίσι που ζούσε για την ταινία του Μάικλ Πάουελ «Μήνας του μέλιτος» (Honeymoon). Και δεν λέω έγραψε αλλά έδωσε γιατί όπως έχω ακούσει από τον ίδιο τον μουσικοσυνθέτη μας σε μία από αυτές τις χειμαρρώδεις και συναρπαστικές αφηγήσεις με στιγμιότυπα της ζωής του, το μουσικό αυτό θέμα αποτελούσε μέρος ενός νεανικού συμφωνικού έργου του και ότι για την κίνησή του αυτή εξέφρασε έντονη διαφωνία η σύζυγός του Μυρτώ.

     Το κομμάτι έγινε γνωστό λίγο αργότερα στην Ελλάδα με τον τίτλο: «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου» σε στίχους του Βασίλη Καρδή – ψευδώνυμο του Νίκου Γκάτσου—και πρώτη ερμηνεύτρια τη Γιοβάννα. Διεθνώς έγινε πολύ γνωστό ως «Honeymoon song», σε στίχους του Γουίλιαμ Σάνσομ με την ερμηνεία του Μαρίνο Μαρίνι και του κουαρτέτο του.

     Αυτή την ερμηνεία άκουσαν οι Τζον Λένον και Πολ Μακ Κάρτνεϊ των Beatles και αποφάσισαν να το ξαναηχογραφήσουν, στις 16 Ιουλίου 1963, για την εκπομπή Pop Go the Beatles που ετοίμαζαν τότε για το BBC. Η ερμηνεία τους αυτή αγνοείτο για χρόνια και κάπου προς τα τέλη του ’80 βρέθηκε στις αποθήκες του σταθμού σε μια ξεχασμένη μαγνητοταινία. Με αφορμή την ερμηνεία τους αυτή έκαναν τότε τα Σκαθάρια την πρώτη τους γνωριμία με τα ελληνικά νησιά από όπου και η φωτογραφία.

     Το «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου» αριθμεί περίπου 40 διαφορετικές ερμηνείες διεθνώς, κάτι που δηλώνει φυσικά το πόσο αγαπήθηκε τόσο από το Ελληνικό όσο και το διεθνές κοινό.

     Προσωπικά από τις πάμπολλες ελληνικές εκτελέσεις εγώ στέκομαι σε αυτήν της Ελένης Δήμου με δεύτερη φωνή του Γιώργου Νταλάρα.

                        Οι στίχοι:

Στην αγκαλιά μου κι απόψε σαν άστρο κοιμήσου

δεν απομένει στον κόσμο ελπίδα καμιά

τώρα που η νύχτα κεντά με φιλιά το κορμί σου

μέτρα τον πόνο κι άσε με μόνο στην ερημιά

                    

Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου

σε περιμένω να ’ρθεις

μ’ ένα τραγούδι του δρόμου να ρθεις όνειρό μου

το καλοκαίρι που λάμπει τ’ αστέρι με φως να ντυθείς



Σάββατο 17 Απριλίου 2021

ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΔΕΙ Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ

 



     «… Ήτανε σα να γύριζα από μακρύ ξενιτεμό, στους δρόμους κανείς δε με γνώριζε και δε γνώριζα κανέναν. Απομεσήμερο νωρίς αλλά ο ήλιος σκεπασμένος. Βρέθηκα στην Ακρόπολη. Αίσθημα πως στ’ αναμεταξύ είχε προχωρήσει πολύ ο πολιτισμός. Εμπρός στη δυτική πρόσοψη του Παρθενώνα, ένα ταραγμένο πλήθος. Όλοι κοίταζαν τις κεντρικές κολώνες και χοχλακούσαν*. Ρώτησα κάποιον που χειρονομούσε πλάι μου.

     --- Ρε τι ζωντόβολο είσαι συ; Από που μας κουβαλήθηκες Δεν ξέρεις τίποτε;

     Τον κοίταζα χαμένος.

     --- Να! ο πλειστηριασμός! Άνοιξε τα στραβά σου! Αν κερδίσει εκείνη η αμερικάνικη οδοντόπαστα, σώθηκε ο προϋπολογισμός μας για δεκαετίες.

