Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

Φόκνερ εναντίον Χέμινγουεϊ !!!



14 Απριλίου 1947. O Γουίλιαμ Φόκνερ έχει προσκληθεί να δώσει σειρά διαλέξεων στους φοιτητές του Πανεπιστημίου του Μισισιπή. Το πανεπιστήμιο προσφέρει στον Φόκνερ διακόσια πενήντα δολάρια με αντάλλαγμα τις αυθόρμητες σκέψεις, το απόσταγμα των εμπειριών και την αίγλη που τον συνοδεύει. Ο Φόκνερ συναινεί υπό όρους: οι φοιτητές δεν θα κρατήσουν σημειώσεις· οι συζητήσεις θα διεξαχθούν κεκλεισμένων των θυρών για το εκπαιδευτικό προσωπικό.
     Ομως η παρουσία του συγγραφέα στο γνώριμο περιβάλλον του πανεπιστημίου όπου είχε φοιτήσει για σύντομο χρονικό διάστημα μετά το πέρας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, θα λειτουργήσει ως άλλοθι για τη χαλάρωση και, τελικά, την παραβίαση των αυστηρών προϋποθέσεων που έθεσε ο Φόκνερ. Οχι μόνο οι καθηγητές θα είναι αυτήκοοι μάρτυρες και οι φοιτητές θα καταγράψουν και το τελευταίο κόμπιασμα του εξέχοντος ομιλητή, αλλά και ο Μάρβιν Μπλακ, υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων του πανεπιστημίου, θα δημοσιεύσει δελτίο Τύπου, συνοψίζοντας όσα ειπώθηκαν ανάμεσα στον συγγραφέα και στους παρευρισκομένους.
     Απαντώντας στην ερώτηση ενός εκ των φοιτητών αναφορικά με τη θέση του στην ιεραρχία των σημαντικότερων εν ζωή Αμερικανών πεζογράφων, ο Φόκνερ τοποθέτησε τον εαυτό του κάτω από τον Τόμας Γουλφ του αριστουργηματικού «Γύρνα σπίτι, άγγελέ μου», και πάνω από τον Ντος Πάσος, τον Χέμινγουεϊ και τον Στάινμπεκ. Πρόσθεσε επίσης ότι έβαλε τον Χέμινγουεϊ στην τέταρτη θέση διότι πίστευε ότι δεν διέθετε το απαραίτητο θάρρος. Ο Χέμινγουεϊ δεν συγχώρησε τον Φόκνερ για την αποστροφή του, ούτε όταν ο δεύτερος απολογήθηκε με δύο επιστολές στις οποίες διευκρίνισε ότι αναφερόταν στο συγγραφικό θάρρος του και όχι στο θάρρος του ως άνδρα, όπως είχε πιστέψει αρχικά ο Χέμινγουεϊ, όντας μονίμως ευαίσθητος απέναντι σε οτιδήποτε μπορούσε να πλήξει την προστατευμένη εικόνα του ανδρισμού του.
     Στη μία γωνιά του ρινγκ ο Γουίλιαμ Φόκνερ, ιδιοκτήτης της φανταστικής πολιτείας της Γιοκναπατούφα, της λογοτεχνικής μικρογραφίας του ρημαγμένου από τον Εμφύλιο και δέσμιου των συντηρητικών ηθών αμερικανικού Νότου, ο ρωμαλέος πεζογράφος με την παράφορη πρόζα, που προσπαθούσε να συμπεριλάβει όλο τον κόσμο σε μία πρόταση. Και στην άλλη γωνιά, ο κοσμογυρισμένος Ερνεστ Χέμινγουεϊ, που έγραφε για ό,τι ζούσε και ζούσε για να γράφει, ο μινιμαλιστής χρονικογράφος της παραλογισμένης Ευρώπης, ο καλλιτέχνης που φρόντιζε τη δημόσια περσόνα του το ίδιο σχολαστικά με τις απέριττες προτάσεις του.
     Στην παρούσα μελέτη του ο Joseph Fruscione, καθηγητής αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Τζορτζτάουν, έχοντας αναδιφήσει στα βιβλία, στην αλληλογραφία και την αρθρογραφία των δυο εμβληματικών Αμερικανών συγγραφέων, αναδεικνύει την ανεξίτηλη επιρροή που άσκησε ο ένας στον άλλον, τόσο μέσω των έργων τους όσο, κυρίως, εξαιτίας του αναπόφευκτου ανταγωνισμού, στις σπείρες του οποίου παγιδεύτηκαν από νωρίς αμφότεροι.
     Ο Φόκνερ θεωρούσε ότι ο Χέμινγουεϊ είχε τελειοποιήσει ένα συγκεκριμένο στυλ γραφής και είχε θωρακιστεί πίσω απ’ αυτό, αρνούμενος να εξελιχθεί ως συγγραφέας, να πειραματιστεί και να αποτύχει ένδοξα. Αντίστοιχα, ο Χέμινγουεϊ κατηγορούσε τον Φόκνερ για έλλειψη πειθαρχίας και γλωσσική αμετροέπεια· στις εξάρσεις μνησικακίας που τον καταλάμβαναν συχνά ύστερα από τις δηλώσεις του Φόκνερ στο Πανεπιστήμιο του Μισισιπή, υποδείκνυε τον αλκοολισμό του αντιπάλου του ως την κυριότερη αιτία για τις αφηγηματικές αμετρίες, τα ανοιχτά φινάλε στις ιστορίες του και την αχαλίνωτη ροή της συνείδησης που πλημμυρίζει τα πεζά του.
Ακόμη κι αν ο Φόκνερ δεν δίστασε πολλές φορές να εκφράσει δημόσια τον θαυμασμό του για το ταλέντο του Χέμινγουεϊ, για να εισπράξει με τη σειρά του ανάλογα εγκώμια από τον άσπονδο φίλο του, ο καθένας τους θεωρούσε ότι το έργο του ήταν ο καθρέφτης των αδυναμιών του άλλου και πίστευε ότι ο ανταγωνιστής του όφειλε να διδαχτεί από αυτό.
     Σε αντίθεση με τον οξύθυμο, απρόβλεπτο και συχνά πικρόχολο Χέμινγουεϊ, ο Φόκνερ ήταν μετριοπαθής στις αντιδράσεις του και φρόντιζε να τηρεί αμυντική στάση στις λεκτικές κοκορομαχίες τους, προκειμένου να μην αποκλίνει από το πρότυπο του αποστασιοποιημένου και θρησκευτικά αφοσιωμένου στην τέχνη του συγγραφέα. Παράλληλα, ήταν ο μοναδικός Αμερικανός πεζογράφος του οποίου το έργο έκανε τον Χέμινγουεϊ να αισθάνεται μειονεκτικά. Ηταν τέτοια η ταραχή που του προκαλούσε ο παραγωγικός και πολυβραβευμένος Φόκνερ, ώστε ακόμη κι όταν ο δεύτερος επαίνεσε το «Ο γέρος και η θάλασσα» με κριτική του στην επιθεώρηση Shenandoah, ο Χέμινγουεϊ εξέλαβε το κείμενο ως άλλο ένα τέχνασμα του πανούργου Φόκνερ, που στόχευε στη διατράνωση της συγγραφικής του ανωτερότητας.
 
