Τετάρτη, 3 Απριλίου 2019

Ίβαν Άντριτς: Ένας μεγάλος Βαλκάνιος !!!



Ίβο Άντριτς:

                                   ΤΑΡΑΓΜΕΝΟΙ  ΚΑΙΡΟΙ
                                        (απόσπασμα από την αρχή του διηγήματος)


     Στις μικρές και απόμακρες πολιτείες της Βοσνίας γύρω στα μέσα Μαρτίου, έρχεται μια περίεργη περίοδος του χρόνου που το όνομά της δεν το συναντάς ούτε στα ημερολόγια ούτε στην καθημερινή κουβέντα των ανθρώπων.Είναι οι μέρες που ο ήλιος αρχίζει να δυναμώνει, τότε που το χιόνι παίρνει να λιώσει, βροχές δεν φαίνονται πουθενά, ενώ ο νοτιοδυτικός άνεμος στεγνώνει τη γη στα περιβόλα και τη λάσπη στους δρόμους και στα σοκάκια. Αυτή την περίοδο δεν βλέπεις φυτό να βγάζει φύλλο και να μπουμπουκιάζει, μήτε χόρτο μήτε και λουλούδι. Στα πρώιμα σταροχώραφα διακρίνεται αχνά, αραιά και που, το φυτρωμένο σιτάρι, λεπτούλι διάφανα πράσινο, ενώ μερικά από τα λιγοστά δέντρα, καμιά ροδακινιά η δαμακηνιά, λυγίζουν ανάλαφρα στην πρωινή αύρα σαν πρασινοκόκκινος θυρεός που κυματίζει, υποψία μελλοντικών μπουμπουκιών και μακρινών αβέβαιων καρπών. Όλα τα άλλα, χωράφια, δασάκια, λιβάδια, περιβόλια, τοίχοι και στέγες σπιτιών, όλα έχουν <επάνω τους το σκουρόγκριζο χρώμα σε ξέθωρους τόνους. Γκριζωπός ο ουρανός και οι επιφάνειες των νερών στα ποτάμια και στις λούτσες αλλά και ο αέρας -- ο αέρας που παρασέρνει σκουπίδια και χώματα και κάθονται στο λαιμό των ανθρώπων και τα αισθάνονται στους πνεύμονες, στο δέρνα και μ' όλες τις αισθήσεις τους -- ακόμα κι αυτός μοιάζει να 'χει το ίδιο χρώμα.
     Όλα είναι τσουρουφλισμένα, γκρίζα, ξερά και άνυδρα. 'Όταν φτάνει αυτή η εποχή άδικα ψάχνει το μάτι του ανθρώπου να ξεχωρίσει κάποιο άλλο χρώμα. Βαθιά στα μάτια του η ανησυχία και ο πόνος και στο στόμα η στέγνα που ταιριάζει στην γκρίζα ένδεια και μονοτονία. Ο άνθρωπος στην επιθυμία του να διώξει αυτή τη στέγνα, καταπίνει το σάλιο του και στη γεύση του βρίσκει την ίδια γκρίζα αθυμία που βλέπει και αισθάνεται να τον κυκλώνει από παντού.
     Ήταν η περίοδος της μεγαλύτερης ανέχειας στην πολιτεία και της βαρύτερης στενοχώριας. Και οι τελευταίες χειμωνιάτικες προμήθειες έχουν φαγωθεί, ξοδεύτηκαν και τα λίγα δανεικά, στέρεψαν και όλα τα αποθέματα αισιοδοξίας και υπομονής των ανθρώπων.Τα ζώα έγιναν πετσί και κόκκαλο και το τρίχωμά τους μαδιόταν και έπεφτε.Οι νοικοκυραλιοι δεν είχαν τι να βγάλουν στο τραπέζι. Τα παιδιά δεν είχαν με τι να παίξουν. Από τα γύρω βουνά ροβολούσαν οι χωριάτες στη χώρα ψάχνοντας για λίγα τρόφιμα κι αυτό όσο όσο "μέχρι να 'ρθει η σοδειά".
     Ίσως το μοναδικό πλάσμα στην πόλη που είχε πρίμα τον καιρό ήταν εκείνος............................

