Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

'Ενα διήγημα από την Κύπρο !!!


                                
 

Ειρένας Ιωαννίδου-Αδαμίδου*

 

                                ΤΟ ΣΚΥΛΙ
 
Το βλέπω έξω, σε κάποια σκιά του κήπου, να κάθεται και να
κοντανασαίνει το γέρικο πιστό σκυλί μας. Δεν ξέρω πως έτυχε να
σταματήσω απάνω του το βλέμμα μου τούτη τη φορά. Πάντα το ‘βλεπα
σαν κάτι ασήμαντο, μια φτηνή ζωή που περνούσε διακριτικά κι αθόρυβα
στο περιθώριο της αδικίας μας. Γιατί ποτέ δεν είχε το θάρρος να ζήσει
σαν κανονικό σκυλί ανάμεσά μας. Απ’ την αρχή –κουταβάκι σχεδόν όταν
μας το ‘φεραν-  τ’ αποπαίρναμε όλοι για χατίρι μου, επειδή από μικρή
είχα ένα παθολογικό φόβο για τα ζώα, κι ιδιαίτερα τα σκυλιά. Γι αυτό
φιλικές διαθέσεις δεν έδειξα ποτέ στο δικό μας, για να μη κακομάθει.
Ούτε κι εχθρικές.  Τ’ άφηνα απαρατήρητο, να πηγαινοέρχεται στον κήπο,
να κυνηγά τις γάτες και τα ξένα σκυλιά, να τρομάζει τους επισκέπτες.
Καμιά φορά στεκότανε μπροστά μου και κουνούσε την ουρά. Τότε μου
ερχότανε  να του χαμογελάσω σα σε άνθρωπο – ήταν ένα λυκόσκυλο
σπάνιας λεβεντιάς και εξυπνάδας- όμως κάτι με συγκρατούσε την
τελευταία στιγμή, κείνος ο ανόητος φόβος μη πάρει θάρρος και πηδήξει
απάνω μου. Νόμιζα πως αν γινότανε κάτι τέτοιο, θα πέθαινα την ίδια
ώρα.
Θυμάμαι που γαύγιζε για μ’ αποχαιρετίσει κάθε πρωί που ξεκίναγα για
τον σχολείο με το ποδήλατο. Σταματούσε, όμως, κάποια στιγμή σαν να
θυμόταν ξαφνικά πως το φοβόμουν. Μια μέρα, ωστόσο, ξεχάστηκε, ήρθε
πολύ κοντά και πάσκισε ν’ αρπάξει με το πόδι του τις ακτίνες της πίσω
ρόδας. Εγώ τα ‘χασα παρά λίγο να πέσω. Τίναξα πίσω το πόδι και το
κλώτσησα μ’ όλη μου τη δύναμη. Άκουσα το σπαραχτικό ουρλιαχτό του
καθώς έβγαινα από τον κήπο. Ούτε γύρισα να το κοιτάξω, ξεμάκρυνα
όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Το μεσημέρι που γύρισα, μόλις μ’ αντίκρισε
έτρεξε να κρυφτεί. Πρόσεξα πως πήγαινε στραβά, κάτι γερό του ‘χε
αφήσει η κλωτσιά μου. Ένιωσα ξαφνικά τύψεις. Πήγα και το βρήκα κάτω
απ’ το δέντρο που ‘χε καταφύγει. Στάθηκα λίγο μακριά του.
--Πόνεσες; Του λέω.
Σαν να κατάλαβε, άνοιξε το στόμα σ’ ένα σκυλίσιο, πολύ εκφραστικό
παράπονο.
--Λυπάμαι! Του ξαναλέω.
Τότε σηκώθηκε, στύλωσε τα μάτια πάνω μου, σαν να ‘θελε να μ’
αποκριθεί και βάλθηκε να κουνά την ουρά του. Ο φόβος πάλι με
σταμάτησε και δεν τ’ αγκάλιασα. Του γύρισα τη ράχη κι έτρεξα στο σπίτι.
Από κείνη την ημέρα πρόσεχα τη συμπεριφορά μου απέναντί του, το
λογάριαζα πιο πολύ από πρώτα, καταλάβαινα πως, άθελά μου, είχα κάνει
ένα βήμα μπροστά κι αυτό μ’ ευχαριστούσε. Όμως ο φόβος μου έμενε
πάντα φόβος.
Μονάχα τώρα, έτσι καθώς το βλέπω, γέρικο πια αποκαμωμένο, να
βαρυανασαίνει στη σκιά του κήπου, νοιώθω για κείνο μια παράξενη
τρυφεράδα. Αναμετρώ τα χρόνια που βρίσκεται μαζί μας … δεκατέσσερα
θαρρώ. Λένε πως μέχρι εκεί πάνε τα σκυλιά, το πολύ δεκαπέντε. Σε λίγο
θα πεθάνει…, συλλογιέμαι και νοιώθω ξαφνικά απέραντη θλίψη.
Σηκώνομαι και πάω κοντά του. Δεν κουνιέται πια άμα με βλέπει, δεν έχει
δύναμη να πολυστέκεται στα πόδια του. Χαμηλώνω γω για να το φτάσω.
Με κοιτάζει με τα πράα μάτια του που λάμπουν ακόμα σαν νεανικά. Για
πρώτη φορά απλώνω αυθόρμητα το χέρι και το χαϊδεύω ανάμεσα στ’
αφτιά. Ούτε και τώρα σαλεύει.
--Μη πεθάνεις! Του λέω σιγά, σαν να ‘ναι κάτι που εξαρτάται από το
ίδιο.
Τρεμοπαίζει τα βλέφαρα, γέρνει λίγο το κεφάλι απ’ τη μια μεριά χωρίς
να με κοιτάζει. Θαρρώ πως θέλει να μ’ αποκριθεί: «Τι να γίνει… μήπως
μπορώ να κάνω τίποτα;».
--Μα εγώ σ’ αγαπώ! … του ξαναλέω. Δεν θέλω να πεθάνεις.
Βγάζει δειλά τη γλώσσα και μου γλείφει το χέρι, απαλά, πολύ
διακριτικά. Δεν τ’ αποτραβώ, δεν νοιώθω πια τρόμο στο άγγιγμά του. Σε
λίγο ξαπλώνει ανάσκελα, στραβώνει τα πόδια μπροστά, κλείνει τα μάτια.
Σηκώνομαι να φύγω, αθόρυβα, να μη ταράξω τον ύπνο του. Να βλέπει
τάχα και κείνο όνειρα όπως εμείς;
--Θα λυπηθώ άμα πεθάνεις, να το ξέρεις! Του λέω μια στερνή φορά.
Μπορεί και να κλάψω ακόμα!
Καθώς ξαναμπαίνω στο σπίτι νοιώθω κιόλας υγρά τα μάτια μου…
 