 

Από άρθρο του ΛΕΥΤΕΡΗ ΚΑΛΟΣΠΥΡΟΥ βασισμένο στο αμετάφραστο στην ελληνική βιβλίο του JOSEPH FRUSCIONE: Faulkner and Hemingway, Biography ofA Literary Rivalry
εκδ. The Ohio State University Press, σελ. 264

Που δημοσίευσε Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 30-11-2014

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ PΙΛΚΕ: Δείγματα γραφής


1. Άσκηση στο πιάνο
Βόμβος του καλοκαιριού. Χαύνωση του απογεύματος·
το δροσερό φουστάνι της εισπνέει αφηρημένη
και στη σοβαρή Etude αποθέτει
τη λαχτάρα για κάτι απτό
που θα μπορούσε να ’ρθει: αύριο, απόψε αργά –,
που ίσως να είναι ήδη εδώ, αλλά κάποιος το κρύβει·
κι έξω από τα παράθυρα, ψηλόκορμο και πλήρες
αισθάνεται άξαφνα το φροντισμένο πάρκο.
Τώρα διακόπτει· κοιτάζει έξω, τα χέρια της
σταυρώνει· θα ’θελε ένα βιβλίο χορταστικό –
και μεμιάς διώχνει το άρωμα του γιασεμιού
μακριά. Ένιωσε ξαφνικά πως την αρρώσταινε.
 
(Παρίσι, φθινόπωρο 1907 ή Κάπρι, αρχές 1908)
 ___________________________________________________
Μετάφραση: Ευαγγελία Ανδριτσάνου. Αναδημοσίευση από το site ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ
 
2. Ίνα τι εφρύαξαν έθνη;
                (ψαλμοί β΄)
 
     Το μισόφωτο του μαρτιάτικου σούρουπου βάραινε πάνω από τους δρόμους των περιχώρων. Το ψυχρό, γκριζωπό λυκόφως έκανε τις βρόμικες προσόψεις των υψηλών οικιστικών συγκροτημάτων να φαντάζουν ακόμα αποκρουστικότερες, ενώ εδώ κι εκεί ένας θαμπός φανοστάτης πάσχιζε να φωτίσει το γεμάτο ακαθαρσίες πεζοδρόμιο. Από τις θολωτές εισόδους των μαγαζιών, τις πνιγμένες από τα στοιβαγμένα ή κρεμασμένα εμπορεύματα, έβγαιναν νοτισμένες, βαριές οσμές, ανάλογες με τα εμπορεύματα του κάθε καταστήματος ή και μπλεγμένες αξεδιάλυτα η μια με την άλλη, - Μισόγυμνα παιδιά με βρόμικες, κουρελιασμένες πουκαμίσες έπαιζαν μπροστά στις εξώπορτες, έσερναν δεμένα σε σπάγκους κακόμορφα κούτσουρα, που παρίσταναν τα ξύλινα αλογάκια τους, ενώ τα κάπως μεγαλύτερα αγόρια εκσφενδόνιζαν με αποκρουστικά ουρλιαχτά τις σφηνοειδείς σβούρες τους μέχρι τη μέση του δρόμου. Και μέσα σε όλα αυτά περνούσαν βαριά φορτηγά φορτωμένα με μακριές σιδερόβεργες, αγοραίες άμαξες , που τις έσερναν βαριεστημένα δυο ζευγάρια κακομοιριασμένων αλόγων, --και πότε πότε διάβαινε όλο κομπασμό, με επιδέξιους ελιγμούς μέσα από το βουερό αυτό πανδαιμόνιο, το ιδιωτικό αμάξι κάποιου ανερχόμενου μεγαλοεπιχειρηματία, που επέστρεφε από το εργοστάσιό του στο πολυτελές διαμέρισμά του στο κέντρο. Το βουητό των οχημάτων και τα ουρλιαχτά των αμαξάδων έπνιγαν τους υπόκωφους κτύπους του ρολογιού από το καμπαναριό της Μαρίενκιρχε, -- Και να, τώρα τινάχτηκες απ’ όλες τις μεριές το παράξενο και διαπεραστικό στρίγκλισμα από τις σειρήνες των εργοστασίων, που σήμαιναν το σχόλασμα απ’ τη δουλειά. Παντού είχαν ανοίξει οι μαύρες πύλες, στις οποίες κατέληγαν οι πνιγμένοι από την αιθάλη δρόμοι, αυτοί που τις ένωναν με τα μουτζουρωμένα και κατσούφικα κτίρια των εργοστασίων και ένα μουντό και κατάκοπο πλήθος στριμωχνόταν με βουβή ανυπομονησία να τις διαβεί. Ξεχυνόταν λοιπόν στου λασπωμένους δρόμους των περιχώρων αυτό το άμοιρο, απόκληρο γένος, του οποίου η ζοφερή ύπαρξη πασχίζει καθημερινά για την επιβίωση στριμωγμένη ανάμεσα στη μιζέρια και τη χυδαιότητα. Περνούσαν άντρες, γυναίκες, πρόωρα μεγαλωμένα αγόρια και πόρνες, έχοντας στα κενά μάτια και τα πρησμένα χείλη τους μια έκφραση στυγνής ωμότητας, ασυνείδητης, καρτερικής εξαθλίωσης. Μόνο σε ορισμένα αντρικά χείλη υπήρχε ακόμα το περιπαικτικό πείσμα – μισοσβησμένο σχεδόν παραιτημένο. – Τα αγόρια με τα μαυριδερά πρόσωπα περιτριγύριζαν τις πόρνες που, στημένες σε μακριά σειρά, έπιαναν όλο το πεζοδρόμιο, και τις πείραζαν με σκουντιές και πρόστυχα αστεία. Οι μεγαλύτερες γυναίκες περπατούσαν οι περισσότερες κατά ζεύγη – οι άντρες ακολουθούσαν, άλλοι μόνοι τους, άλλοι σε ομάδες. Ένας τους κρατούσε μια κατατσαλακωμένη εφημερίδα και με έντονες χειρονομίες φαινόταν να εξηγεί το περιεχόμενο ενός άρθρου στην παρέα του. Κάποιοι έστριβαν σε παρόδους δεξιά κι αριστερά, ενώ πολλούς τους κατάπιναν οι πόρτες των κρασοπουλειών. –
     Στο μεταξύ είχε νυχτώσει για τα καλά. Οι γκαζόλαμπες έριχναν το κουρασμένο φως τους στα στενά δρομάκια και η κάθε μια τους σχημάτιζε στο οδόστρωμα έναν συγκεχυμένο κύκλο. Μια ριπή ανέμου έκανε τα τζαμάκια στους φανοστάτες να κροταλίσουν και τη φλόγα να τρεμουλιάσει. – Έπιασε να βρέχει.
………………… (απόσπασμα)
 ----------------------------------------------------------     
ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟ ΔΡΑΚΟ και άλλα διηγήματα. Εκδόσεις Ροές Μετάφραση: Φαίη Κηπουρού- Τατιάνα Λιάνη