     Κοίταξα με προσοχή στην κατεύθυνση που μου ‘δειχνε. Ανάμεσα στις δυο κεντρικές κολόνες ξεχώρισα ένα τραπεζάκι με πράσινη τσόχα και, καθισμένος πίσω του, ένας ξυρισμένος κύριος με γυαλιά. Φορούσε μαύρο κοστούμι και κρατούσε ένα φιλντισένιο σφυρί. Είχε το ύφος χειρούργου. Ρώτησα αποβλακωμένος:

     --- Ποιος πλειστηριασμός;

     --- Που ζεις μωρέ; Εδώ χαλνάει ο κόσμος!.. Τζένιο* η κυβέρνησή μας. Θα τις παραχωρήσει αυτές τις πέτρες. Τι μας χρειάζονται εμάς;

     Εκείνη τη στιγμή ο μαυροντυμένος κύριος χτύπησε το σφυρί. «Κατεκυρώθη!» φώναξε κάποιος. «Κατεκυρώθη! Κατεκυρώθη!» αντιλάλησε η βοή του πλήθους.

     --- Κέρδισαν οι Αμερικάνοι! Είπε έξαλλος ο γείτονάς μου σαν άνθρωπος που παρακολουθεί ποδόσφαιρο.

     Η ταραχή φούσκωνε μέσα μου.

     --- Και τι θα κάνουν κατόρθωσα να ρωτήσω.

     --- Είναι δαιμόνιοι, αποκρίθηκε. Θα πελεκήσουν τούτες τις κολόνες σε σχήμα σωληνάριου της οδοντόπαστας.

     Ένιωθα πως το πλήθος φύραινε γύρω μου και με άφηνε ολότελα μόνο. Τότες είδα τον Παρθενώνα γυμνό ανατριχιαστικά, χωρίς αέτωμα χωρίς γείσο, με τις κολόνες του πελεκημένες, γυαλιστερές, παρασταίνοντας υπέρογκα σωληνάρια. Ο βραχνάς με τίναξε από το κρεβάτι καθώς ούρλιαζα. Ώρα 5 πρωί.

     Δεν είμαι αρκετός να αναλύσω τούτο το όνειρο. Μόνο μια παρατήρηση πάνω στην ονειρική συμπεριφορά μου: πολλές φορές μου έτυχε να δω όνειρα που παρουσιάζονται με κρυστάλλινη σαφήνεια. Αν είναι εφιαλτικά, ο εφιάλτης δουλεύει στο βάθος και ξεσπά στο τέλος. Μ’ αυτό τον τρόπο αισθάνομαι πως το όνειρό μου της Ακρόπολης ήταν μια διδακτική προειδοποίηση.  ….».

 

Αθήνα 1 Φεβρουαρίου 1970 (ΔΟΚΙΜΕΣ  Β΄ τόμος σελ. 326-327)

 

__________________________________________-

 

* χοχλακώ κάτι σαν τη βίαιη κίνηση υγρών σε δυνατό βράσιμο.

 

** Τζένιο από το λατινό GENIUS ίδιας σημασίας με το Τζίνι, ο φύλακας άγγελος που εμφανίζεται στη δύσκολη στιγμή.


Κυριακή 11 Απριλίου 2021

ΕΝΑ ΣΠΑΝΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΦΙΔΑ

 



Από το σπουδαίο έργο του Κυριάκου Σιμόπουλου «ΞΕΝΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» τόμος Β (1700-1800) αλίευσα (σελ.690-721) κάποια στοιχεία για τη σταφίδα που τα παραθέτω:

«Ο Felix Beaujour(Φ.Μπ.) βαθύς γνώστης του εμπορίου της οθωμανικής Ανατολής, που υπηρέτησε για πολλά χρόνια ως πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, πήρε εντολή από την κυβέρνησή του να περιηγηθεί ολόκληρo τον ελληνικό χώρο από τη Θράκη ως το Μωριά και υποβάλει υπόμνημα με τις παρατηρήσεις του για τα τοπικά προϊόντα, τις γεωργικές εργασίες, τη βιοτεχνία και το εμπόριο, αλλά και για τον πληθυσμό κάθε τόπου, τη διοίκηση, το δημόσιο και κοινωνικό βίο. Καρπός αυτών των περιοδειών και της επιτόπιας μελέτης υπήρξε το χρονικό του για το «ελληνικό εμπόριο» που αποτελεί μία από τις πιο αυθεντικές πηγές πληροφοριών για την οικονομική ζωή και εξέλιξη του ελληνικού χώρου κατά τη δεκαετία 1787-1797.  …………. Γράφει για τη σταφίδα: Ένα από τα σημαντικά εξαγώγιμα ελληνικά προϊόντα στα τέλη του ΙΗ’ αιώνα ήταν η κορινθιακή σταφίδα. Καλλιεργείται, γράφει ο Φ.Μπ., στην περιοχή της Βοστίτσας (Αίγιο) και της Πάτρας. Ευδοκιμεί κυρίως στα εδάφη της Αχαΐας και σε μερικά τμήματα της αντικρινής Αιτωλίας καθώς και της Λοκρίδας. Πέτυχε επίσης η καλλιέργεια στη Ζάκυνθο, Ιθάκη και Κεφαλονιά.