---------------------------------



*Ειρένα Ιωαννίδου-Αδαμίδου (1939-2016).  Από τους σημαντικότερους
κύπριους λογοτέχνες. Πολυσύνθετο ταλέντο και πολυγραφότατη. Έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, τηλεοπτικές σειρές και σενάρια για ταινίες. Βγήκε στα γράμματα από 16 ετών

Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

ΟΙ ΓΛΑΡΟΙ !!!





ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

 

ΟΙ ΓΛΑΡΟΙ

 

Το νησάκι που βρίσκεται στα βορινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό κι έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ’ εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ’ αυτή τη σπατάλη το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σαν να το είχε ξεχάσει ο Θεός, όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του Κόσμου.
      Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατέλειωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: θ’ ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.
      Ο γερο-φαροφύλακας τράβηξε τη βάρκα στον άμμο. Τη σιγούραρε καλά, μην τυχόν τη νύχτα γυρίσει ο καιρός και φουσκώσουν τα νερά. Την κοίταξε για τελευταία φορά, πριν πάρει το δρόμο για το φάρο.
— Λοιπόν, πάει κι αυτό το ταξίδι..., λέει σιγά.
      Το λέει μονάχος του και σωπαίνει. Το ταξίδι αυτό, στην αντικρινή στεριά, γίνεται μια φορά το μήνα. Πηγαίνει για τις προμήθειές του, για το αλεύρι, το λάδι και για τα γεννήματα που του χρειάζονται. Στην αρχή, σε κάθε ταξίδι, έμενε όλη τη μέρα στο χωριό. Μιλούσε με παλιούς του φίλους, μάθαινε νέα για τη χώρα, για τον κόσμο, αν οι άνθρωποι ήταν σε πόλεμο για είχαν ειρήνη.
      Ο τελωνοφύλακας του έδινε το μισθό του.
— Λοιπόν, και τον άλλο μήνα με το καλό, μπαρμπα-Δημήτρη.
      Ο γέρος κουνούσε το κεφάλι του κι ευχαριστούσε. — Με το καλό, αν θα ‘χουμε ζωή, παιδί μου.
      Τις άλλες ώρες, ώσπου να γυρίσει στο «νησί του», τις περνούσε ανεβαίνοντας στη μικρή Παναγιά, στο βράχο με τα εκατό σκαλιά, να κάμει την προσευχή του. Σταύρωνε τα χέρια του μπροστά στο παλιό εικόνισμα, χαμήλωνε το κεφάλι και προσευχόταν για τα δυο αγόρια του, που χάθηκαν στην καταστροφή της Ανατολής, για τους άλλους ανθρώπους, τελευταία για τον εαυτό του.
— Αν ζούνε, προστάτευέ τα, παρακαλούσε για τα παιδιά του. Φύλαγέ τα από θυμό κι από κακή ώρα. Φύλαγέ τα απ’ το μαχαίρι...
      Μουρμούριζε τους χαιρετισμούς, ό,τι άλλο ήξερε από προσευχή, και τα γερασμένα πόδια του τρέμαν.
— Κι εμένα, καιρός πια είναι να ξεκουραστώ..., έλεγε και βούρκωναν τα μάτια του.
      Κατέβαινε τα εκατό σκαλιά κάθε φορά με πιο αλαφρή καρδιά. Στο δρόμο στεκόταν και κοίταζε τα παιδάκια που παίζαν. Τον ξέραν όλα και σαν τον βλέπανε, βάζαν τις φωνές:
— Μπαρμπα-Δημήτρη! Μπαρμπα-Δημήτρη!
      Τους αγόραζε φουντούκια και τους τα μοίραζε, κι εκείνα φωνάζαν χαρούμενα:
— Μην αργήσεις να ξανάρθεις, παππούλη! Μην αργήσεις!
      Έτσι γινόταν σε κάθε ταξίδι κάθε φορά. Μα όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο ξεσυνήθιζε με τους ανθρώπους. Η ερημιά ολοένα τον κυρίευε, μέρα με τη μέρα, τον απορροφούσε, σαν να στάλαζε μες στην ύπαρξή του τη φοβερή της δύναμη. Σε κάθε ταξίδι λιγόστευε, όσο μπορούσε, τον καιρό που έπρεπε να μείνει στο χωριό για τις δουλειές του.
      Έκοψε και το ανέβασμα στην εκκλησίτσα του βράχου.
— Συχώρεσέ με, γιατί πια δεν μπορώ, έλεγε στο Θεό, σαν να είχε κάμει αμαρτία. Παντού μπορώ να σε παρακαλώ, για να βλέπεις πόσο είμαι αδύναμος.
      Κι όταν γύριζε στο νησί του, ύστερα από κάθε ταξίδι, έμενε πολύ αργά τη νύχτα, κάτω απ’ τα άστρα, να προσεύχεται.
