Τρίτη, 14 Μαΐου 2019

Ένας τράγος στο κάτεργο!


            

                             ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ
                              

                                 Ένας τράγος στο κάτεργο!
(Από την εξορία του ο συγγραφέας σε κάτεργο της Σιβηρίας από όπου και το βιβλίο του: ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΠΕΘΑΜΕΝΩΝ δεν λησμόνησε να αφιερώσει και ένα κεφάλαιό του στα ζώα που είχαν εκεί, με τον τίτλο:  ΤΑ ΖΩΑ ΤΟΥ ΚΑΤΕΡΓΟΥ. Θα σταθούμε στην περιγραφή  του τράγου Βάσκα)

…. Όσο, για το Βάσκα, τον άσπρο τράγο μας, κανένας δεν θα τ’ αποφάσιζε να τον σκοτώσει, αν δεν μεσολαβούσε ένα ξεχωριστό γεγονός. Δεν ξέρω ούτε από πού ήρθε ο Βάσκα, ούτε ποιος τον έφερε στο κάτεργο, όταν ακόμα ήτανε μικρό κατσικάκι. Μέσα σε λίγες μέρες, όλοι ξετρελάθηκαν μαζί του κι’ έγινε η μοναδική μας διασκέδαση. Βρέθηκε μια πρόφαση για να τον κρατήσουμε: Ό τράγος είναι απαραίτητος για το σταύλο. Πιο πολύ τριγύριζε στις κουζίνες στην αρχή κι’ έπειτα σ’ όλο σχεδόν το κάτεργο. Το χαριτωμένο αυτό πλάσμα, έτρεχε μόλις το φώναζες, πηδούσε πάνω στους πάγκους και στα τραπέζια, κουτούλιζε τους καταδίκους και προκαλούσε αδιάκοπα γέλια και τη χαρά. Κάποια μέρα όταν τα κέρατά του είχαν πια μεγαλώσει αρκετά, ο Μπαμπάϊ, που μαζί μ’ άλλους κατάδικους καθότανε στο κεφαλόσκαλο ενός θαλάμου, είπε πως θα πάλευε με τον τράγο, κούτελο με κούτελο. Χτυπήθηκαν έτσι πολύ ώρα. Αυτό, ήταν για τους κατάδικους η καλύτερη διασκέδαση. Άξαφνα όμως, ο Βάσκα πήδηξε στο πιο ψηλό σκαλί και χωρίς να δώσει καιρό στον αντίπαλό του, σηκώθηκε στα πισινά του πόδια, και απλώνοντας τα μπροστινά καταπάνω του, τον χτύπησε με το κέρατό του στο σβέρκο τόσο καλά και δυνατά, που αυτός πήρε μια τούμπα και κατρακύλησε απ’ το κεφαλόσκαλο προς μεγάλη χαρά των παρισταμένων καθώς και του ίδιου του νικημένου. Δεν χρειάζονται περισσότερα για να πούμε πως όλοι ήτανε ξετρελαμένοι με το ζωντανό αυτό.
     Όταν ο Βάσκα, έφτασε στην ηλικία της εφηβείας, ύστερα από γενικές και σοβαρότατες συνελεύσεις αποφασίστηκε να του κάνουν οι «κτηνίατροί» μας κάποια εγχείρηση που την ήξεραν καλά. «Να μη βρωμάει τραγίλας τουλάχιστο», λέγανε οι κατάδικοι.