 

 

1. Άσκηση στο πιάνο

 

Βόμβος του καλοκαιριού. Χαύνωση του απογεύματος·

το δροσερό φουστάνι της εισπνέει αφηρημένη

και στη σοβαρή Etude αποθέτει

τη λαχτάρα για κάτι απτό

που θα μπορούσε να ’ρθει: αύριο, απόψε αργά –,

που ίσως να είναι ήδη εδώ, αλλά κάποιος το κρύβει·

κι έξω από τα παράθυρα, ψηλόκορμο και πλήρες

αισθάνεται άξαφνα το φροντισμένο πάρκο.

Τώρα διακόπτει· κοιτάζει έξω, τα χέρια της

σταυρώνει· θα ’θελε ένα βιβλίο χορταστικό –

και μεμιάς διώχνει το άρωμα του γιασεμιού

μακριά. Ένιωσε ξαφνικά πως την αρρώσταινε.

 

(Παρίσι, φθινόπωρο 1907 ή Κάπρι, αρχές 1908)

 ___________________________________________________

Μετάφραση: Ευαγγελία Ανδριτσάνου. Αναδημοσίευση από το site ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ

 

 

2. Ίνα τι εφρύαξαν έθνη;

              (ψαλμοί β΄)

 

     Το μισόφωτο του μαρτιάτικου σούρουπου βάραινε πάνω από τους δρόμους των περιχώρων. Το ψυχρό, γκριζωπό λυκόφως έκανε τις βρόμικες προσόψεις των υψηλών οικιστικών συγκροτημάτων να φαντάζουν ακόμα αποκρουστικότερες, ενώ εδώ κι εκεί ένας θαμπός φανοστάτης πάσχιζε να φωτίσει το γεμάτο ακαθαρσίες πεζοδρόμιο. Από τις θολωτές εισόδους των μαγαζιών, τις πνιγμένες από τα στοιβαγμένα ή κρεμασμένα εμπορεύματα, έβγαιναν νοτισμένες, βαριές οσμές, ανάλογες με τα εμπορεύματα του κάθε καταστήματος ή και μπλεγμένες αξεδιάλυτα η μια με την άλλη, - Μισόγυμνα παιδιά με βρόμικες, κουρελιασμένες πουκαμίσες έπαιζαν μπροστά στις εξώπορτες, έσερναν δεμένα σε σπάγκους κακόμορφα κούτσουρα, που παρίσταναν τα ξύλινα αλογάκια τους, ενώ τα κάπως μεγαλύτερα αγόρια εκσφενδόνιζαν με αποκρουστικά ουρλιαχτά τις σφηνοειδείς σβούρες τους μέχρι τη μέση του δρόμου. Και μέσα σε όλα αυτά περνούσαν βαριά φορτηγά φορτωμένα με μακριές σιδερόβεργες, αγοραίες άμαξες , που τις έσερναν βαριεστημένα δυο ζευγάρια κακομοιριασμένων αλόγων, --και πότε πότε διάβαινε όλο κομπασμό, με επιδέξιους ελιγμούς μέσα από το βουερό αυτό πανδαιμόνιο, το ιδιωτικό αμάξι κάποιου ανερχόμενου μεγαλοεπιχειρηματία, που επέστρεφε από το εργοστάσιό του στο πολυτελές διαμέρισμά του στο κέντρο. Το βουητό των οχημάτων και τα ουρλιαχτά των αμαξάδων έπνιγαν τους υπόκωφους κτύπους του ρολογιού από το καμπαναριό της Μαρίενκιρχε, -- Και να, τώρα τινάχτηκες απ’ όλες τις μεριές το παράξενο και διαπεραστικό στρίγκλισμα από τις σειρήνες των εργοστασίων, που σήμαιναν το σχόλασμα απ’ τη δουλειά. Παντού είχαν ανοίξει οι μαύρες πύλες, στις οποίες κατέληγαν οι πνιγμένοι από την αιθάλη δρόμοι, αυτοί που τις ένωναν με τα μουτζουρωμένα και κατσούφικα κτίρια των εργοστασίων και ένα μουντό και κατάκοπο πλήθος στριμωχνόταν με βουβή ανυπομονησία να τις διαβεί. Ξεχυνόταν λοιπόν στου λασπωμένους δρόμους των περιχώρων αυτό το άμοιρο, απόκληρο γένος, του οποίου η ζοφερή ύπαρξη πασχίζει καθημερινά για την επιβίωση στριμωγμένη ανάμεσα στη μιζέρια και τη χυδαιότητα. Περνούσαν άντρες, γυναίκες, πρόωρα μεγαλωμένα αγόρια και πόρνες, έχοντας στα κενά μάτια και τα πρησμένα χείλη τους μια έκφραση στυγνής ωμότητας, ασυνείδητης, καρτερικής εξαθλίωσης. Μόνο σε ορισμένα αντρικά χείλη υπήρχε ακόμα το περιπαικτικό πείσμα – μισοσβησμένο σχεδόν παραιτημένο. – Τα αγόρια με τα μαυριδερά πρόσωπα περιτριγύριζαν τις πόρνες που, στημένες σε μακριά σειρά, έπιαναν όλο το πεζοδρόμιο, και τις πείραζαν με σκουντιές και πρόστυχα αστεία. Οι μεγαλύτερες γυναίκες περπατούσαν οι περισσότερες κατά ζεύγη – οι άντρες ακολουθούσαν, άλλοι μόνοι τους, άλλοι σε ομάδες. Ένας τους κρατούσε μια κατατσαλακωμένη εφημερίδα και με έντονες χειρονομίες φαινόταν να εξηγεί το περιεχόμενο ενός άρθρου στην παρέα του. Κάποιοι έστριβαν σε παρόδους δεξιά κι αριστερά, ενώ πολλούς τους κατάπιναν οι πόρτες των κρασοπουλειών. –

     Στο μεταξύ είχε νυχτώσει για τα καλά. Οι γκαζόλαμπες έριχναν το κουρασμένο φως τους στα στενά δρομάκια και η κάθε μια τους σχημάτιζε στο οδόστρωμα έναν συγκεχυμένο κύκλο. Μια ριπή ανέμου έκανε τα τζαμάκια στους φανοστάτες να κροταλίσουν και τη φλόγα να τρεμουλιάσει. – Έπιασε να βρέχει.