      Δε ρωτούσε πια νέα, τι γίνεται στον κόσμο. Δεν ήξερε τίποτα. Όλος ο κόσμος στένευε, μέρα με τη μέρα, γύρω στο έρημο νησί, κι έκλεινε με το βαθύ πέλαγο και με τα χρώματα, σαν έγερνε ο ήλιος.
      Οι τελευταίοι σύντροφοι που άλλαζε πότε πότε καμιά κουβέντα μαζί τους ήταν ψαράδες που, σαν δεν τους έπαιρνε ο καιρός, άραζαν για λίγο στο νησί του. Μέναν εκεί στην ακρογιαλιά, όπου ερχόταν να σβήσει το κύμα, και λέγαν για τα βάσανά τους και για τη μοίρα τους. Πολλές φορές ξενυχτούσαν εκεί. Τότε, στις μακριές ώρες, ώσπου να χαράξει, όταν οι άλλες κουβέντες τέλειωναν, ερχόταν και η επίσημη ώρα για τα δυο παιδιά του.
— Ποιος το ξέρει..., του λέγαν οι ψαράδες. Μπορεί να ζούνε κι να ’ρθουν, μπαρμπα-Δημήτρη. Έτσι σαν τους γλάρους σου, που γύρισαν.
     Δε μιλούσε, δε σάλευε, τα ήμερα μάτια του μένανε στυλωμένα στο βάθος της νύχτας.
— Ναι, μπαρμπα-Δημήτρη, σαν τους γλάρους σου. Έτσι μπορούν να γυρίσουν και να ’ρθουν. Μην απελπίζεσαι.
      Οι ψαράδες τότε, μ’ αυτή την αφορμή, φέρναν την κουβέντα στους γλάρους του γέρου.
— Αλήθεια, του λέγανε, Πώς μπόρεσες να τους μερώσεις, μπαρμπα-Δημήτρη; Πουθενά δεν ακούστηκε να μερώνουν οι γλάροι...
— Έτσι είναι, παιδιά μου, μουρμούριζε αυτός. Όλα μερώνουν εδώ κάτου. Μοναχά ο άνθρωπος...
      Τον ρωτούσαν να τους πει πάλι την ιστορία με τους γλάρους, μόλο που την ξέραν, όπως την ξέραν κι όλοι όσοι ζούσαν στην αντικρινή στεριά. Τα είχε βρει μικρά, μες στους βράχους, δυο γλαρόπουλα αμάλλιαγα ακόμα. Ήταν χειμώνας τότε, τα λυπήθηκε και τα κουβάλησε στο καλύβι του, πλάι στο φάρο. Τα κράτησε και τα μεγάλωσε, ταΐζοντάς τα μικρά ψάρια που έπιανε το δίχτυ του. Μια μέρα του ήρθε η ιδέα να τους βγάλει από ένα όνομα.
«Ε, λοιπόν, εσένα θα σε λέμε...»
      Μες στις αναμνήσεις του, μες στην καρδιά του, κείνη την ήμερη ώρα τριγυρίζανε τα δυο παιδικά πρόσωπα, τον καιρό που ήταν πολύ μικρά και τα φώναζε.
«Λοιπόν..., εσένα να σε λέμε Βασιλάκη, είπε στο ένα πουλί. Κι εσένα να σε λέμε Αργύρη...»
      Έτσι, από τότε άρχισε να τα φωνάζει με τα ονόματα των παιδιών του. Κι οι γλάροι σιγά σιγά τα συνηθίσανε.
      Σαν μεγάλωσαν κι ήρθε η άνοιξη, ένα πρωί σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να έχει σκλαβωμένα τα πουλιά. Αποφάσισε να τα λευτερώσει. Άνοιξε το μεγάλο καλαμένιο κλουβί κι έπιασε πρώτα το ένα πουλί. Το κράτησε μες στα δυο του χέρια, το χάιδεψε. Αισθανόταν την καρδιά του να είναι πολύ αλαφρή.
«Άιντε, λοιπόν, Βασίλη!» είπε στο πουλί και άνοιξε τα χέρια του, να το αφήσει να φύγει.
      Το πουλί πέταξε, έφυγε.
      Έβγαλε και το άλλο, το χάιδεψε σαν το πρώτο, το άφησε κι αυτό. Όλα ήταν ήμερα κείνη τη μέρα και η νύχτα που ήρθε ήταν ήμερη. Μονάχα που αισθανόταν να είναι ακόμα πιο έρημος.
      Το ίδιο βράδυ είχε αποτραβηχτεί νωρίς, όταν άκουσε στο μικρό παράθυρο της καλύβας αλαφριά χτυπήματα. Πλησίασε και κοίταξε. Δεν το πίστευε. Πετούσε απ’ τη χαρά του, σαν να ήταν τα παιδιά του που γύριζαν.
      Άνοιξε την πόρτα να μπουν μέσα οι γλάροι.
      Από τότε αυτό γινόταν: τα πουλιά φεύγαν το πρωί, ταξιδεύανε ως τις αντικρινές στεριές της Ανατολής, ως πέρα στο Σίγρι, και τα βράδια γύριζαν. Έκαναν κοπάδι μαζί με άλλους γλάρους και πολλές φορές πετούσαν πάνω απ’ το ρημονήσι. Αν ήταν χαμηλά, ο γέρος μπορούσε να τους ξεχωρίσει απ’ τα σταχτιά σημάδια που είχαν κάτω απ’ τις φτερούγες. Σαν έβγαινε με τη βάρκα κι αυτοί τριγύριζαν εκεί σιμά, χαμήλωναν και τσίριζαν από πάνω του. Τους είχαν μάθει κι σι άλλοι ψαράδες στα μέρη εκείνα. Και σαν τους βλέπανε, φωνάζαν γελώντας:
