Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ : Κόρη



Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ: 

                                                                Κόρη

06-sΤΟ ΤΡΕΝΟ μπῆ­κε ἕ­νας ἄν­τρας μέ­σης ἡ­λι­κί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος κου­βα­λοῦ­σε στὰ χέ­ρια, ὅ­πως κου­βα­λοῦν παι­δί, μιὰ με­γά­λη πά­νι­νη κού­κλα, ντυ­μέ­νη μὲ παι­δι­κὸ μπου­φάν.
       — Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, δύ­ο ἐ­λεύ­θε­ρες θέ­σεις;
       Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἐ­πι­βά­τες στὸ κου­πὲ κοι­τά­χτη­καν καὶ δὲν ἀ­πο­κρί­θη­καν.
       — Ο­ρί­στε – εἶ­πα, καὶ τοῦ ὑ­πέ­δει­ξα τὴ θέ­ση ἀ­πέ­ναν­τί μου. — Ὅ­μως, εἶ­ναι μο­νή.
       — Δὲν πει­ρά­ζει, αὐ­τὴ θὰ κα­θή­σει σὲ μέ­να.
       Τῆς ἔ­βγα­λε τὸ μπου­φάν, τῆς ἔ­φτια­ξε τὰ μαλ­λιά, τὴν βό­λε­ψε στὴν ἄ­κρη τοῦ κα­θί­σμα­τος καὶ κά­θη­σε δί­πλα της. Ἔ­πει­τα τὴν πῆ­ρε στὰ γό­να­τά του. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι στὸ κου­πέ, ξε­γλί­στρη­σαν γιὰ νὰ ψά­ξου­νε θέ­σεις ἀλ­λοῦ. Ἀ­πο­μεί­να­με μό­νον οἱ δύ­ο μας, δη­λα­δὴ οἱ τρεῖς μας.
       — Πῶς τὴ λέ­νε; – ρώ­τη­σα.
       — Ἄν­τε, πὲς στὸν θεῖ­ο πῶς λέ­γε­σαι. Ἔ;
       Ἡ κού­κλα σι­ω­ποῦ­σε.
       — Πές, Μα­α-ρί­ι… Μα­ρί­α λέ­γε­ται. Εἶ­ναι ντρο­πα­λή.
       Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἡ­λι­κί­α ἔ­τσι εἶ­ναι τὰ πα­ιδιά.
       — Γειά σου, Μα­ρί­α. Πό­σο χρο­νῶν εἶ­σαι;
       — Στὰ 5 —ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας.— Μό­νο ποὺ δὲν τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ μι­λά­ει καὶ πο­λύ. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; – χα­μο­γέ­λα­σε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὴν πει­ρά­ζει στὴ μύ­τη. Ἡ μύ­τη της ἦ­ταν ἕ­να φα­γω­μέ­νο ρὸζ κουμ­πί. — Θέ­λεις νὰ κα­θή­σου­με δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο; Ἄν­τε, ἀ­γα­πού­λα μου. Ἔ­λα νὰ δοῦ­με τώ­ρα τί ἔ­χει ἐ­κεῖ ἔ­ξω; Ὤ­ω­ω, δὲς αὐ­τὴ τὴν ἀ­γε­λά­δα πό­σο σο­βα­ρὴ μᾶς κοι­τά­ζει, καὶ τὸ γα­ϊ­δού­ρι ἐ­κεῖ, τὸ βλέ­πεις; Ὄ­χι, ὄ­χι, πιὸ πέ­ρα, δί­πλα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ δέν­τρο.
       Καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ με­τροῦν πό­σες ἀ­γε­λά­δες, γα­ϊ­δού­ρια, κό­τες, ἄ­λο­γα καὶ πρό­βα­τα θὰ ἔ­βλε­παν ἀ­πὸ τὸ τρέ­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἡ τύ­χη τοὺς χα­μο­γέ­λα­σε καὶ εἶ­δαν πε­λαρ­γούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­κό­μα πε­ρι­φέ­ρον­ταν στὰ κα­ψα­λι­σμέ­να χω­ρά­φια τοῦ προ­χω­ρη­μέ­νου Αὐ­γού­στου. Αὐ­τὸς τῆς ἀ­φη­γεῖ­το μιὰ πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸν πε­λαρ­γὸ καὶ τὴν ἀ­λε­ποῦ. Πο­λὺ τῆς ἀ­ρέ­σουν τέ­τοι­ες ἱ­στο­ρί­ες, μοῦ ἔ­κλει­σε τὸ μά­τι συ­νω­μο­τι­κά. Καὶ γε­νι­κῶς ὁ­τι­δή­πο­τε ἱ­στο­ρί­ες. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κά­ποι­α θεί­τσα μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζα στὸ κου­πὲ χω­ρὶς νὰ χαι­ρε­τή­σει, ἄ­φη­σε τὴ βα­λί­τσα της, ἔ­ρι­ξε ἕ­να βλέμ­μα στὸν ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος μι­λοῦ­σε στὴν κού­κλα, ἅρ­πα­ξε πά­λι τὴ βα­λί­τσα, ἄ­νοι­ξε πά­λι τὴν πόρ­τα, πέ­τα­ξε ἕ­να ἀ­νω­μα­λά­ρες καὶ βγῆ­κε μὲ κρό­το. Ὁ ἄν­τρας ἔ­βα­λε τὶς πα­λά­μες του στ’ ἀ­φτιὰ τοῦ παι­διοῦ, τὸ ἀγ­κά­λια­σε καὶ χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­μή­χα­να. (Τὰ ἀ­φτιά της ἦ­ταν δύ­ο μα­κριὰ σεν­τε­φέ­νια μύ­δια).
       — Οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν προ­σέ­χουν τί λέ­νε μπρο­στὰ στὰ παι­διά. – Ἔ­μει­ναν γιὰ λί­γο ἔ­τσι, αὐ­τὴ ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νη ἐ­πά­νω του.
       — Νυ­στά­ζει. Κοι­μή­σου, ἀ­γα­πού­λα μου, κοι­μή­σου.
       Τὴν με­τα­κί­νη­σε προ­σε­κτι­κὰ στὸ κά­θι­σμα καὶ ἔ­βα­λε τὸ μπου­φὰν ἀ­πὸ πά­νω της.
       Φαι­νό­ταν, ὅ­τι ὁ ἄν­τρας εἶ­χε κά­τι νὰ μοῦ πεῖ, ὅ­μως δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ ἀρ­χί­σει. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μπῆ­κε ὁ ἐ­λεγ­κτής, ἔ­κα­νε νό­η­μα, ἔ­ρι­ξε ἕ­να ἀ­φη­ρη­μέ­νο βλέμ­μα πρὸς τὸ κοι­μι­σμέ­νο —κά­τω ἀ­π’ τὸ μπου­φάν— παι­δί, τσέ­κα­ρε τὰ εἰ­σι­τή­ρια καὶ βγῆ­κε. Δὲν κα­τά­λα­βε ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, πῆ­ρα ἀ­νά­σα. Ὅ­λη τὴν ὥ­ρα κα­θό­μουν σ’ ἀ­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να μὴν τύ­χει καὶ γί­νει φα­σα­ρί­α, νὰ βγά­λει τὸ μπου­φάν, νὰ δεῖ ποι­ός κοι­μᾶ­ται κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τό, ν’­ ἀρ­χί­σει τὸ βρι­σί­δι καὶ νὰ φω­νά­ξει ἀ­στυ­νο­μί­α στὸ τρέ­νο. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι ὁ φό­βος μου ἦ­ταν κυ­ρί­ως λό­γῳ τοῦ… παι­διοῦ, δηλ. τῆς κού­κλας. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ τῆς προ­κα­λέ­σουν κά­ποι­ο κα­κό. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖο, ται­ριά­ζει νὰ πῶ, ὅ­τι εἶ­μαι ἐν­τε­λῶς ὁ­μα­λός, ἐ­φό­σον γρά­φω καὶ δι­η­γή­μα­τα. Ξέ­ρω, ὅ­τι αὐ­τὸ ἐ­πι­βα­ρύ­νει τὰ πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ κα­τὰ τὰ λοι­πά, εἶ­μαι σὲ ὅ­λα μου ἐν­τά­ξει.
       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ὁ ἄν­τρας τόλ­μη­σε τε­λο­σπάν­των νὰ ξε­κι­νή­σει. Κοί­τα­ξε πρὸς τὸ παι­δὶ καὶ εἶ­πε εὐ­θέ­ως ὅ­τι ἔ­χει νὰ μοῦ ζη­τή­σει μιὰ χά­ρη, ὅ­μως θὰ δεί­ξει κα­τα­νό­η­ση, ἂν τοῦ ἀρ­νη­θῶ. Τὸν ἐν­θάρ­ρυ­να νὰ συ­νε­χί­σει. Μι­λού­σα­με ψι­θυ­ρι­στὰ γιὰ νὰ μὴν τὴν ξυ­πνή­σου­με.
       — Μπαί­νω στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο —εἶ­πε— αὐ­τὴ ἀ­κό­μα δὲν ξέ­ρει. Ἔ­χω κά­τι ὄγ­κους ἐ­δῶ, οἱ για­τροὶ εἶ­παν ὅ­τι θὰ ἔ­χου­με σφα­γεῖ­ο, με­τὰ ἕ­να μή­να καὶ κά­τι, θε­ρα­πεί­α, ἄ­γνω­στο γιὰ πό­σο. Ἅ­μα δὲν ἦ­ταν αὐ­τή, θὰ τὰ εἶ­χα πα­ρα­τή­σει ὅ­λα, ὅ­μως…
       Ὁ ἄν­τρας ἔ­φτια­ξε ὄ­μορ­φά το μπου­φὰν ἐ­πά­νω της, κά­λυ­ψε τοὺς ὤ­μους της.
       — Δὲν θέ­λω νὰ μπεῖ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μα­ζί μου. Δὲν θὰ ἀν­τέ­ξει, δὲν εἶ­ναι γι’ αὐ­τήν. Καὶ πά­λι, μό­νη της δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει ὁ­λωσ­δι­ό­λου, βλέ­πε­τε πῶς εἶ­ναι.
       — Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος….
       — Δεν ὑ­πάρ­χει κα­νείς, ἡ μη­τέ­ρα της ἔ­φυ­γε… Μεί­να­με μό­νο οἱ δυ­ό μας.
       Δὲν κα­τά­λα­βα ἂν πέ­θα­νε, ἢ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε. Δὲν ρώ­τη­σα.
       — Θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως, σὲ κά­ποι­ο ἵ­δρυ­μα, προ­σω­ρι­νά – εἶ­πα ἐ­γώ, συ­νει­δη­το­ποι­ών­τας ἀ­κα­ρια­ῖα ὅ­λη τὴ μα­ται­ό­τη­τα τῆς πρό­τα­σής μου.
       — Πῆ­γα, ρώ­τη­σα σὲ δι­ά­φο­ρα… μὲ κα­τα­λα­βαί­νε­τε… Δὲν θέ­λουν οὔ­τε ν’ ἀ­κού­σουν, σὲ κα­νέ­να μέ­ρος. Λέ­νε πὼς εἶ­μαι τρε­λός, πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε τέ­τοι­ο παι­δὶ στὸ μη­τρῶ­ο. Ἐ­νῶ σὲ ἕ­να μέ­ρος, ἀ­κό­μα καὶ σκυ­λιὰ μᾶς ἀ­μό­λη­σαν. Ἡ Μα­ρί­α, ἡ κα­η­με­νού­λα, πο­λὺ τρό­μα­ξε.