………………… (απόσπασμα)

 

 ----------------------------------------------------------     

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟ ΔΡΑΚΟ και άλλα διηγήματα. Εκδόσεις Ροές

Μετάφραση: Φαίη Κηπουρού- Τατιάνα Λιάνη

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ !!!





                                                   ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ
 
                                                         Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι*


     Αν θα αποτολμούσε κανείς να κάνει μια κάποια αξιολόγηση στο έργο του παγκόσμιου αυτού λογοτέχνη, χωρίς αυτό να θεωρηθεί ύβρις, ίσως να μπορούσε  να αναφέρει ως τους τρεις σημαντικότερους πυλώνες του:  Το «Έγκλημα και Τιμωρία» ως το μυθιστόρημα της υπαρξιακής αγωνίας, το «Ο Ηλίθιος» ως αυτό του παθιασμένου έρωτα και το «Αδελφοί Καραμαζώφ» ως το βιβλίο της μεταφυσικής αγωνίας και της αναζήτησης του Θεού.  Υπάρχει όμως και το ογκωδέστερο  των δημιουργημάτων του: «Οι Δαιμονισμένοι» που με βάση την απλή και σχηματική κατάταξη που προαναφέραμε, εκτός του ότι εμπεριέχει και τα τρία προαναφερθέντα μας δίνει παραστατικά και όλη την κοινωνική και πολιτική διάσταση εκείνης της εποχής (1860). Τότε που η ηγεμονεύουσα τάξη των γαιοκτημόνων λογάριαζε τα πλούτη της με την έκταση των κτημάτων και τις ψυχές των ανθρώπων που ζούσαν και δούλευαν εκεί μέσα. Μια τάξη αργόσχολη που αναλωνόταν στις χοροεσπερίδες στις μάσες και στα ποτά.  Ενώ οι γόνοι τους περιέτρεχαν «τας Ευρώπας» φέρνοντας όμως πίσω εκτός από τα γαλλικά και έναν μεγάλο κίνδυνο: την Εξέγερση το Μηδενισμό και την Αθεΐα! Τις ίντριγκες την αλληλοϋπονόμευση και τις μεταξύ τους δολοφονίες, ένα περιβάλλον που έδωσε στον Ντοστογιέφσκι τα υλικά να μεγαλουργήσει και να φτάσει στα ύψη τη συγγραφική μαεστρία του και τη δική μας αναγνωστική απόλαυση. Γιατί όπως λένε και οι εκδότες στο συνοδευτικό σημείωμά τους:  

«Μέσα στο πάθος της ανάγνωσης και την τέρψη που αυτή προκαλεί, η προτίμησή μας στρέφεται στα βιβλία των παλαιών. Μια νέα μετάφραση, μια νέα ανάγνωση ενός κλασικού μυθιστορήματος από τις εκδόσεις Ίνδικτος. Οι Δαιμονισμένοι του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι σε μια εξαιρετική μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου, καθώς και με εκτενές Επίμετρο, όπου γίνεται διεξοδική αναφορά στο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον της Ρωσίας την εποχή που γράφεται το βιβλίο. Ο λογοτεχνικός κόσμος του Ντοστογιέφσκι είναι ταραγμένος, ανησυχητικός, καταστροφικός. Θα έλεγε κανείς ότι η «απλή ζωή» φέρνει στον συγγραφέα πλήξη. Το ενδιαφέρον του κεντρίζεται από τη στιγμή που θα εκδηλωθούν τα παράδοξα της ψυχής, από τη στιγμή που οι ήρωές του θα αφήσουν το τέρας της ψυχής να αναδυθεί και να τους τραβήξει τελεσίδικα στα βάθη της αβύσσου».

 

_______________________________

* ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓIΕΦΣΚΙ (1821 - 1881): Τι να πει κανείς γι' αυτή την παγκόσμια σκέπη της Λογοτεχνίας. Τον άνθρωπο που με το έργο του αγκάλιασε όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης και της μεταφυσικής αγωνίας. Τόσο εύστοχα και διεισδυτικά που το έργο του θα παραμείνει αιώνιο, κάτι σαν τις αρχαίες ελληνικές Τραγωδίες. Περιέγραψε τα ανθρώπινα πάθη και τα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής με τόση ενάργεια που τα βιβλία του να αποτελούν σήμερα διδακτέα ύλη στις σχολές ψυχιατρικής και ψυχολογίας. Είναι χαρακτηριστικό ένα απόσπασμα από την επιστολή που έστειλε σε ένα φίλο του το 1845 (όταν ο Ντοστογιέφσκι σε ηλικία 24 ετών δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα: "Φτωχοί Άνθρωποι") ο μεγάλος λογοτεχνικός κριτικός της εποχής Μπελίνσκι: "Είναι τo έργο ενός νέου ταλέντου. Πως μοιάζει αυτός ο κύριος και πιο είναι το εύρος της σκέψης του δεν ξέρω ακόμα, αλλά το μυθιστόρημα αποκαλύπτει τέτοια μυστήρια της ζωής και των χαρακτήρων που ούτε να τα φανταστούμε δεν μπορούσαμε ίσαμε τώρα. Σκεφτείτε ότι είναι η πρώτη απόπειρα κοινωνικού μυθιστορήματος και έχει γραφεί με τον συνήθη τρόπο των πραγματικών καλλιτεχνών, δηλαδή χωρίς να υποψιάζονται τι ακριβώς έχουν κάνει ... Α, ξέχασα να σας πω ότι τον συγγραφέα τον λένε Ντοστογιέφσκι". Ως νέος είχε συμμετοχή στα επαναστατικά κινήματα της εποχής του και γλίτωσε την κρεμάλα την τελευταία στιγμή όταν περιμένοντας τη σειρά του κάτω από το ικρίωμα ήρθε η Χάρη από τον Τσάρο και αντί για θάνατο εξορίστηκε για 4 χρόνια στα φοβερά στρατόπεδα της Σιβηρίας. Μια εφιαλτική εμπειρία που την καταγράφει στο "Αναμνήσεις Από Το Σπίτι Των Πεθαμένων". Για μεγάλο διάστημα της ζωής του βίωσε την έσχατη ένδεια όταν μετά το πάθος του τζόγου που τον "ξετίναξε" (βιβλίο "Ο Παίκτης"), ανέλαβε και τη συντήρηση της οικογένειας του αγαπημένου του αδελφού και φίλου Μιχαήλ. Έγραψε τα περισσότερα έργα του κάτω από μεγάλη βιοποριστική πίεση. Τα δημοσίευε με αμοιβή σε συνέχειες και λόγω της στενότητας χρόνου πολλές φορές δεν προλάβαινε να τους ρίξει ούτε μια δεύτερη ματιά. "Συχνά μου συνέβαινε η αρχή ενός κεφαλαίου κάποιου μυθιστορήματος να βρίσκεται στο τυπογραφείο, και η συνέχεια να είναι ακόμα στο κεφάλι μου, αλλά να πρέπει να τη δώσω αύριο κιόλας".