— Ε, Βασίλη!... Ε, Αργύρη!...
      Έτσι περνούσαν οι μέρες στο ρημονήσι. Η μια, η άλλη, αυτή που πέρασε, αυτή που θα ’ρθει. Μια αδιατάραχτη σειρά από μέρες και νύχτες, που δεν είχαν τίποτα να περιμένουν, άλλο απ’ το θάνατο.
      Μια βραδιά του καλοκαιριού έγινε κάτι ασυνήθιστο. Οι γλάροι δε γύρισαν. Μήτε την άλλη μέρα φάνηκαν, μήτε την άλλη νύχτα.
— Μπορεί να ταξιδέψαν μακριά, συλλογίστηκε ο γέρος, για να ξεγελάσει την ανησυχία του.
      Το άλλο πρωί, όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι του φάρου. Κοίταξε το πέλαγο. Μια στιγμή του φάνηκε πως η θάλασσα αυλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σαν να περνούσαν δελφίνια και παίζαν. Πολλές φορές έβλεπε στ’ ανοιχτά να περνούν δελφίνια. Τα παρακολουθούσε να γράφουν τις αργές κινήσεις τους όξω απ’ το νερό, πάλι να πέφτουν.
— Δελφίνια θα είναι και τώρα.
      Μα σε λίγο είδε καθαρά πως δεν ήταν.
— Άνθρωποι είναι! είπε ξαφνιασμένος.
      Κατέβηκε στο ακρογιάλι και περίμενε. Σε λίγο ξεχώρισε πως ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Κολυμπούσαν πλάι πλάι, με αργές κινήσεις, γεμάτες βεβαιότητα. Και το μικρό κύμα έκλεινε πάνω στο αυλάκι που άφηναν.
      Τι να θέλουν;
      Δε θυμόταν άλλη φορά να είχαν έρθει κατά κει για κολύμπι άνθρωποι. Κι ύστερα, δε φαινόταν εκεί γύρω καμιά βάρκα, απ’ όπου να είχαν πέσει.
      Σε λίγη ώρα είχαν φτάσει.
      Τα δυο βρεμένα κορμιά τινάζουνται απ’ τη θάλασσα στ’ ακρογιάλι.
      Το αγόρι κοιτάζει το κορίτσι μες στα μάτια και τεντώνει τα χέρια του ψηλά.
— Αχ! λέει παίρνοντας βαθιά ανάσα. Τι καλά που ήταν!
      Το κορίτσι κάνει την ίδια κίνηση με τα χέρια. Πιο αργά:
— Τι καλά που ήταν!
      Ύστερα τρέξαν προς το φαροφύλακα.
— Εσύ ‘σαι ο μπαρμπα-Δημήτρης; λέει το αγόρι.
— Εγώ είμαι, λέει με ταραχή. Μπας και σας έτυχε τίποτα;
— Α, μπα! βιάζεται να πει το αγόρι. Είπαμε χτες να κάνουμε αυτό το ταξίδι με τη φίλη μου, και να που ήρθαμε.
— Από πού; ρωτά ο γέρος με απορία. — Μα απ’ αντίκρυ, απ’ την Πέτρα.
      Ο μπαρμπα-Δημήτρης δεν ξέρει τι να πει, μουρμουρίζει μονάχα πως δε θυμάται να του είχαν έρθει άλλη φορά ξένοι με τέτοιο ταξίδι.
      Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν προς το φάρο.
      Περπατούσε πρώτος, τα παιδιά ακολουθούσαν. Δε θα ήταν το καθένα περισσότερο από δεκαοχτώ, δεκαεννιά χρονώ. Κι εκείνος βάδιζε μπρος, και τα χρόνια βάραιναν στους ώμους του, σαν να του ζητούσαν την ευθύνη, γιατί δεν τ’ άφηνε να ξεκουραστούν.
      Κάθισαν στο πεζούλι του φάρου. Μπροστά τους το Αιγαίο ακύμαντο, ο ήλιος έτρεμε πάνω του.
— Από πού έρχεστε; ρώτησε ο γέρος.
— Σπουδάζουμε στην Αθήνα, είπε το κορίτσι. Εγώ σπουδάζω χημικός κι ο φίλος μου στο Πολυτεχνείο.
— Α, αλήθεια!... Μουρμουρίζει ο γέρος χωρίς να καταλαβαίνει.
— Έχεις πάει καμιά φορά στην Αθήνα, παππούλη; Ρωτά το κορίτσι.
— Όχι. Ποτές.
— Θα το ήθελες τώρα;
      Η φωνή του είναι σιγανή, μόλις ακούεται:
— Όχι, παιδί μου. Τώρα είναι αργά.
— Θα είσαι πολύ μονάχος εδώ, παππούλη.
— Είμαι πολύ μοναχός, παιδί μου.
      Σώπασαν. Πέρασε λίγη ώρα. Ψηλά πέρασε ένα κοπάδι γλάροι. Ο γέρος σηκώνεται και μπαίνει στο καλύβι να φέρει γλυκό. Απ’ το μικρό παράθυρο μπορεί να βλέπει τα δυο παιδιά, έτσι που είναι ξαπλωμένα. Στα κορμιά τους και στα πρόσωπά τους τρέμουν ακόμα στάλες απ’ τη θάλασσα. Ο ήλιος τα έχει ψήσει αλύπητα, είναι κει σαν δυο αγάλματα από μπρούντζο που τα ξέβρασε το πέλαγο — μια θεότητα της υγείας και μια θεότητα της νεότητας. Τα μαύρα μαλλιά του κοριτσιού πέφτουν πάνω στους ώμους του και στα μεγάλα μαύρα μάτια του σαλεύει βαθύ φως.