       Σω­πά­σα­με ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, νύ­χτω­νε.
       — Κοι­τάξ­τε —εἶ­πε αὐ­τός— ἐ­σεῖς εἶ­στε ὁ μό­νος ποὺ τῆς μί­λη­σε. Γί­νε­ται νὰ σᾶς τὴν ἀ­φή­σω… προ­σω­ρι­νά;
       Ἡ ἐ­ρώ­τη­ση εἶ­ναι δι­α­τυ­πω­μέ­νη μὲ ὅ­λη τὴν εὐ­θύ­τη­τα ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που σὲ ἀ­δι­έ­ξο­δο.
       — Γί­νε­ται… γιὰ ἕ­ναν-δύ­ο μῆ­νες… Αὐ­τὴ δὲν δη­μι­ουρ­γεῖ προ­βλή­μα­τα, οὔ­τε κὰν τρώ­ει… Ἐ­γὼ θὰ σᾶς ἀ­φή­σω χρή­μα­τα, ἐν­νο­εῖ­ται… Τῆς ἀρ­κεῖ νὰ ξέ­ρει, ὅ­τι δὲν εἶ­ναι μό­νη. Μπο­ρεῖ­τε νὰ τῆς λέ­τε κά­τι, νὰ τῆς δι­α­βά­ζε­τε πα­ρα­μύ­θια, αὐ­τὴ κα­τα­λα­βαί­νει τὰ πάν­τα… Ἔ;
       Κα­θή­σα­με ἀρ­κε­τὰ λε­πτὰ ἔ­τσι. Στὸ κου­πὲ σκο­τεί­νια­ζε, δὲν ἀ­νά­ψα­με τὴ λάμ­πα. Ὁ ἄν­τρας ἔ­πρε­πε νὰ κα­τε­βεῖ στὸν ἑ­πό­με­νο σταθ­μό, στὴν πό­λη, ἐ­κεῖ ὅ­που θὰ τὸν ἐγ­χεί­ρι­ζαν.
       Σί­γου­ρα εἶ­πα ναί. Ὁ ἄν­τρας ἔ­γρα­ψε σὲ ἕ­να χαρ­τά­κι τὸ ὄ­νο­μά του, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, τὸ τμῆ­μα καὶ τὸν για­τρὸ ποὺ θὰ τὸν ἐγ­χεί­ρι­ζε. Τοῦ ἔ­δω­σα τὸ τη­λέ­φω­νό μου, ὑ­πο­σχέ­θη­κα νὰ τοῦ τη­λε­φω­νή­σω με­τὰ τὴν ἐ­πέμ­βα­ση καὶ νὰ ἔρ­θου­με στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο. Τοῦ εἶ­πα, ὅ­τι θὰ βγῶ νὰ κα­πνί­σω ἕ­να τσι­γά­ρο. Τοὺς ἄ­φη­σα νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στοῦν. Αὐ­τὸς δὲν τὴν ξύ­πνη­σε, πα­ρὰ μό­νο ἔ­φτια­ξε τὸ μπου­φὰν ἐ­πά­νω της. Τὸ τρέ­νο στα­μά­τη­σε. Ση­κώ­θη­κε, ντύ­θη­κε, δὲν ξε­κολ­λοῦ­σε τὸ βλέμ­μα του ἀ­π’ αὐ­τή, τὸν βο­ή­θη­σα νὰ κα­τε­βά­σει τὴ βα­λί­τσα του καὶ τό­τε πα­ρα­τή­ρη­σα πό­σο ἀ­δύ­να­τος ἦ­ταν. Κα­τά­φε­ρε νὰ κα­τε­βεῖ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ κου­πέ. Με­τα­κι­νή­θη­κα πρὸς τὸ δι­κό του μέ­ρος, δί­πλα στὸ παι­δί, καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψα μὲ τὸ χέ­ρι. Σή­κω­σα τὸν ἀν­τί­χει­ρα, ὅ­τι ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά, τὸ τρέ­νο ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κε καὶ ὁ ἄν­τρας ἔ­μει­νε στὸ σκο­τά­δι.
       Ὅ­ταν φτά­σα­με στὴ Σό­φια, ἀ­να­σή­κω­σα προ­σε­κτι­κά το κο­ρι­τσά­κι, ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νο καὶ μό­νο χα­λά­ρω­νε τὸ κε­φά­λι του στὸν ὦ­μο μου. Πῆ­ρα τὶς δύ­ο τσάν­τες στὸ ἄλ­λο χέ­ρι μου καὶ βγῆ­κα.