Η μέση ετήσια παραγωγή κορινθιακής στο Μωριά υπολόγιζόταν σε 10.000.000 γαλλικές λίτρες (σημ. 1λίτρα= 0.32 οκάδες=0,25 κιλά). Η Πάτρα και η περιοχή της έδιναν κάπου 4.000.000 η επαρχία Βοστίτσας 2.000.000. Τα υπόλοιπα 4.000.000 προέρχονταν από το Ξυλόκαστρο, το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι. Η τοπική κατανάλωση σταφίδας ήταν μικρή. Έτσι οι εξαγωγές έφθαναν τα 8.000.000 λίτρες εκ των οποίων τα 5/8 απορροφούσε η Αγγλία. Τα 2/8 κατέληγαν στις αγορές της Ολλανδίας, της Αμερικής και της Δανίας. Το υπόλοιπο 1/8 μοιραζόταν ανάμεσα στη Γαλλία και στην Ιταλία.

Η χρήση λιπασμάτων στους σταφιδαμπελώνες είναι άγνωστη στο Μωριά, γράφει ο Φ.Μπ. Μεταχειρίζονται ωστόσο λιπάσματα στη Ζάκυνθο. «Γνώρισα δυο Ζακυνθινούς κτηματίες που κάθε φθινόπωρο ξελάκκωναν τα κούρβουλα και έριχναν, ο ένας τσίπουρα, ο άλλος αλάτι ανακατωμένο με στάχτη». Και όπως εξακρίβωσε εξασφάλιζαν με αυτό τον τρόπο μεγαλύτερη παραγωγή.

Ο Γάλλος πρόξενος περιγράφει ένα περίεργο τρόπο κατασκευής αλωνιού οπού ξεραίνεται η σταφίδα. «Παίρνουν κοπριά, αίμα βοδινό και άχερα και τα ανακατεύουν σε νερό. Με το παχύρευστο και γλοιώδες υγρό που δημιουργείται καλύπτουν όλη την επιφάνεια του αλωνιού. Ο ήλιος ξεραίνει το υγρό και σχηματίζεται μια χοντρή κρούστα ίδιο βερνίκι. Έτσι δεν ανακατεύεται το χώμα με τις ρόγες και το τσαμπί ξεραίνεται γρηγορότερα».

Ο Φ.Μπ. παρακολούθησε και την εναποθήκευση της σταφίδας. Οι αποθήκες ήταν ερμητικά κλεισμένες και είχαν ένα άνοιγμα επάνω και μια πόρτα στη βάση. Η πόρτα άνοιγε μονάχα την εποχή που άρχιζαν οι πωλήσεις. Από το άνοιγμα που βρισκόταν στη στέγη έρριχναν στη σταφίδα ώσπου γέμιζε η αποθήκη. Καθώς πιεζόταν από το ίδιο της το βάρος συνθλιβόταν και έβγαζε ένα γλοιώδες υγρό με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται σε μια μάζα τόσο στερεή που χρειάζονταν σιδερόφτυαρα για να γεμίσουν τα βαρέλια. Πατίκωναν ύστερα τη σταφίδα στα βαρέλια με γυμνά πόδια ώστε να καταλάβει λιγότερο χώρο, να αφαιρεθεί ο αέρας και να διατηρηθεί καλύτερα κατά τη μεταφορά ως την άκρη του κόσμου. Στα χρόνια των περιηγήσεων του Φ.Μπ. η τιμή της κορινθιακής ήταν 80 πιάστρα το χιλιόλιτρο. Στην τιμή αυτή περιλαμβάνονταν όλα τα έξοδα που ήταν τεράστια και διπλασίαζαν την αρχική τιμή.  ………».