____________________________________
Από τη συλλογή διηγημάτων: ΤΑΡΑΓΜΕΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ. Εκδόσεις Καστανιώτη. Μετάφραση Χρήστος Γκουβής

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

ΣΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΖΗΛΑΝΔΙΑΣ




ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΙΖΥΗΝΟΥ: Η ΝΥΞ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ
..................
Εις τής σκυθρωπής ψυχής σου
τον ωκεανόν
ποτ' εν άστρον θ' ανατείλη
φωτοφόρον;
Εις τής θλιβεράς ζωής σου,
ξένε, το κενόν
που θα συναντήσης χείλη
παρηγόρων;
Αι μελέται κ' αι φροντίδες,
ξένε, της ψυχής
πότε τ' απορήματά των*
θα κοιμίσουν;
Ποτ' οι πόθοι σου κ' ελπίδες,
όνειροι ταχείς,
την πραγματικότητά των
θ' αποκτήσουν;
Μάτην ήλθες να κουφίσης,**
ξένε μου θρηνών
εις την γην μας την οδύνην
κ' εις το κύμα.
Ιατρείαν θ' απαντήσης
εις τον ουρανόν,
και θ' ανεύρης την γαλήνην
εις το μνήμα!
_______________________
* απορίες
** αλαφρώσεις

Κυριακή, 3 Μαρτίου 2019

ΕΚΤΟΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ: Ένα βιβλίο που έλειπε!



                     