...Έτσι απλά και ήμερα είναι όλα στο ρημονήσι αυτή την ιερή ώρα. Έτσι ήμερα είναι και μες στην καρδιά του γέρου ανθρώπου. Είναι πλημμυρισμένος, τούτο το καλοκαιρινό πρωινό, είναι βουρκωμένος. Αυτή η απρόοπτη τρυφερότητα που ήρθε να ταράξει την ερημιά του, τα ακίνητα νερά...
— Παππούλη, να ‘ρθουμε κι εμείς μέσα; του φωνάζει απ’ έξω το κορίτσι.
— Έρχουμαι εγώ, έρχουμαι! Λέει ταραγμένος.
      Τους έφερε γλυκό, αμύγδαλα, κρύο νερό.
— Δεν έχω τίποτα άλλο..., μουρμουρίζει, σαν να θέλει να τον συχωρέσουν.
— Κάθισε, κάθισε, παππούλη, — τον πιάνει το κορίτσι απ’ το χέρι να καθίσει πλάι του.
      Κάθισε.
— Ελάτε και αύριο, τους λέει δειλά. Θα ψαρέψω για σας τη νύχτα. Αύριο φεύγουμε, απαντά το κορίτσι με λύπη. Κρίμα, τόσες μέρες που ήμαστε εδώ να μην ερχόμαστε! Είσαι πάντα έτσι έρημος, παππούλη;
— Πάντα, παιδί μου.
— Α. τώρα καταλαβαίνω τι ήταν οι γλάροι..., μουρμουρίζει το αγόρι.
— Ναι, παιδί μου, αυτό είναι. Η ερημιά.
— Θα πρέπει να τους συχωρέσεις, παππούλη, λέει πάλι το αγόρι σε λίγο. Αν ήξεραν, δε θα το έκαναν ποτέ.
      Ο γέρος δεν καταλαβαίνει. Στέκει με απορία.
— Για ποιους λες, παιδί μου;
—Γι’ αυτούς που σκοτώσαν τους γλάρους σου λέω, μπαρμπα-Δημήτρη. Είναι φίλοι μας.
      Καταλαβαίνει τα γόνατά του να τρέμουν, η καρδιά του χτυπά.
— Τους σκοτώσαν είπες;
— Α, δεν το ήξερες ακόμα;...
      Το παιδί δαγκάνει τα χείλια του, μα είναι αργά. Του λέει την ιστορία: πως κυνηγούσαν, όλη η νεολαία, ύστερα κατεβήκαν στην ακρογιαλιά· οι δυο γλάροι χαμήλωσαν απ’ το άλλο κοπάδι, ο φίλος τους τράβηξε εκεί σιμά, γνώρισαν τις σταχτιές φτερούγες.
      Ο γέρος ακούει, ακούει, — δεν είναι τίποτα, δυο γλάροι ήταν.
— Δεν ήξεραν, παππούλη..., λέει με θερμή φωνή το κορίτσι, συγκινημένο απ’ τη βουβή λύπη που βλέπει στο γερασμένο πρόσωπο. Δεν ήξεραν...
      Κι εκείνος κουνά μόλις, αργά, το κεφάλι του, συγκατανεύοντας:
— Ναι, ναι, παιδί μου. Δε θα ξέραν...
      Αρκετή ώρα πέρασε.
— Πρέπει να φύγουμε, λέει το αγόρι. Το κορίτσι σηκώνεται.
— Να φύγουμε.
      Πηγαίνουν μπροστά, ο γέρος έρχεται λίγο πίσω τους. Φτάσαν στην ακρογιαλιά.
— Σε χαιρετούμε, παππούλη, λέει πρώτο το κορίτσι.
      Πιάνει το χέρι του, σκύβει να το φιλήσει. Κι αυτός της χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά.
— Να σας βλογά ο Θεός, μουρμουρίζει συγκινημένος.
      Έφυγαν. Παρακολουθεί πολλή ώρα το μικρό αυλάκι που κάνουν τα κορμιά τους στη θάλασσα. Ώσπου όλα σβήνουν απ’ τα μάτια του. Και το πέλαγο είναι πάντα έρημο. Και ατελείωτο.