 

 

Σχόλιο:  ως γέννημα θρέμμα σταφιδοπαραγωγών της Τριφυλίας μένω έκπληκτος βλέποντας πως η τιμή αυτού του προϊόντος που στις πολύ δύσκολες εποχές κράτησε στη ζωή χιλιάδες ανθρώπους, ήταν και τότε εξευτελιστική. Με υπολογισμούς βγαίνει 0.20 πιάστρα το κιλό όταν η τιμή του μοσχαρίσιου κρέατος, όπως γράφει ο ίδιος, ήταν 5 πιάστρα και του αρνίσιου 8. Βέβαια η κτηνοτροφία ταλανιζόταν από τη δράση στη ύπαιθρο των ληστοσυμμοριών και το κρέας ήταν πανάκριβο. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι μόνο 4 φορές το χρόνο είχαν κρέας στο τραπέζι τους: Αγίου Γεωργίου, Αγίου Δημητρίου, Χριστούγεννα και Πάσχα. Όπως σημειώνει ο ίδιος περιηγητής.  

 

Πληκτρολόγηση και σχόλιο Δημήτρης Κουκουλάς

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2020

Γιώργος Σεφέρης: "Κράτησα τη ζωή μου"!

 

Γιώργος Σεφέρης, Επιφάνια, 1937

Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά· τ’ άστρα του Κύκνου κι’ εκείνο τ’ άστρο ό Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου˙ στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές ˙ o χιονισμένος
κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι’ οι δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ· ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση, της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες

πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι’ αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού σ’ αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ό δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ό δρόμος δεν έχει αλλαγή˙ κράτησα τη ζωή μου.
                                                                         Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.




Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2020

ΑΣ ΛΕΜΕ ΚΑΙ ΚΑΤΙ, ΚΑΘΕ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

 

                                    Δεν φταίει μόνο ο «Χατζηπετρής»!                                        

 

  

     Η ανθρωπότητα μέχρι σήμερα γνώρισε πολλές Επιδημίες (εξαπλούμενο μεταδιδόμενο νόσημα) και Πανδημίες (προσβολή μεγάλου μέρους του πληθυσμού από μεταδιδόμενο νόσημα) αλλά μέσα σε τελείως διαφορετικές από σήμερα συνθήκες. Είναι χαρακτηριστική η περιγραφή που κάνει ο Παπαδιαμάντης, στην αρχή του πρώτου έργου του «Η Μετανάστις», της φοβερής εκείνης επιδημίας Πανούκλας της Μασσαλίας του 1720 της αποκαλούμενης και «Μαύρου Θανάτου» που αποδεκάτισε την πόλη και από τις περίπου 200.000 κατοίκους θέρισε τους μισούς:

       «…Η Μασσαλία εσάλευε μεταξύ πτωμάτων ανδρών και γυναικών και θολερού ατμού, ανεβαίνοντος εις τον αιθέρα, όστις εις τους οφθαλμούς δεισιδαιμόνων ανθρώπων, εφαίνετο ως περιβάλλων τας ψυχάς των ατυχών θυμάτων. Δεν ηκούοντο πλέον οδυρμοί και θρήνοι, δεν ηκούοντο ψαλμοί και ευχαί. Αι οδοί ήσαν έρημοι διαβατών. Αι οικίαι, αι πλείσται με ανοικτά τα παράθυρα και κεκλεισμένας τας θύρας, έφερον επ’ αυτών κιτρίνους και μέλανας σταυρούς και άλλα πένθιμα σήματα. ……».

     Μόνο που ήταν αλλιώς τότε τα πράγματα, διαφορετική ζωή χωρίς ευχέρεια μετακινήσεων, άλλα τα μέσα και οι δυνατότητες, ιατρική επιστήμη ανίσχυρη και οι ασθενείς παραδομένοι στο έλεος των επουρανίων δυνάμεων.

     Και έρχεται τώρα αυτός ο covid-19 μέσα στο απόγειο της τεχνολογικής εξέλιξης και της επιστήμης και μας «παίρνει τα σώβρακα» που λένε και στο ποδόσφαιρο. Με μια πρωτοφανή ταχύτητα μετάδοσης κατορθώνει μέσα σε λίγους μήνες να αγκαλιάσει ολόκληρο τον πλανήτη.              Πολύ γρήγορα, δηλαδή, παίρνει το στέμμα, την κορώνα της Πανδημίας και γίνεται Αυτοκράτωρ, οπότε σωστά αποκαλείται Κορωναϊός.