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Ιπποκλείδης !!!


 

 
                              Ιπποκλείδης*                                                               

                                                             του Ντίνου Χριστιανόπουλου

 
Μια φορά κι έναν καιρό, εδώ και δυόμιση χιλιάδες χρόνια, ήταν ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Κλεισθένη, κι ήθελε να παντρέψει τη μοναχοκόρη του. Στέλνει λοιπόν ανθρώπους του σε όλα τα βασίλεια, να διαλαλήσουν την απόφασή του: εκείνοι που ήθελαν την όμορφη βασιλοπούλα, να μαζευτούνε στο παλάτι του∙ εκεί θα έκαναν αγώνες και τσιμπούσια, κι ο βασιλιάς θα διάλεγε στο τέλος τον καλύτερο. Σαν τ' άκουσαν αυτό τα βασιλόπουλα, ξεκίνησαν για το παλάτι του Κλεισθένη. Άλλος ξεχώριζε για ομορφιά, άλλος για την παλικαριά του, άλλος για την καταγωγή του και άλλος για τα πλούτη του. Μα απ' όλους ξεχώριζε ο Ιπποκλείδης, το πρώτο της Αθήνας αρχοντόπουλο, που έσκιζε σε ομορφιά και τσαχπινιά. Αυτόν τον συμπαθούσε ιδιαίτερα ο Κλεισθένης.
Σαν ήρθε ο καιρός να γίνει η κρίση, κι αφού τελειώσαν οι αγώνες, ο βασιλιάς οργάνωσε συμπόσια και γλέντια. Τρεις μέρες τρώγαν κι έπιναν με μουσικούς και αυλητρίδες∙ και ξαφνικά την τρίτη μέρα, σηκώνεται ο Ιπποκλείδης μες στη σούρα του κι αρχίζει να χορεύει ένα χορό από αυτούς που ξέραν μόνοι οι ηνίοχοι, και δος του να λυγάει μαργιόλικα τη μέση του, και δος του οι άλλοι ένα γύρο παλαμάκια. Ύστερα σάλταρε επάνω στο τραπέζι, στηρίχτηκε με το κεφάλι κάτω κι άρχισε να χορεύει με τα πόδια στον αέρα, χωρίς ούτε στιγμή να χάσει την ισορροπία του. Σε λίγο κατεβαίνει, αρπάζει το τραπέζι με τα δόντια του και το σηκώνει αψηλά, κι αρχίζει να χορεύει έναν κόρδακα, δίχως ν' αφήσει να του πέσει ούτε ένα κύπελλο. Όλοι κρατούσαν την αναπνοή τους από θαυμασμό - ποιος να φανταζόταν τόση μαγκιά μες στο παλάτι! Μα ο Κλεισθένης, βλέποντάς τα όλα αυτά, άφριζε μέσα του απ' το κακό του. Όσο κι αν συμπαθούσε το αρχοντόπουλο, τον διάδοχο τον ήθελε συμμαζεμένο και κιμπάρη, όχι μαγκάκι των χαμαιτυπείων. Γι' αυτό και μόλις τέλειωσε ο χορός, κατέβηκε οργισμένος απ' το θρόνο του και είπε στον Ιπποκλείδη: «Κρίμα, λεβέντη μου∙ μ' αυτά σου τα καμώματα έχασες και το θρόνο και τη νύφη». Κι ο Ιπποκλείδης τού απάντησε κοφτά: «Σκασίλα μου!»
Έτσι έχασε και πλούτη και τιμές, για ένα κέφι, μα κέρδισε όλων τις καρδιές ο Ιπποκλείδης. Και έμεινε αθάνατος στην ιστορία, πρώτος ρεμπέτης του ντουνιά.

 

*Από τα μικρά πεζά ΟΙ ΡΕΜΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΝΤΟΥΝΙΑ (Ιανός, Θεσσαλονίκη 2004)

______________________________________________

Σημείωση:

Βασίζεται σε περιστατικό που έχει διασώσει ο Ηρόδοτος και διαδραματίστηκε κατά τη διαδικασία επιλογής γαμπρού για την κόρη του Αγαρίστη από τον τύραννο Κλεισθένη της Σικυώνας (σημερινό Κιάτο). Προσέτρεξαν δεκατέσσερα αρχοντόπουλα από πολλές περιοχές της Ελλάδας. Ο Κλεισθένης επέλεξε τον Αθηναίο Ιπποκλείδη γιο του άρχοντα Τεισάνδρου και φύλαξε να ανακοινώσει την επιλογή του σε μεγάλο γλέντι με εκατό βόδια για τους μνηστήρες και όλους τους Σικυωνίους. Εκεί, όταν ήπιαν, ο Ιπποκλείδης κάλεσε τον αυλητή και άρχισε να χορεύει, κάτι που δεν άρεσε πολύ στον Κλεισθένη. Όταν δε ζήτησε ένα τραπέζι και συνέχισε το χορό ανεβαίνοντας σε αυτό, ο Κλεισθένης θεώρησε αναίδεια το χορό. Ιδιαίτερα δε, όταν ο Ιπποκλείδης χόρεψε ισορροπώντας, στηρίζοντας το κεφάλι του στο τραπέζι, και «χειρονόμησε» με τα πόδια του (όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος), ο Κλεισθένης εξερράγη και του είπε: «Ω παι Τεισάνδρου, απόρχησαο γε μεν τον γάμον!» (Ω γιε του Τεισάνδρου, με το χορό σου έχασες τον γάμο) και ο Ιπποκλείδης του απάντησε: «Ου φροντίς Ιπποκλείδη» (δε τον νοιάζει τον Ιπποκλείδη), μια φράση που ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι έμεινε παροιμιώδης

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Μια πολύ ιδιαίτερη και άκρως ενδιαφέρουσα ματιά στη δικαιοσύνη !!!