     Τύχη αγαθή έφερε την έκδοση αυτού του έργου της Ευαγγελίας Διαμαντοπούλου.  Ένα βιβλίο με θέμα τον ξένο, σε μια εποχή που τα ζητήματα ταυτότητας, ετερότητας, και διαφορετικότητας συνθέτουν τον καμβά τής κοσμικής γεωγραφίας.
     Η συγγραφέας –Λέκτορας στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών με αντικείμενο την Ιστορία της Τέχνης-- δηλώνει στον πρόλογο ότι η επικοινωνιακή διάσταση του ξένου στην καλλιτεχνική δημιουργία, την απασχολεί σε όλη την ερευνητική της διαδρομή και είναι αυτή που την οδήγησε στη συγγραφική εμπλοκή με αυτό το βιβλίο. Κάτι που μεταφράζεται σ’ ένα μεγάλο κέρδος για εμάς τους τυχερούς αναγνώστες που το διαβάζουμε.
     Από την εισαγωγή ακόμα η Διαμαντοπούλου κεντρίζει βαθιά τα συναισθήματα του αναγνώστη με εκείνη την εκπληκτική ιστορία που παραθέτει για το «Προσφυγάκι».  Ένα μαρμάρινο γλυπτό ύψους 63 εκατοστών που παριστάνει ένα μικρό αγόρι να
κρατάει στην αγκαλιά του ένα κουταβάκι. Είχε βρεθεί στις ανασκαφές της Πόλης Νύσσα της αρχαίας Καρίας και το 1922, μαζί με το 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες της Μικράς Ασίας μέσα στους οποίους και ο διασώστης και νονός του αρχαιολόγος Κωνσταντίνος Κουρουνιώτης που το στέγασε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.
     Και αφού ορίσει τις έννοιες «ξένος» και ¨φιλόξενος» μας εκπλήσσει με τον Πίνδαρο που χρησιμοποιούσε τη λέξη «θεμίξενος», αναφερόμενος σε αυτόν που φέρεται δίκαια στον ξένο και διευρύνει την έννοια του με αυτόν που νοιώθει ξένος στην ίδια του τη χώρα: Εκτός Οικογενείας, και αυτός δηλαδή.
     Μέσα από την Τέχνη αυτό το διαχρονικό επίτευγμα του ανθρωπίνου πνεύματος, η συγγραφέας έχει πολλά παραδείγματα να μας δώσει με τη χάρη που έχει η Τέχνη να λειτουργεί από μόνη της, χωρίς θεωρητικές αναλύσεις και επαγωγικά συμπεράσματα. Και η οποία από την απώτερη αρχαιότητα μέχρι σήμερα εκτός από την ιστορία του δημιουργού της, κουβαλάει και όλες τις πολιτισμικές και θρησκευτικές αντιπαραθέσεις. Καταστάσεις που δημιουργούν και άλλους ξένους. Όπως είναι για τους χριστιανούς ο εθνικός, ο ειδωλολάτρης, ο αιρετικός, ο βάρβαρος. Για να έρθει στην ελληνική τέχνη με αναφορές σε πολλούς καλλιτέχνες και να σταθεί ιδιαίτερα πάνω στην περιπέτεια της ζωής και του έργου τους κάποιων από αυτούς.
     Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος – ο «παρά-ξένος» του Τολέδο. Που οι Ισπανοί, ακόμη και οι περί την ζωγραφική,  απαξιούσαν να τον αποκαλέσουν με τ’ όνομά του καθώς τους βόλευε εκείνο το ιταλοϊσπανικό El Greco. Κάτι που τον εξαγρίωνε και
επέμενε να υπογράφει τους πίνακές του, ελληνοπρεπέστατα, μακρόσυρτα και ολογράφως: ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ ΕΠΟΙΕΙ.
     Έλα όμως που ενώ για εκείνον αυτή η βίωση της ξενιτειάς μπορεί να αποτελούσε πηγή νοσταλγίας και στενοχώριας, για την τέχνη του όμως λειτούργησε δημιουργικά και την απογείωσε, καθώς όπως εύστοχα υπογραμμίζει η συγγραφέας: «Η Ανατολή με τη Δύση, η παράδοση με το μοντέρνο, το κοσμικό με το υπερβατικό, το ουράνιο με το γήινο,το θείο με το ανθρώπινο, στο έργο του Κρητικού ζωγράφου είναι οι συνιστώσες μιας τέχνης χωρίς διακριτά όρια».
     Ενώ η καλλιτεχνική δημιουργία του Γιαννούλη Χαλεπά  ακολούθησε διαφορετική πορεία: Από την Αθήνα στο Μόναχο και αντιστρόφως. Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. «Ήταν ο ξένος φοιτητής από την Ελλάδα που ερχόταν να ολοκληρώσει τις σπουδές του σε ένα ξένο πανεπιστημιακό ίδρυμα, αλλά συγχρόνως η ελληνική ταυτότητα ήταν τόσο οικεία σε αυτόν τον τόπο υποδοχής όσο οικεία ήταν για τον ίδιο τον φιλοξενούμενο φοιτητή η τέχνη της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας που αποτελούσε το θεματικό κέντρο των σπουδών στην Ακαδημία».
     Όπου ο νεαρός υπότροφος  οπλισμένος με μια σπάνια ιδιοφυία όπως παραδέχονται οι καθηγητές του, δεν αργεί να ξεχωρίσει και ένας από αυτούς να δηλώσει: «Από αυτήν την αίθουσα θα προέλθει μια μέρα ένα μεγάλο καλό για την Ελλάδα».  (Στρατής Δούκας: «Ο βίος ενός Αγίου -- Γιαννούλης Χαλεπάς)
     Μόνο που το Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας της Τήνου διακόπτει την υποτροφία και ο Χαλεπάς «κακήν- κακώς» επιστρέφει στην Ελλάδα. Πλούσιος όμως από την εμπειρία
του Μονάχου, φέρνει από εκεί δυο πρότυπα που τα δουλεύει εντατικά. Το ένα είναι «Η κοιμωμένη ή ξαπλωμένη γυναίκα» και το άλλο ο «Σάτυρος». Τα δουλεύει εντατικά δίνοντάς τους μια άλλη διάσταση από τη γερμανική, δημιουργώντας αίσθηση στο χώρο της γλυπτικής. Αλλά δυστυχώς η παραμονή του εδώ συνδέθηκε  με ένα μεγάλο διάστημα αποξένωσης, βουτηγμένος στα υπαρξιακά του σκοτάδια.
     Ο ζωγράφος  Διαμαντής Διαμαντόπουλος γνώρισε τη διπλή προσφυγιά. Οι γονείς του από την Αρκαδία στη Μικρά Ασία και αυτός το ’22 βίαια εδώ και με μεγάλες απώλειες: μέσα στην αναμπουμπούλα χάθηκαν ο πατέρας του και ο μεγάλος του
αδελφός. Αλλά και στην «πατρίδα» όπως και όλοι οι μικρασιάτες πρόσφυγες ΞΕΝΟΣ ήταν. Πείνα, δυστυχία, κατατρεγμός, κοροϊδία, ακόμη και ξύλο. Τραγικές εμπειρίες που με έναν μοναδικό και ιδιαίτερο τρόπο αποτυπώνονται με μεγάλη δύναμη μέσα στην τέχνη του.
     Συνέχεια με το Ζωγράφο Βλάση Κανιάρη που με τα τραύματα της εμφύλιας διαμάχης και τη βίωση της ανελευθερίας και σκληρής καταπίεσης που την ακολούθησε, την πατριδοκαπηλία και εθνοκαπηλία, τράβηξε στην τέχνη του το δικό του δρόμο με στόχο την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής. Και παρ’ όλο που υπήρξε συνεργάτης του Γιάννη
Τσαρούχη δεν ακολούθησε τη δική του προσέγγιση της ελληνικής λαϊκής ζωγραφικής. Ανοίχτηκε σε θεματογραφίες μετανάστευσης και πόλης και στις σχέσεις των φτωχών βαλακανίων με τον πλούσιο ευρωπαϊκό βορρά.
     Για να τελειώσει με τις εκφάνσεις της Ξενότητας στη σύγχρονη ελληνική δημιουργία μέσα από τα έργα του Δημήτρη Αλειθινού, της Βένιας Δημητρακοπούλου, του Κυριάκου Κατζουράκη, της Νεφέλης Κονταρίνη, του Μάριου Σπηλιόπουλου και της Άννας Φιλίνη. 
     Ένα βιβλίο με μια ρέουσα και γλαφυρή γλώσσα που δημιουργεί στον αναγνώστη αναγνωστική απόλαυση και ευχέρεια κατανόησης των θεμάτων. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.
     Τέλος θέλω να τονίσω την άψογη και καλαίσθητη δουλειά των εκδόσεων «επίκεντρο» και την καταπληκτική εκτύπωση των πάμπολλων έργων τέχνης που συνοδεύουν το κείμενο.