     Νυχτώνει. Έχει καθίσει στο πεζούλι, σι ώρες περνούν. Όλα περνούν απ’ τα θολωμένα μάτια του: τα μικρά του τα χρόνια, τα παιδιά που μεγάλωσε και χάθηκαν, οι άνθρωποι που τον πικράνανε. Όλα περνούν κι όλα σβήνουν. Και τα δυο παιδιά κι ένα κοπάδι γλάροι που πετούν ψηλά. Δυο γλάροι έχουν σταχτιές φτερούγες. Κι αυτοί περνούν και χάνουνται. Δεν είναι πια να γυρίσει τίποτα. Έχει χαμηλώσει το κεφάλι και τα δάκρυα στάζουν στην ξερή γη. Από πάνω του το φως του φάρου ανάβει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα, αυστηρά και αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.
 
 
 (δανεισμένο από το αρχείο του Νίκου Σαραντάκου)

 

         
Ηλίας Βενέζης (πραγματικό όνομα: Ηλίας Μέλλος, Αϊβαλί, 4 Μαρτίου 1904 - Αθήνα, 3 Αυγούστου 1973) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Έγινε γνωστός με τα μυθιστορήματά του Το νούμερο 31328,και Γαλήνη. Στη διάρκεια της πολύχρονης παρουσίας του στα  γράμματα, ασχολήθηκε με όλες σχεδόν τις μορφές γραπτού λόγου. Δημοσίευσε και εξέδωσε μυθιστορήματα, διήγηματα, μελέτες, χρονογραφήματα, βιογραφίες, οδοιπορικά, ταξιδιωτικές εντυπώσεις και έγραψε και το θεατρικό έργο «Μπλοκ C».

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Ένα μοναδικό ταλέντο που έφυγε πολύ νέος !!!



BREECE D' J PANCAKE:



                        Έτσι έχουν τα πράγματα

Η Αλίνα στεκόταν κάτω από την τέντα του παγωτατζίδικου και χάζευε τη βροχή που πότιζε το χώμα και έσκαβε μικρές λακκούβες σηκώνοντας συννεφάκια σκόνης. Όταν σταμάτησε να βρέχει, τα αυτοκίνητα άρχισαν να βουίζουν στη λεωφόρο, χαμένα στους στρόβιλους της ομίχλης. Η Αλίνα πλησίασε τη βιτρίνα, κόλλησε τη μύτη της στο βρόμικο τζάμι και κοίταξε τα άδεια ψυγεία και τις ξεραμένες μύγες στα περβάζια. Στο πάρκινγκ, πολύ πιο πέρα, είδε έναν τηλεφωνικό θάλαμο, όμως δεν μπορούσε να τηλεφωνήσει στους γονείς της. Μ’ αυτή τη σκέψη τριγύριζε στον χαλικόδρομο ανάμεσα σε πεταμένα καπάκια.
     Κάθισε στην άκρη ενός σκαλιού δίπλα στην πορσελάνινη βρύση και κοίταξε τον Χάρβι, που κοιμόταν με το κεφάλι γερμένο στο παράθυρο του αυτοκινήτου. Τα λουριά της πιστολοθήκης του ήταν χαλαρά και εξείχαν πάνω από τους ώμους του σαν ετοιμόρροπες αψίδες. Την έπιασε ναυτία και προσπάθησε να τρίψει τα μάτια της χωρίς να μουτζουρωθεί. Δεν της άρεσε έτσι που είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, αλλά την ήξερε τον Χάρβι, ήταν αγύρυστο κεφάλι. Γέλασε, είχε έρθει από τη Δυτική Βιρτζίνια για να δει καουμπόηδες, αλλά το μόνο που έβλεπε γύρω της ήταν μια έκταση στρωμένη με χωράφια και φράκτες. Η ανοιχτωσιά της έδινε μια αίσθηση ελευθερίας και ταυτόχρονα τη φόβιζε.
     Ο Χάρβι σκίρτησε μες στον ύπνο του και το κεφάλι του γλίστρησε στο τζάμι. Στο σαγόνι του είχε στάξει μια λευκή γραμμούλα σάλιου. «Θες να οδηγήσεις» ρώτησε.
     Η Αλίνα μπήκε στο αυτοκίνητο. «Όλη νύχτα ήμουν ανήσυχη. Σήμερα η μαμά φτιάχνει κονσέρβες».
     «Κοφ’ το» είπε. «Ήταν δικαίωμά σου να φύγεις» Έσφιξε τα λουριά της πιστολοθήκης και ίσιαξε το μπουφάν του.
     «Δηλαδή σ’ αρέσει αυτό που πας να κάνεις;».
     «Του αξίζει. Ας πρόσεχε».
     «Έτσι και σε πιάσουν ξέχνα την αναστολή. Θα φας πολλά χρόνια ακόμα».
     «Παράτα με, μόλις ξύπνησα» είπε απλώνοντας το χέρι να πιάσει ένα τσιγάρο.
     Καθώς οδηγούσε ο Χάρβι, η Αλίνα έβλεπε την καταχνιά να σηκώνεται, χωρίς όμως να εξατμίζεται όπως η υγρασία. Αντίθετα, άφηνε ένα λεπτό στρώμα σκόνης στην ατμόσφαιρα, ενώ μπροστά, στο βάθος του ορίζοντα, το τοπίο ήταν θολό απ’ άκρη σ’ άκρη. Την ώρα που περνούσαν έξω από την Οκλαχόμα Σίτι, η ομίχλη πύκνωσε και η ζέστη άρχισε να κολλάει στο δέρμα τους. Σταμάτησαν σε μια καντίνα. Ο Χάρβι βγήκε και η Αλίνα έσκυψε στο χάρτη, για να δει τη διαδρομή που θα ακολουθούσαν. Σε ένα πλαίσιο στο πλάι, μια φωτογραφία του Cowboy Hall of Fame τράβηξε την προσοχή τους. Ο Χάρβι γύρισε με δυο ποτήρια καφέ και μια σακούλα με σάντουιτς.
     «Χαρβ» είπε η Αλίνα δείχνοντας τη φωτογραφία «να πάμε».