                                     
 
 
                                     Του Κωστή Δεμερτζή
                                                 δικηγόρου Αθηνών, δρ. Νομικής
                                                                                  

 Ένα θεώρημα για την υποστασιακή πλάνη του δικαστή  και δυο πορίσματα σχετικά με τις  δυο πλευρές της δικαστικής έδρας 

Λέοντός τις κυνηγὸς ἴχνη ἐπεζήτει· δρυτόμον   δέ ἐρωτήσας εἰ εἶδεν ἴχνη λέοντος καὶ               
ποῦ κοιτάζει έφη: "Καὶ αὐτὸν τὸν λέοντά σοι ἤδη δείξω".
  Ὁ δὲ ὠχριάσας ἐκ τοῦ φόβου καὶ τοὺς ὀδόντας συγκρούων εἶπεν·
" Ἴχνη μόνα ζητῶ, οὐχὶ αὐτὸν τὸν λέοντα".

                                      Αισώπου: «Δειλός κυνηγός και δρυτόμος»


Το θεώρημα
 
Υπάρχει μια πλάνη στην οποία μπορεί να υποπέσει εύκολα μια δικαστική έδρα. Η υποστασιακή πλάνη. Η πλάνη ότι, εφόσον ο δικαστής έκρινε έτσι, τα πράγματα έγιναν έτσι κιόλας.
Ότι, ας πούμε, αν η έδρα γράψει σε απόφασή της ότι δεν σταυρώθηκε ο Χριστός, όποιος πει ότι σταυρώθηκε λέει ψέματα – και επιπλέον «δεν σέβεται τις δικαστικές αποφάσεις».
Η αλήθεια, κύριοι δικαστές, είναι ότι υπάρχει ένα αντικειμενικό γεγονός, γεγονός του παρελθόντος, κι εσείς, με την απόφασή σας, είστε ή σύμφωνοι με το γεγονός, ή έρχεστε σε σύγκρουση με αυτό. Στην πρώτη περίπτωση, η απόφασή σας είναι σωστή, στην δεύτερη είναι λάθος.

 Πόρισμα 1

Από αυτό το θεώρημα, μπορείτε να βγάλετε ένα πόρισμα, να διορθώσετε, άμα θέλετε, μιαν οφθαλμαπάτη. Γιατί η θέση σας, στην έδρα, ψηλά, με τον κατηγορούμενο καταπτοημένο κάτω, στο εδώλιο, σας δίνει μια ψευδαίσθηση ότι εσείς κρίνετε. Η αλήθεια είναι ότι εσείς κρίνεστε. Και κατά μείζονα λόγο σε μια περίπτωση καθαρή, κάτι που προκύπτει, συχνότατα από τον φάκελο της δικογραφίας.
Εσείς, αυτή τη στιγμή, είσαστε σε μια σκηνή, και κάτω κάθεται ο κριτής σας και βλέπει, και κρίνει: σας τίθεται ένα ερώτημα. Εδάρη ή όχι ο κύριος Κ; Αυτός, που είναι κι ο δαρμένος, γνωρίζει την απάντηση. Και εσείς, με την απόφασή σας, ή θα την βρείτε, και θα απαντήσετε σωστά. Ή δεν θα την βρείτε. Και θα απαντήσετε λάθος. Ή θα απαντήσετε λάθος εξεπίτηδες, για λόγους οποιουσδήποτε, συστηματικούς (συχνότατα τέτοιος είναι το άρθρο 366 παρ. 2 Π.Κ., ή το λάθος κάποιου άλλου δικαστικού, πριν από εσάς, στην ίδια υπόθεση) ή ατομικούς. Συνεπώς, είναι ο κύριος Κ. ο οποίος, στο τέλος της διαδικασίας, θα γνωρίζει εάν έχετε βρει την σωστή απάντηση ή έχετε απαντήσει λάθος. Αυτός θα σας κρίνει. Δεν κρίνετε εσείς αυτόν.
 
 
 
 
 