___________________
Δημήτρης Κουκουλάς
  συγγραφέας

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019

ΧΑΣΑΠΟΤΑΒΕΡΝΑ «ΟΙ ΔΥΟ ΛΕΎΚΕΣ»



Το είδος «Χασαποταβέρνα» άνθιζε κάποτε στα Mεσόγεια: Σπάτα, Καλύβια, Κορωπί και Παιανία, κάθε Σαββατοκύριακο είχανε πανηγύρι. Γυρίζανε οι σούβλες στις ψησταριές, τα παϊδάκια στα κάρβουνα και από δίπλα τα τσιγκέλια με τα ντόπια σφαχτά που έπαιρναν στο τέλος οι πελάτες και για το σπίτι. «Πρωτεύουσα» όμως του είδους ήτανε η Χασιά ή Φυλή, που τώρα λέγεται μόνο Φυλή. Στις ρίζες της Πάρνηθας μετά από μια μακριά και σκοτεινή διαδρομή μέσα από χωράφια και γαβγίσματα αδέσποτων σκυλιών, καθώς μετά τους Αγίους Αναργύρους μόνο ο μικρός συνοικισμός του Καματερού μεσολαβούσε. Κάποια στιγμή η συνέχεια του σκότους έσπαζε απ’ την ανταύγεια της φωταψίας των μαγαζιών που τόνιζε από μακριά τον «άνω θρώσκοντα» καπνό της τσίκνας. Και έτσι όπως έπαιρνες την τελευταία στροφή βρισκόσουν φάτσα με τις ταβέρνες. Πρώτη-πρώτη δεξιά «Οι δυο λεύκες» με δυο πανύψηλα δέντρα σαν δίδυμα και αυτό το στοιχείο μπορεί να με μπερδεύει ως προς το όνομα που ίσως να ήταν «Τα δυο αδέρφια», καθώς ιδιοκτήτες του μαγαζιού ήταν δυο δίδυμοι σαραντάρηδες. Αριστερά από την είσοδο ήταν η ψησταριά με τα κάρβουνα και τα τσιγκέλια με τα ντόπια σφαχτά, ενώ αργά-αργά γύριζαν οι σούβλες με τα αρνιά και τα κοκορέτσια. Το μενού σταθερό και απλό. Παϊδάκια στα κάρβουνα, σουβλιστό, κοκορέτσι, πατάτες τηγανιτές., άγρια ραδίκια της Πάρνηθας και φέτα παραγωγής τους. Ρετσίνα Μεσογείων βαρελίσια σε μεταλλικό καρτούτσο . Καρέκλες ψάθινες, ξύλινα τραπέζια με καρώ τραπεζομάντηλα και στο βάθος τζάκι με φλεγόμενα κούτσουρα.
Όταν το φοιτητικό μας χαρτζιλίκι το επέτρεπε μαζευόμασταν σερνικοπαρέες –τα κορίτσια φοβόντουσαν τα σκοτάδια και τα σκυλιά—και παίρναμε το λεωφορείο που ξεκίναγε από την οδό Σουρμελή στην αρχή της Αχαρνών. Το τελευταίο από Χασιά έφευγε στις 11. Μόνο που μια φορά, ήτανε θυμάμαι Τσικνοπέμπτη, την ώρα που ξεκίναγε η επιστροφή, μας έπιασε άγρια χιονοθύελλα και είδαμε και πάθαμε μέχρι να γυρίσουμε στην Αθήνα. Πρέπει να τρομάξαμε τότε πολύ γιατί μετά προς Χασιά δεν ξαναπήγαμε.