     Ο Χάρβι την κοίταξε, τη χούφτωσε στον καβάλο και τη φίλησε. «Θα ‘χουμε μπόλικο καιρό μόλις ξεμπερδέψουμε».
     Εκει που έτρωγαν, ο Χάρβι έβγαλε ένα σημείωμα από το πουκάμισό του, το άφησε δίπλα στο χάρτη και το περι- εργάστηκε. Έμεινε για πολλή ώρα σκεφτικός με το βλέμμα κολλημένο στο ταμπλό του αυτοκινήτου. Η Αλίνα τον έβλεπε που φουρκιζόταν, αλλά δεν τολμούσε να του ζητήσει να αλλάξει γνώμη. Ήλπιζε ότι ο Χάρβι δεν θα έκανε τη χαζομάρα να τον σκοτώσει.
     Ο Χάρβι έβαλε μπρος και μπήκαν σ’ έναν στενό παράδρομο που έβγαζε σε μια φάρμα. Η Αλίνα χάζευε τα χωράφια, που, μες δτη ζέστη που άναβε, απλώνονταν όλο και πιο επίπεδα όλο και πιο πλατιά. Μπροστά ο ορίζοντας παρέμενε κρυμμένος στην ομίχλη. Μακάρι, σκεφτόταν η Αλίνα, μακάρι να έβλεπα ένα καουμπόη.