Πέ­ρα­σαν δύ­ο χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε. Ὁ πα­τέ­ρας, πέ­θα­νε μιὰ ἡ­μέ­ρα με­τὰ τὴν ἐγ­χεί­ρι­ση. Ἡ Μα­ρί­α εἶ­ναι πλέ­ον στὰ 7 καὶ ἐ­νό­σω ἐ­γὼ τε­λει­ώ­νω αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α, παί­ζει στὸ πά­τω­μα δί­πλα μου.

_____________________________
μετάφραση:Σπύρος Ν. Παπάς (Πλανόδιον  Ιστορίες Μπονζάϊ)

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2020

«πως η ανάγκη γίνεται ιστορία: πως απ’ τα σπάρτα φτιάχναμε σκουτιά»




   
                  
 «πως η ανάγκη γίνεται ιστορία:
πως απ’ τα σπάρτα φτιάχναμε σκουτιά»*


     Ύφαινε η μάνα μου κάτι λεπτές και δροσερές κουβερτούλες, πολύ χρήσιμα σκεπάσματα του καλοκαιριού. Και κάθε φορά, όπως τώρα, που ανθίζουν τα σπάρτα κατακλύζοντας πλαγιές και δρόμους με αυτό το έντονο και γλυκό κίτρινο, μου έρχεται στο νου όλη αυτή η διαδικασία που προανέφερα και στην οποία συμμετείχα ως μόνιμος βοηθός. Τα χρόνια περνάνε,  γεράσαμε, όλο λέω να κάτσω να γράψω αυτήν την … τεχνογνωσία που κουβαλάω στη μνήμη μου και όλο το αναβάλω. Μα φέτος το αποφάσισα.
     Όλη η δουλειά γινότανε κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού που μέναμε στο κτήμα για τις ανάγκες της σταφιδοκαλλιέργειας. Περιδιαβαίναμε τα ατέλειωτα σπάρτα, διάλεγε η μητέρα μου τα πιο κατάλληλα και τα έκοβε στη ρίζα, αφήνοντάς τα επί τόπου μέσ’ στο λιοπύρι να ξεραθούν για καμιά βδομάδα. Μετά με ζαλιά στην πλάτη τα κουβαλούσε σ’ ένα ποταμάκι που κράταγε νερό και το καλοκαίρι και τα απίθωνε σε μια μεγάλη φυσική γούρνα με βούρλα, βατράχια και ακίνδυνα νερόφιδα. Τα πλάκωνε από πάνω με κάτι πλάκες (τα σπάρτα όχι τα νερόφιδα) για να μη μετακινούνται. Στη βδομάδα τα ‘βγαζε πάλι στο λιοπύρι και μετά στο σπίτι κάτω από τον ίσκιο της τεράστιας αριάς, όπου είχε στηθεί και ο φερμένος με το άλογο απ’ το χωριό, αργαλειός.
     Άρχιζε το τελικό στάδιο που στο πρώτο μέρος του με μεγάλη χαρά συμμετείχα κι’ εγώ. Με ένα ξύλινο εργαλείο σαν «Π» (όχι το … 3,14) που πάνω είχε ένα κενό μέσα στο οποίο ανεβοκατεβάζαμε με το χέρι μια συνδεδεμένη ξύλινη μασέλα με δόντια κροκόδειλου και μασούσε τα ξερά σπάρτα (μου φαίνεται πως το λέγαμε «μάγγανο»). Τα μασημένα σπάρτα τα έξαινε η μάνα μου με το λανάρι --κάτι σαν μεγάλη βούρτσα μαλλιών με σιδερένια δόντια-- καθαρίζοντας τις ίνες από τα τσόφλια. Οι ίνες αναφουφουλιάζονταν και με τη βοήθεια της ρόκας μετατρέπονταν σε λινό νήμα που τυλιγότανε σε κουβάρια. Τάκα τούκα, τάκα τούκα ο αργαλειός με τα αδράχτια, άσπρη κλωστή, το νήμα με τη σαΐτα και έτοιμη η κουβερτούλα και με διακοσμητικά, μάλιστα:  κλώστινα κρόσσια στα τελειώματα.
     Τέλος, μούλιασμα του υφαντού στο ποταμάκι και κοπάνημά του πάνω σε πέτρινη επιφάνεια με τον κόπανο  -- ένα πλατύ και βαρύ πλατανίσιο ξύλο με μονοκόμματο χερούλι πολύ χρήσιμο για το σπίτι που το αδικεί η μεταφορική του χρήση για παλιανθρώπους – πάλι μούλιασμα, πάλι κοπάνημα, μούλιασμα κοπάνημα, μούλιασμα κοπάνημα και άπλωμα για στέγνωμα στα πουρνάρια. Μια κάτασπρη λινή και δροσερή κουβερτούλα ήταν στη διάθεσή μας.
    

