Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019

ΧΑΣΑΠΟΤΑΒΕΡΝΑ «ΟΙ ΔΥΟ ΛΕΎΚΕΣ»



Το είδος «Χασαποταβέρνα» άνθιζε κάποτε στα Mεσόγεια: Σπάτα, Καλύβια, Κορωπί και Παιανία, κάθε Σαββατοκύριακο είχανε πανηγύρι. Γυρίζανε οι σούβλες στις ψησταριές, τα παϊδάκια στα κάρβουνα και από δίπλα τα τσιγκέλια με τα ντόπια σφαχτά που έπαιρναν στο τέλος οι πελάτες και για το σπίτι. «Πρωτεύουσα» όμως του είδους ήτανε η Χασιά ή Φυλή, που τώρα λέγεται μόνο Φυλή. Στις ρίζες της Πάρνηθας μετά από μια μακριά και σκοτεινή διαδρομή μέσα από χωράφια και γαβγίσματα αδέσποτων σκυλιών, καθώς μετά τους Αγίους Αναργύρους μόνο ο μικρός συνοικισμός του Καματερού μεσολαβούσε. Κάποια στιγμή η συνέχεια του σκότους έσπαζε απ’ την ανταύγεια της φωταψίας των μαγαζιών που τόνιζε από μακριά τον «άνω θρώσκοντα» καπνό της τσίκνας. Και έτσι όπως έπαιρνες την τελευταία στροφή βρισκόσουν φάτσα με τις ταβέρνες. Πρώτη-πρώτη δεξιά «Οι δυο λεύκες» με δυο πανύψηλα δέντρα σαν δίδυμα και αυτό το στοιχείο μπορεί να με μπερδεύει ως προς το όνομα που ίσως να ήταν «Τα δυο αδέρφια», καθώς ιδιοκτήτες του μαγαζιού ήταν δυο δίδυμοι σαραντάρηδες. Αριστερά από την είσοδο ήταν η ψησταριά με τα κάρβουνα και τα τσιγκέλια με τα ντόπια σφαχτά, ενώ αργά-αργά γύριζαν οι σούβλες με τα αρνιά και τα κοκορέτσια. Το μενού σταθερό και απλό. Παϊδάκια στα κάρβουνα, σουβλιστό, κοκορέτσι, πατάτες τηγανιτές., άγρια ραδίκια της Πάρνηθας και φέτα παραγωγής τους. Ρετσίνα Μεσογείων βαρελίσια σε μεταλλικό καρτούτσο . Καρέκλες ψάθινες, ξύλινα τραπέζια με καρώ τραπεζομάντηλα και στο βάθος τζάκι με φλεγόμενα κούτσουρα.
Όταν το φοιτητικό μας χαρτζιλίκι το επέτρεπε μαζευόμασταν σερνικοπαρέες –τα κορίτσια φοβόντουσαν τα σκοτάδια και τα σκυλιά—και παίρναμε το λεωφορείο που ξεκίναγε από την οδό Σουρμελή στην αρχή της Αχαρνών. Το τελευταίο από Χασιά έφευγε στις 11. Μόνο που μια φορά, ήτανε θυμάμαι Τσικνοπέμπτη, την ώρα που ξεκίναγε η επιστροφή, μας έπιασε άγρια χιονοθύελλα και είδαμε και πάθαμε μέχρι να γυρίσουμε στην Αθήνα. Πρέπει να τρομάξαμε τότε πολύ γιατί μετά προς Χασιά δεν ξαναπήγαμε.

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2019

ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟΝ «ΕΥΡΩΠΗ»





Βρισκόταν επί της οδού Σατωβριάνδου, στο πίσω μέρος του μεγάλου διατηρητέου τετραγώνου της Ομόνοιας που περιλάμβανε και το καφενείο «ΤΟ ΝΕΟΝ».
Προπολεμικό, ψηλοτάβανο με ευρύχωρη αίθουσα και μεγάλη κουζίνα. Όσο για προσωπικό: το πολυπληθέστερο που έτυχε να συναντήσω ποτέ σε χώρο εστίασης. Αρκεί να αναφέρω πως κάθε ένα από τα πέντε στρογγυλά τραπέζια με τις 12 καρέκλες που κάθονταν οι εργένηδες, ένα στο κέντρο και τέσσερα στις γωνίες –σαν αυτά τα «ελικοδρόμια» που βλέπουμε στις δεξιώσεις της Μεγάλης Βρετάνιας-- είχε το  δικό του σερβιτόρο. Οι προτιμήσεις των μοναχικών σε συγκεκριμένα τραπέζια είχαν σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία γνωριμιών με τους ομοτράπεζους και τις απαραίτητες συζητήσεις. Ένας βόμβος σαν μελίσσι που διακοπτόταν από τις δυνατές εκφωνήσεις των παραγγελιών, τους ήχους των κουταλοπίρουνων και των πιάτων και που μαζί με τις μοσχοβολιές από τα φρεσκομαγειρεμένα εδέσματα, δημιουργούσαν μιαν ατμόσφαιρα ευωχίας.
Όμως, παρά τα άσπρα πουκάμισα και σακάκια και τα μαύρα παντελόνια και παπιγιόν των σερβιτόρων, οι τιμές του καταστήματος παρέμεναν αρκετά προσιτές. Καθημερινά μάλιστα στο μενού του περιελάμβανε και δύο … «διευκολύνσεις». «Σκέτο από γιουβέτσι» και «ατζέμ πιλάφι». Δηλαδή, κριθαράκι από γιουβέτσι με καμιά παραπεσμένη ίνα κρέατος και πιλάφι περιχυμένο με σάλτσα κοκκινιστού. Αλλά το δυνατό του σημείο ήτανε το γιαούρτι σε μεγάλη λαμαρίνα που φτιάχνανε μόνοι τους. Γνήσιο λαχταριστό με πέτσα που κόβανε τη μερίδα με σπάτουλα και το πασπάλιζαν, αν ήθελες, με ζάχαρη.