Διερεύνηση:
Αν η δικαστική κρίση, κατά τα παραπάνω, είναι ένα τεστ για σας τους ίδιους, έχει, όμως, μία σημαντική διαφορά, από τα συνήθη τεστ. Ότι ενώ αν απαντήσετε σωστό ή λάθος σε εξετάσεις, ας πούμε στο μάθημά σας στη Νομική, τις συνέπειες θα τις υποστείτε εσείς. Αν απαντήσετε σωστό ή λάθος από έδρας, τις συνέπειες θα τις υποστεί ο δικαζόμενος. Αυτό σας διασφαλίζει ένα ανεύθυνο, το οποίο για πολλούς δικαστές σημαίνει ανευθυνότητα, ενώ δογματικά καλύπτεται πίσω από την «ελευθερία της δικαστικής κρίσης».
Σε κάθε τέτοια κρίση, κρίνονται όχι μόνο η ίδια η κρίση, αλλά και ο κρίνων. Ο κρίνων κρίνεται, καταρχάς, από το αν έφτασε στην ορθή κρίση, ή όχι. Αλλά τελικά η ορθότητα της κρίσης είναι ιδιότητα της κρίσης, ενώ η κριτική του δικαστή αφορά τον κρίνοντα. Οι δύο κριτικές συσχετίζονται στενά και ισχυρά, αλλά δεν ταυτίζονται μεταξύ τους. Κυρίως, επειδή υπάρχει το ενδεχόμενο του λάθους.
Η βασική κατηγορία, συνεπώς, της κριτικής της δικαστικής απόφασης είναι το σωστό / λάθος. Η διάκριση της απόφασης σε «σωστή» και «λάθος», ανάλογα με τον βαθμό της συμφωνίας τους με την πραγματικότητα δεν μπορεί να παραβλεφθεί. Ιδίως δεν μπορεί να καλυφθεί από οποιονδήποτε φορμαλισμό ο οποίος θα εστίαζε, τυχόν, στο «κύρος της δικαστικής απόφασης», στην «αρτιότητα της διαδικασίας» και στην σπουδαιότητα της δικαστικής λειτουργίας στην δημοκρατική κοινωνία.
Στην πραγματικότητα, οι λειτουργίες της δικαστικής απόφασης μπορούν να συνοψιστούν σε τρεις κατηγορίες:
(α) πρακτικές (όχι απλώς νομικά, το δεδικασμένο και η εκτελεστότητα, αλλά όλες οι απώτερες πραγματικές τους συνέπειες, που μπορεί να είναι εκτεταμένες)
(β) συμβολικές, οι οποίες ακριβώς σχετίζονται με το «κύρος της δικαστικής απόφασης», αλλά είναι διπλής όψης, σαν τον Ιανό: δεν είναι μόνον το «κύρος της δικαστικής απόφασης» που μεταβιβάζεται στην δικαστική απόφαση, αλλά και αντίστροφα, το «ορθό ή λάθος» της συγκεκριμένης δικαστικής απόφασης (που το ξέρει καταρχάς ο δικαζόμενος), που μεταβιβάζεται στο κύρος της δικαστικής απόφασης – και της λειτουργίας της δικαιοσύνης.
(γ) αποδεικτικές, ως «τεκμήριο της αληθείας», το οποίο είναι ΜΑΧΗΤΟ.
Επομένως, η κεντρική «ιδιότητα» μιας δικαστικής κρίσης είναι το ορθό ή το λάθος της. Εδώ στηρίζεται μια «κριτική της δικαστικής κρίσης» (ο όρος «κριτική» τίθεται, εδώ, υπό την Καντιανή έννοια του όρου, δηλαδή ως διερεύνηση των μεταφυσικών προϋποθέσεων κάθε κρίσης και των πρακτικών συνεπειών τους). Η κριτική του δικαστικού κρίνοντος διαφοροποιείται από την κριτική της δικαστικής κρίσης κατά το ότι η πρώτη περιλαμβάνει τρεις παραμέτρους, τις οποίες δεν περιλαμβάνει η δεύτερη. Ενώ και η κριτική του δικαστικού κρίνοντος έχει ως κεντρικό ζητούμενο, πάλι, το σωστό / λάθος της δικαστικής κρίσης που αυτός ο ίδιος εξέφερε, συνυπολογίζει επιπλέον και τους ακόλουθους παράγοντες:
(α) Την διανοητική προσπάθεια. Αυτή είναι, και δίδεται από τον δικαστή, ad hoc σε κάθε δικαστική κρίση. Στηρίζεται σε ένα υπόβαθρο νοημοσύνης και γνώσης, και προϋποθέτει ένα διανοητικό θάρρος.
(β) Την επάρκεια. Όχι μόνο διανοητική, αλλά κυρίως ηθική. Η ηθική διάσταση της υποκειμενικότητας αφορά κατά κύριο λόγο το θάρρος που χρειάζεται η προσέγγιση της αληθείας, με μοναδικό οδηγό την δικαιοσύνη, ως ιδέα και πρότυπο. Ο Αισώπειος μύθος που παρατίθεται ως μότο, στην αρχή του κειμένου, «δειλός κυνηγός και δρυτόμος», δείχνει την σύνδεση της γνώσης με την δύναμη που χρειάζεται να «δεις» την ίδια την αλήθεια. Η αλήθεια είναι ο λέων και τα ίχνη του είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα κ.τ.λ. Είναι εύλογο ότι ο δικαστής θα ακολουθήσει τα «ίχνη» για να φτάσει στον λέοντα της αληθείας. Αλλά, ανάλογα με τα ηθικά του προσόντα, και ιδίως – μας λέει ο Αίσωπος – ανάλογα με το ηθικό (και λοιπό) θάρρος του, μπορεί να τα ακολουθήσει προς την μεριά του λέοντος της αληθείας, μπορεί και προς την αντίθετη.
(γ) Την διαχείριση της αμφιβολίας. Αντιπροσωπεύει τον συστηματικό παράγοντα.
Θα προσέθετα, στο σημείο αυτό, ότι η προσέγγιση της αληθείας είναι πάντοτε μοναχική και ατομική. Εκ των πραγμάτων, οι πολυμελείς έδρες, εάν τείνουν να σκέπτονται ομαδικά, υπόκεινται στο σφάλμα της «ομαδικής σκέψης» (group thinking). Αυτό δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως επιχείρημα κατά των πολυμελών συνθέσεων. Προσωπικά θεωρώ ότι οι πολυμελείς συνθέσεις είναι ασφαλέστερες, ιδίως επειδή μπορούν να αντιπαραβληθούν και να αλληλοεπηρεαστούν θετικά οι μεταξύ τους ατομικές και μοναχικές πορείες προς την αλήθεια – αλλά αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι θα παραμείνουν ατομικές (κάτι το οποίο, θεσμικά, αντιπροσωπεύει το δικαίωμα ατομικής ψήφου, και διαφωνούσας γνώμης για τον κάθε δικαστή). Αντίθετα, εάν οι πολυμελείς συνθέσεις λειτουργούν ως μήτρες group thinking, η ευθύνη της απόφασης διαχέεται, και η ίδια η απόφαση υπόκειται σε μεγαλύτερα σφάλματα (και γίνεται περισσότερο «συστεμική») απ’ όσα εάν λειτουργούσε ο καθένας δικαστής μόνος του.
Εν τέλει, παραμερίζοντας την γνωστή (και υπερτιμημένη, κατά τη γνώμη μου) παραδικαστηριακή ρήση («ο δικαστής … αν ξέρει και ολίγα νομικά δεν βλάπτει»), θα έθετα το ζήτημα ως εξής: η συγκέντρωση της τριάδας νοημοσύνης, δικαιοσύνης και θάρρους είναι μια ευνοϊκή περίπτωση που πιθανολογεί – χωρίς ποτέ να την διασφαλίζει – μια σωστή δικαστική απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαστής θα ξέρει και καλά νομικά.

 Πόρισμα 2:
Το να έχεις κερδίσει μια δίκη δεν είναι το τελικό κριτήριο της αλήθειας. Είναι και αν έχεις κερδίσει με σωστή απόφαση. Αν είναι να χάσεις, να έχεις χάσει με λάθος απόφαση.
Στο επίπεδο αυτό, η κύρια γνωστική συνέπεια ενός δικαστικού λάθους είναι η γνωστική ασυμφωνία (cognitive dissonance). Η γνωστική ασυμφωνία είναι η μορφή με την οποία εκδηλώνεται η αξίωση για ορθές δικαστικές αποφάσεις, όταν η ίδια η δικαστική απόφαση που εκφωνείται στο τέλος της διαδικασίας είναι λάθος.
Στο υποκειμενικό πεδίο, η γνωστική ασυμφωνία εισβάλλει, με όλη την δυναμική της κατά το μέρος που προσλαμβάνεται ως «αποτυχία» του δικαζομένου, κατά το μέρος που λειτούργησε ως παράγοντα της δικαστικής διαδικασίας, να επηρεάσει το οργανωμένο σύστημα της δίκης σε τέτοιο βαθμό ώστε η δικαστική απόφαση να εκδίδεται σύμφωνα με την απαίτηση της γνωστικής συμφωνίας.