*Ο Άλκης Αλκαίος εκτός από εξαίρετος ποιητής ήταν και ένας πολύ ευγενής και ευαίσθητος άνθρωπος και πιστεύω θα μου συγχωρούσε αυτή τη μικρή αλλά καλοπροαίρετη παρέμβαση στους στίχους του.

Τρίτη, 28 Απριλίου 2020

Όλγκα Τοκάρτσουκ: «Μήπως αυτός είναι τελικά ο φυσιολογικός ρυθμός της ζωής;»



Είχα την αίσθηση από πάντα σχεδόν ότι ο κόσμος είναι υπερβολικά πολύς, υπερβολικά γρήγορος, υπερβολικά έντονος, υπερβολικά θορυβώδης. Συνεπώς δεν βιώνω κάποιο «τραύμα απομόνωσης» και δεν μου είναι καθόλου δύσκολο να μη συναντώ άλλους ανθρώπους. Δεν λυπάμαι που έκλεισαν τα σινεμά. Μου είναι εντελώς αδιάφορο που τα εμπορικά κέντρα έβαλαν προσωρινό λουκέτο.   Ανησυχώ και στενοχωριέμαι, φυσικά, όταν σκέφτομαι όλους τους ανθρώπους που χάνουν τις δουλειές τους. Όταν όμως έμαθα για την επερχόμενη καραντίνα, ένιωσα κάτι σαν ανακούφιση. Ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι ένιωσαν το ίδιο, ακόμα κι αν ένιωθαν επίσης και κάποια ντροπή γι' αυτό. 
Η εσωστρέφειά μου, τόσα χρόνια στραγγαλισμένη και κακοποιημένη από τους υπερδραστήριους εξωστρεφείς, τίναξε τη σκόνη από πάνω της και βγήκε από την ντουλάπα...   Η ζωή συνεχίζεται, όπως συνεχίζεται, αλλά με έναν εντελώς διαφορετικό ρυθμό. Τακτοποίησα επιτέλους την ντουλάπα μου και μάζεψα πλήθος διαβασμένες εφημερίδες για να τις πάω στον κάδο ανακύκλωσης. Πήρα το ποδήλατό μου από το μαγαζί που το είχα παρατήσει για επισκευή. Άρχισα να απολαμβάνω πιο πολύ το μαγείρεμα.   Μου έρχονται διαρκώς στο μυαλό εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια. Υπήρχε τόσο πολύ περισσότερος χρόνος τότε, και μπορούσες να τον «χαραμίσεις» και να τον «σκοτώσεις», ξοδεύοντας ώρες με το να χαζεύεις απλά έξω από το παράθυρο, να παρατηρείς τα μυρμήγκια, να κρύβεσαι κάτω από το τραπέζι και να φαντάζεσαι ότι είσαι σε κιβωτό ή απλά να ξεφυλλίζεις την εγκυκλοπαίδεια.   Μπροστά στα μάτια μας εξατμίζεται ο καπνός από το πολιτισμικό παράδειγμα που μας διαμόρφωσε τα τελευταία διακόσια χρόνια: ότι είμαστε οι πρωτομάστορες της δημιουργίας, ότι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, ότι ο κόσμος μας ανήκει. 
Μια νέα εποχή πλησιάζει.   Μήπως τελικά έχουμε επιστρέψει στον φυσιολογικό ρυθμό της ζωής; Μήπως ο ιός δεν αποτελεί διατάραξη της κανονικότητας, αλλά ακριβώς το αντίθετο – μήπως δηλαδή αφύσικος ήταν ο φρενήρης κόσμος πριν από τον ιό;   Στο κάτω-κάτω ο ιός ήταν αυτός που μας υπενθύμισε αυτό το οποίο αρνιόμασταν με τόσο πάθος: ότι είμαστε ευάλωτα πλάσματα φτιαγμένα από το πιο λεπτό υλικό. Ότι πεθαίνουμε – ότι