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2019

ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟΝ «ΕΥΡΩΠΗ»





Βρισκόταν επί της οδού Σατωβριάνδου, στο πίσω μέρος του μεγάλου διατηρητέου τετραγώνου της Ομόνοιας που περιλάμβανε και το καφενείο «ΤΟ ΝΕΟΝ».
Προπολεμικό, ψηλοτάβανο με ευρύχωρη αίθουσα και μεγάλη κουζίνα. Όσο για προσωπικό: το πολυπληθέστερο που έτυχε να συναντήσω ποτέ σε χώρο εστίασης. Αρκεί να αναφέρω πως κάθε ένα από τα πέντε στρογγυλά τραπέζια με τις 12 καρέκλες που κάθονταν οι εργένηδες, ένα στο κέντρο και τέσσερα στις γωνίες –σαν αυτά τα «ελικοδρόμια» που βλέπουμε στις δεξιώσεις της Μεγάλης Βρετάνιας-- είχε το  δικό του σερβιτόρο. Οι προτιμήσεις των μοναχικών σε συγκεκριμένα τραπέζια είχαν σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία γνωριμιών με τους ομοτράπεζους και τις απαραίτητες συζητήσεις. Ένας βόμβος σαν μελίσσι που διακοπτόταν από τις δυνατές εκφωνήσεις των παραγγελιών, τους ήχους των κουταλοπίρουνων και των πιάτων και που μαζί με τις μοσχοβολιές από τα φρεσκομαγειρεμένα εδέσματα, δημιουργούσαν μιαν ατμόσφαιρα ευωχίας.
Όμως, παρά τα άσπρα πουκάμισα και σακάκια και τα μαύρα παντελόνια και παπιγιόν των σερβιτόρων, οι τιμές του καταστήματος παρέμεναν αρκετά προσιτές. Καθημερινά μάλιστα στο μενού του περιελάμβανε και δύο … «διευκολύνσεις». «Σκέτο από γιουβέτσι» και «ατζέμ πιλάφι». Δηλαδή, κριθαράκι από γιουβέτσι με καμιά παραπεσμένη ίνα κρέατος και πιλάφι περιχυμένο με σάλτσα κοκκινιστού. Αλλά το δυνατό του σημείο ήτανε το γιαούρτι σε μεγάλη λαμαρίνα που φτιάχνανε μόνοι τους. Γνήσιο λαχταριστό με πέτσα που κόβανε τη μερίδα με σπάτουλα και το πασπάλιζαν, αν ήθελες, με ζάχαρη.