     Ύστερα από την εγχείρηση αυτή ο Βάσκα πάχυνε πάρα πολύ. Εξ’ άλλου τον παραταίζανε κιόλας. Μ’ ένα λόγο έγινε ένας πάρα πολύ ωραίος τράγος, ψηλός και παχύς με μεγάλα χοντρά κέρατα. Μερικές φορές μάλιστα, εκεί που περπατούσε πεδουκλωνότανε και έπαιρνε και καμιά τούμπα. Μας ακολουθούσε κι’ αυτός όπως και οι χήνες, όταν πηγαίναμε στη δουλειά και διασκέδαζε τους καταδίκους  κι’ όλους τους περαστικούς που τον βλέπανε. Όλοι τον ξέρανε το Βάσκα, τον τράγο του κάτεργου. Καμιά, φορά όταν τύχαινε να δουλεύουνε κοντά στην όχθη του ποταμού, έκοβε κανένας λίγα κλωνιά λυγαριάς και λουλούδια για να στολίσει το Βάσκα. Βάζανε τα λουλούδια και τα κλαριά γύρω απ’ τα κέρατά του και του πλέκανε γιρλάντες ολόγυρα στο κορμί. Στο γυρισμό ο Βάσκα βάδιζε πάντα πρώτος στη γραμμή, μεγαλοπρεπής και στολισμένος κι’ οι κατάδικοι που πήγαιναν πίσω του φούσκωναν από καμάρι όταν τους έβλεπαν οι περαστικοί. Η αγάπη τους για το Βάσκα ήτανε τόσο μεγάλη, ώστε μερικοί σκέφτηκαν, παιδιάστικα να του επιχρυσώσουνε τα κέρατα.
     Ρώτησα μια μέρα τον Ακίμ Ακίμιτς, που ήτανε ο καλύτερος χευσικός στο κάτεργο, ύστερα απ’ τον Ησαία Φόμιτς, αν μπορούσε πραγματικά να γίνει κάτι τέτοιο. Κοίταξε προσεκτικά τον τράγο, σκέφτηκε μια στιγμή, και μου απάντησε πως ήτανε δυνατό να γίνει αλλά το χρύσωμα δεν θα κρατούσε πολύ και δεν άξιζε ξι’ αυτό τον κόπο. Έτσι το πράγμα έμεινε εκεί.
     Ο Βάσκα, θα μπορούσε να ζήσει πολύν καιρό και δίχως άλλο θα πέθαινε από γερατειά. Μια μέρα όμως που περνούσε ο ταγματάρχης με τ’ αμάξι του, απάντησε στο δρόμο μια ομάδα καταδίκων που γυρνούσαν απ’ τη δουλειά κι’ είχαν πρώτο πρώτο στη γραμμή το Βάσκα χαρούμενο και στολισμένο με τις γιρλάντες του.
     --Αλτ! ξεφώνησε, ποιανού είναι αυτός ο τράγος;  Του εξήγησαν.
     --Τι; ο τράγος μέσα στη φυλακή και δίχως την άδειά μου; Υπαξιωματικέ!
     Ο υπαξιωματικός παρουσιάστηκε και πήρε αμέσως τη διαταγή να στείλει το Βάσκα για σφάξιμο. Το τομάρι του, θα το πουλούσανε στην αγορά και τα χρήματα θα μπαίνανε στο ταμείο της φυλακής. Όσο για το κρέας του, θα το ρίχνανε στη σούπα των καταδίκων. Έγινε πολύ συζήτηση για την τύχη του Βάσκα, τον λυπήθηκαν όλοι, κανένας όμως δεν μπορούσε να παραβεί τις διαταγές του ταγματάρχη. Τον έσφαξαν πάνω από το λάκκο των σκουπιδιών. Από το κρέας του, που το αγόρασε χοντρικά ένας κρατούμενος πήραμε ένα ρούβλι και πενήντα καπίκια κι’ αγοράσαμε κουλούρια. Ο αγοραστής του Βάσκα, έφτιαξε με το κρέας του ένα υπέροχο κοκκινιστό και το πούλησε κι’ αυτός με τη σειρά του σε μερίδες. Όσοι το δοκίμασαν το βρήκαν υπέροχο.

_________________________________-
Απόσπασμα από το βιβλίο ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ  ΤΩΝ ΠΕΘΕΜΕΝΩΝ Διεθνείς Εκδόσεις 1965, μετάφραση: Σ. Πατατζής