 Διερεύνηση:
Στην σχετική μόνο αξία της δικαστικής απόφασης (ως «τεκμηρίου» της αληθείας, και μάλιστα μαχητού) μπορεί να στηριχτεί μια αντίστοιχη «κριτική» (κατά την Καντιανή, πάντοτε, έννοια του όρου) του δικαζομένου.
Αυτό, ενόψει του ότι και ο δικαζόμενος λαμβάνει, κατά την διάρκεια της δίκης, αποφάσεις. Η τελική απόφαση για το αν θα γίνει ή όχι μια δίκη, και για την στάση που θα κρατήσει αυτός που θα συμμετάσχει σ’ αυτήν – ή που είναι υποχρεωμένος να συμμετάσχει – δεν συναρτάται πρωτίστως από την δικαστική απόφαση που αναμένεται «εμπειρικά» και με πιθανολόγηση (λ.χ. αν «το δικαστήριο θα πάει με την πραγματογνωμοσύνη» ή «με την εισήγηση» ή αν «το παιδί (σε δίκη επιμέλειας) θα το πάρει η μητέρα»), αλλά με την υπαρκτικής τάξεως ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ απόφαση να εμμείνει ο δικαζόμενος στην ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ. Είναι τελείως διαφορετικό να χάσει κάποιος μια δίκη αφού έχει πει αυτά που συνιστούν την αλήθειά του, και διαφορετικό το να την έχει «δώσει» ο ίδιος, ιδίως εάν το «δόσιμο» σημαίνει να την έχει «προ-δώσει». Η δικαστική απόφαση έχει κατά κύριο λόγο πρακτικές συνέπειες – και συμβολικές, όχι ασήμαντες, βέβαια. Όμως, πάνω και πέρα απ’ αυτές, ο εξαναγκασμός του προσώπου να αποσπαστεί από την αλήθειά του είναι προσωπική αλλοτρίωση. Καμία δικαστική απόφαση, οσοδήποτε λάθος και αν είναι, δεν μπορεί να βλάψει το πρόσωπο στο βαθμό που μπορεί να βλαφτεί το ίδιο από την δική του στάση, εφόσον παραδώσει την αλήθειά του.
Η «αλήθεια – του – δικαζομένου» δεν ταυτίζεται αναγκαία με την «αντικειμενική» αλήθεια. Σχετίζεται, ενίοτε ισχυρά, με την τελευταία, αλλά το είδος της σχέσης και συσχέτισης των δυο τους ενδέχεται να ποικίλλει. Σε κάθε κρίση του δικαζόμενου, σε κάθε απόφασή του, είναι η δική του σειρά, πλέον, να αντιμετωπίσει τον δικό του λέοντα της αληθείας, από την δική του πλευρά της δικαστικής έδρας. Κάτι που απαιτεί και γενική νοημοσύνη, και επαρκές νοητικό υπόβαθρο, και ad hoc νοητική προσπάθεια, και διανοητικό θάρρος.
Αυτό, όμως, είναι ένα ζήτημα «εσωτερικό» του δικαζομένου. Αντίθετα, η στάση του δικαζομένου σε μια δίκη, σε συσχέτιση με την εσωτερική του γνώση, αφορούν στις ανταλλαγές μεταξύ του ιδίου και του έξω κόσμου.
Οι «ανταλλαγές» αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν κάθε δυνατή μορφή – και καλά είναι ο δικαζόμενος να έχει ένα ευρύ ρεπερτόριο επιλογών, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει και τη συμφιλίωση, και των συμβιβασμό, αλλά και το δικαίωμα αντίστασης, όταν προσβάλλεται μέσα του το αίσθημα του δικαίου.
Η προσήλωση του δικαζομένου στο εσωτερικό του αίσθημα της δικαιοσύνης δεν μπορεί να παραβλεφθεί. Όσοι υπερτιμούν την ανάγκη «κοινωνικής ειρήνης» ή «σημασίας της δικαστικής λειτουργίας σε μια δημοκρατική κοινωνία», ή πρακτικές και ωφελιμιστικές εισαγόμενες έννοιες, όπως «το συμφέρον του τέκνου», υποτιμούν την θεμελιακή, φιλοσοφικά, δίψα του δικαζομένου για δικαιοσύνη.
Ως δικαστική στρατηγική εκτιμώ ιδιαίτερα τους δικαζόμενους που υπερασπίζονται την αλήθειά τους, ακόμα κι όταν «όταν προβλέπουν, και πολλοί προβλέπουν», κατά την έκφραση του Καβάφη, στις «Θερμοπύλες» του, ότι το δικαστήριο τελικά θα τους την απορρίψει. Και εδώ η κύρια αρετή του δικαζομένου είναι το θάρρος.
Αρκεί να πρόκειται για αλήθεια έμπεδη, βέβαια, και όχι απλή πράξη προβολής του υποκειμένου στον εξωτερικό κόσμο. Το τελευταίο είναι αυθαιρεσία παρόμοιας τάξεως με αυτήν της δικαστικής αυθαιρεσίας, και η καλά θεμελιωμένη απόρριψή της ένας από τους θεσμικούς, αλλά και υπαρξιακούς, και γνωσιολογικούς, σκοπούς του δικαστικού ελέγχου.

Εν συνόψει:
Όσον αφορά τις αντίστοιχες γνωστικές θέσεις της κάθε πλευράς της έδρας, του δικαστή και του δικαζομένου, η ασυμμετρία είναι και παραμένει δομική. Είναι ο δικαζόμενος αυτός που, από πλεονεκτική θέση, «αυτός ξέρει», αυτός κρίνει πώς έκρινε ο δικαστής (κατά την αντικειμενική όψη) – ή τουλάχιστον (κατά την υποκειμενική όψη) πώς διαχειρίστηκε τα στοιχεία που είχε στην διάθεσή του για να κρίνει.
Όμως, το γεγονός ότι η «τριάδα» νοημοσύνης, θάρρους και δικαιοσύνης, όπως ακριβώς τίθεται από την δικαστική πλευρά έδρας, ανασυσταίνεται – και τίθεται – και από την «λαϊκή» της πλευρά, δηλαδή την πλευρά του δικαζομένου, δημιουργεί μια ηθική αντιστοιχία της θέσης του ανθρώπου κάτω από την δικαστική έδρα με την αντίστοιχη του ανθρώπου που κάθεται πάνω της.

Κωστής Δεμερτζής