 
Η σκάλα ήταν άδεια και ήσυχη, όμως η Αλίνα, κοιτάζοντας τον Χάρβι, άρχισε πάλι να χάνει την ψυχραιμία της. Ο Χάρβι παραπατούσε, δεν έβλεπε μπροστά του απ’ το μεθύσι. Δέβηκαν δυο ορόφους και άνοιξαν την πόρτα. Το δωμάτιο τους, μίζερο και στενάχωρο, έβλεπε στο δρόμο, όπου οι φανοστάτες είχαν πάρει ένα κιτρινιάρικο χρώμα εξαιτίας της αμμοθύελλας . Ο Χάρβι έβγαλε το μπουφάν άνοιξε το σάκο του και έβγαλε το ουίσκι. Το κορμί του έτρεμε και το περίστροφό του παλλόταν μες στην πιστολοθήκη.
     «Ρε Χάβρι, για όνομα του Θεού …» είπε η Αλίνα και κάθισε στο κρεβάτι.
     « Βούλωσ’ το»
     Η σκηνή έπαιζε ακόμη στο μυαλό της: ο άντρας να απλώνει το χέρι για χειραψία και ο Χάρβι να του φυτεύει τρεις σφαίρες στο στήθος. «Φοβάμαι» και δεν μπορούσε να βγάλει από το νου της τη γρια που καθάριζε φασολάκια στη βεράντα. Ποιος ξέρει, σκεφτόταν η Αλίνα, αν καθόταν ακόμη στην ίδια θέση, ακίνητη, με το στόμα ανοιχτό και το γιο της στην αυλή νεκρό.
     «Βάλε να πιεις» είπε ο Χάρβι. Δεν έτρεμε πια.
     «Θα ξεράσω».
     «Ξέρνα, γαμώ το στανιό μου!». Έτριψε δυνατά το σβέρκο του.
     Η Αλίνα έσκυψε στο νεροχύτη και κοίταξε τη γούρνα, αλλά δεν βγήκε τίποτα απ’ το στομάχι της. «Και τώρα τι κάνουμε;».
     «Καθόμαστε στ’ αυγά μας» απάντησε ο Χάρβι, στραγγίζοντας το πρώτο ποτήρι και ψάχνοντας το μπουκάλι για το δεύτερο.
     «Συγχώρα με που φοβάμαι» ψιθύρισε η Αλίνα και άνοιξε τη βρύση για να πλυθεί.
     «Τράβα να ξαπλώσεις» είπε ο Χάρβι. Στεκόταν δίπλα στο παράθυρο.
     Η Αλίνα κάθισε κοντά στον νεροχύτη και κοίταξε τον Χάρβι.
Είχε κατεβάσει το μισό ποτήρι και στηριζόταν στο παραθυ-ρόφυλλο. Δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος που είχε γνωρίσει στο χωριό, πάνω στους λόφους. Τώρα της φαινόταν ξερακιανός και μοχθηρός, τώρα καταλάβαινε ότι ήταν φονιάς, ότι το όπλο δεν το κουβαλούσε για μόστρα. Το ένιωθε ξένο, ο έρωτάς τους έσβησε τόσο γρήγορα που η Αλίνα δεν ήξερε αν είχανε ερωτευτεί καν ο ένας τον άλλο.
     «Θα πάμε στο Μεξικό να παντρευτούμε» είπε ο Χάρβι.
     «Δεν μπορώ φοβάμαι».
     Ο Χάρβι γύρισε προς το μέρος της. Απ’ τον δρόμο ο φανοστάτης έλουζε το πρόσωπο και το στήθος του με μια κίτρινη λάμψη.
     «Όσο ήμουν στη φυλακή» είπε «δυο πράγματα περίμενα: να τον σκοτώσω και να σε παντρευτώ».
     «Δεν γίνεται, Χάρβι. Δεν το είχα καταλάβει».
     «Τι; ‘Ότι σ’ αγαπούσα;»
     «Για το άλλο…. Νόμιζα ότι δεν μιλούσες σοβαρά».
     «Πάντα μιλάω σοβαρά» είπε και ξαναγέμισε το ποτήρι.
     «Χριστέ μου, μακάρι να μην είχαν έρθει έτσι τα πράγματα».
     «Και τι θες; Να γυρίσεις στους λόφους, στο χωριό;».
     «Ναι, δεν την αντέχω αυτή την κατάσταση, τη σιχαίνομαι».
     Ο Χάρβισήκωσε το περίστροφο και τη σημάδεψε. Καθιστή, η Αλίνα τον κοίταζε, έβλεπε τα μάτια του που είχαν ανοίξει διάπλατα απ’ τον φόβο, και ύστερα έστριψε στο πλάι και άρχισε να ξερνάει κίτρινη χολή. Όταν σταμάτησε να βήχει, σκούπισε τα χείλη της, και τότε ο Χάρβι σωριάστηκε στη γωνιά με το πιστόλι να κρέμεται απ’ το χέρι του.
     «Πουτάνα» ψέλλισε «Τώρα που σ’ έχω ανάγκη, κάνεις σαν πουτάνα». Έπιασε το περίστροφο και κόλλησε την κάνη στον κρόταφό του, αλλά η Αλίνα τον είδε που χαμογελούσε. Ο Χάρβι ξεφύσηξε και έχωσε το πιστόλι στη θήκη.
     «Πάω να πιω»  είπε και σηκώθηκε «Κάνε ό,τι καταλαβαί-νεις. Δεν πρόκειται να ξαναγυρίσω». Βγήκε απ’ το δωμάτιο, και όπως διέσχιζε το διάδρομο, η Αλίνα τον άκουγε να κουτουλάει στους τοίχους.
     Η Αλίνα πλύθηκε και άναψε το φως. Τα μάτια της ήταν κόκκινα κι αποκάτω διαγράφονταν κύκλοι. Τα χείλη της είχαν σκάσει. Βάφτηκε και βγήκε.
     Καθώς περπατούσε ο άνεμος έφερνε στα πόδια της άμμο και παλιόχαρτα. Στη βιτρίνα μιας καφετέριας έγραφε: «Ζητείται σερβιτόρα». Η Αλίνα μπήκε και ζήτησε μπίρα. Η κοπέλα πίσω απ’ τον πάγκο την κοίταζε βαριεστημένη.
     «Ψάχνετε σερβιτόρα;».
     «Όχι για τώρα για την πρωινή βάρδια. Έλα το πρωί και ζήτα τον Πιτ. Μάλλον θα σε πάρει».
     «Ευχαριστώ» είπε και ρούφηξε μια γουλιά.
     Στο βάθος υπήρχε ένας τηλεφωνικός θάλαμος. Η Αλίνα έπιασε το ποτήρι της, πήγε στο τηλέφωνο και σήκωσε το ακουστικό. Σχημάτισε τον αριθμό και ύστερα από δυο χτυπήματα της απάντησαν.
     «Γεια σου, μαμά».
     «Αλίνα … ακούστηκε μια τρεμάμενη φωνή.
     «Μαμά, είμαι στο Τέξας. Ήρθα με τον Χαρβι».
     «Τριγυρνάς ακόμη μ’ αυτόν την αλήτη … Εμείς φταίμε που σε κακομάθαμε».
     «Δεν θέλω να ανησυχείτε για μένα».
     Ακολούθησε μεγάλη παύση. «Αλίνα, γύρνα σπίτι».
      «Δεν γίνεται μαμά. Βρήκα δουλειά. Υπέροχα νέα, έ;».
.     «Το πάνω ράφι της κουζίνας δεν βάσταξε, έσπασε κι έκανε τον τόπο χάλια. Ανησυχώ. Είναι κακό σημάδι.
     «Όχι μαμά, δεν είναι τίποτα, όλα καλά, τ’ ακούς; Βρήκα δουλειά».
     «Τα βάζα που γεμίσαμε έγιναν όλα θρύψαλα».
     «Δεν πειράζει, μαμά, έχεις κι άλλα, δεν θα ξεμείνεις».
     «Ναι, μπορεί».
     «Πρέπει να κλείσω, μαμά. Σ’ αγαπάω».
     Η Αλίνα κατέβασε το ακουστικό.
     Το βράδυ ο καιρός μαλάκωσε. Η πιο πολλή άμμος είχε αρχίσει να κατακάθεται και στροβιλιζόταν δίπλα στα χαντάκια. Πηγαίνοντας προς το ξενοδοχείο η Αλίνα ένιωθε καλύτερα. Ο Χάρβι είχε φύγει, αλλά δεν την ένοιαζε. Είχε βρει δουλειά και βρισκόταν στο Τέξας.
     Την ώρα που περνούσε απ’ το χολ του ξενοδοχείου, ο υπάλληλος της χαμογέλασε και αυτό της άρεσε. Όμως στο πλατύσκαλο, έξω απ’ το δωμάτιο την περίμενε ο Χάρβι. Γύρω απ’ τα παπούτσια του υπήρχαν πεταμένες γόπες. Φαινόταν ράκος, σκέτο ερείπιο.
     «Γύρισα να ζητήσω σγγνώμη» είπε κι έκανε να την αγκαλιάσει. Η Αλίνα τον έσπρωξε.
     «Ισχύει αυτό που είπαμε. Θα μείνω εδώ».
     «Το αποφάσισες;».
     Η Αλίνα έγνεψε «ναι». «Βρήκα δουλειά, τηλεφώνησα και στους γονείς μου. Όλα εντάξει».
     «Πάμε στο δωμάτιο να μιλήσουμε;».
     «Πάμε» απάντησε η Αλίνα.
     «Ας μιλήσουμε, λοιπόν» είπε ο Χάρβι και, απλώνοντας το χέρι να πιάσει ένα τσιγάρο, το μπράτσο του χάιδεψε το περίστροφο.
 
___________________________

Από τη συλλογή ΤΡΙΛΟΒΙΤΕΣ εκδόσεις Μεταίχμιο.

Πληκτρολόγηση: navarino-s.

 

 

Καλό Καλοκαίρι!