     Και καθόμαστε τώρα με τις μάσκες περιμένοντας το εμβόλιο να μας σώσει και κάποιοι επιρρίπτουν ευθύνες σε αυτούς τάχα που τον δημιούργησαν: φταίει ο ένας φταίει ο άλλος «φταίει ο Χατζηπετρής». Ας μην κυνηγάμε φαντάσματα και να δούμε μήπως φταίμε αν όχι όλοι αλλά η μεγάλη πλειοψηφία που κατοικούμε αυτόν τον πλανήτη;

     Γιατί κάποιοι που παρατηρούν τα πράγματα λένε το εξής απλό: ότι παρόλο που οι περισσότερες παλιές επιδημίες ξεκινούσαν και αυτές από ζώα, τώρα έχουμε την ίδια προέλευση και τα τελευταία χρόνια μας ήρθαν πολλές προειδοποιήσεις «γρίπη των πτηνών» «τρελές αγελάδες» «νόσος των χοίρων» που μας έδειξαν ότι όλα αυτά προήλθαν από την πιεστική ανάγκη κάλυψης της διαρκώς αυξανόμενης ζήτησης κρέατος και την επινόηση της σταβλισμένης κτηνοτροφίας, που διόλου απίθανο να ξεπέταξε και τον covid-19.

     Καθώς όπως ισχυρίζονται αυτή η δραματική αλλαγή της παραδοσιακής κτηνοτροφίας έβγαλε τέρατα. Η ακινησία από τη μια μεριά μαζί με την κατάργηση της ελεύθερης βοσκής όπου τα ζώα τσιμπάγανε αποδώ κι’ αποκεί διάφορα χόρτα και σπόρους συν τα φάρμακα και τις αντιβιώσεις που τους βάζουν μαζικά στις τροφές τους για να παίρνουνε βάρος, αδυνατίζουν το ανοσοποιητικό τους σύστημα με αποτέλεσμα να ξεπηδάνε κάτι πρωτοφανή και αλλόκοτα … πραματάκια!

     Μόνο που το παράδοξο είναι πως αυτή η τεράστια αύξηση της ζήτησης κρέατος δεν προήλθε αποκλειστικά από την άνοδο του βιοτικού επιπέδου εκατομμυρίων ανθρώπων των μεγάλων κρατών της Κίνας της Ινδίας του Μεξικού της Βραζιλίας κλπ…κλπ, αλλά πιο πολύ από την ιλιγγιώδη αύξηση της κρεοφαγίας του δυτικού κόσμου. Υπάρχουν δίπλα μας άνθρωποι που τρώνε κάθε μέρα κρέας και χωρίς σαλάτα, «κρέας με κρέας» όπως το λένε, κάτι που είδα και με τα ίδια μου τα μάτια και δεν το πίστευα: βρισκόμουν σε επαρχιακή πόλη για δουλειές και την ώρα που έτρωγα σε ένα μικρό ταβερνάκι στο διπλανό μου τραπέζι κάθισαν δυο τύποι με σορτσάκια «προτεταμένες γαστέρες» και σαγιονάρες και αφού ρώτησαν τον ταβερνιάρη και τους είπε για ένα καταπληκτικό μοσχάρι στιφάδο παρήγγειλαν από μια μερίδα ο καθένα και την ώρα που αυτός γυρνούσε να φύγει του φώναξαν «φέρε και μια μερίδα ακόμη να τη βάλουμε στη μέση για σαλάτα».

      Δεν είμαι χορτοφάγος τρώου κρέας και ντρέπομαι αλλά μιας και προέρχομαι από άλλους χρόνους και εποχές πασχίζω να κρατάω, τουλάχιστον, εκείνο το παλιό: κρέας μόνο την Κυριακή. Αλλά τι τα θες από όποιο δρόμο και να πάμε πάλι πάνω στο θέμα της αλλόκοτης ζωής μας και του ταλαίπωρου περιβάλλοντος πέφτουμε.

 

 

 

Δημήτρης Κουκουλάς

Παρασκευή 04/09/2020