είμαστε θνητοί. Ότι δεν μας διαχωρίζει από τον υπόλοιπο πλανήτη η «ανθρωπιά» ή η εξαιρετικότητά μας. Ότι ο κόσμος είναι ένα είδος μεγάλου δικτύου στο οποίο εμπλεκόμαστε ποικιλοτρόπως, συνδεδεμένοι με τα υπόλοιπα όντα με αόρατα νήματα επιρροής και εξάρτησης. Ότι ασχέτως της απόστασης που χωρίζει τις πατρίδες μας ή τις γλώσσες που μιλάμε, ή το χρώμα του δέρματός μας, υποκύπτουμε στις ίδιες ασθένειες, μοιραζόμαστε τους ίδιους φόβους, πεθαίνουμε με τον ίδιο θάνατο. 
Ο ιός μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι όσο αδύναμοι και ευάλωτοι κι αν νιώθουμε μπροστά στον κίνδυνο, περιτριγυριζόμαστε επίσης από ανθρώπους που είναι πιο ευάλωτοι, και για τους οποίους η βοήθειά μας είναι απαραίτητη. Μας υπενθύμισε πόσο ευπαθείς είναι οι ηλικιωμένοι γονείς μας και πόσο έχουν ανάγκη την φροντίδα μας. Μας υπέδειξε ότι οι φρενήρεις ρυθμοί που κινούμαστε θέτουν σε κίνδυνο τον κόσμο μας. Και ανέδειξε ένα ερώτημα το οποίο σπανίως έχουμε το κουράγιο να κάνουμε στον εαυτό μας: Τι είναι ακριβώς αυτό για την αναζήτηση του οποίου συνεχίζουμε να αναλωνόμαστε;   Ο φόβος μήπως μολυνθούμε μας υπενθύμισε τις φωλιές όπου μεγαλώσαμε και όπου νιώθουμε ασφαλείς. Σε μια τέτοια περίσταση, ακόμα και οι πιο επιμελείς και ακούραστοι ταξιδιώτες θα αναζητήσουν κάποιο είδος σπιτιού. Την ίδια ώρα, μας αποκαλύφθηκαν θλιβερές αλήθειες – όπως ότι σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή κινδύνου, οι σκέψεις μας υποχώρησαν για άλλη μια φορά στο περιορισμένο και αποκλειστικό πεδίο των εθνών και των συνόρων.   
Σ' αυτούς τους δύσκολους καιρούς, έχουμε δει όλοι μας πόσο αδύναμη είναι στην πράξη η ιδέα μιας ευρωπαϊκής κοινότητας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εγκαταλείψει τον αγώνα, αναθέτοντας αποφάσεις ύψιστης κρισιμότητας στα εθνικά κράτη. Οι παλιοί σωβινισμοί έχουν επιστρέψει, φέροντας μαζί τους τον διαχωρισμό ανάμεσα σε «εμάς» και στους «ξένους» – με άλλα λόγια όλα αυτά εναντία στα οποία πολεμήσαμε τόσες δεκαετίες με την ελπίδα ότι δεν θα διαμορφώσουν ποτέ ξανά τη σκέψη μας. Ο φόβος του ιού μεταφέρει την αταβιστική πεποίθηση ότι πρέπει το φταίξιμο να πέσει στους ξένους, ότι αυτοί εισήγαγαν την απειλή. Στην Ευρώπη, ο ιός είναι «από αλλού». Εδώ στην Πολωνία, όποιος επιστρέφει από το εξωτερικό, θεωρείται ύποπτος. Ο ιός μας υπενθυμίζει ότι τα σύνορα ζουν και βασιλεύουν.   
Πολύ φοβάμαι επίσης ότι ο ιός θα μας θυμίσει έντονα μια άλλη παλιά αλήθεια: πόσο δεν είμαστε καθόλου ίσοι. Κάποιοι από μας θα πετάξουν με ιδιωτικά αεροπλάνα σε μακρινά νησιά ή σε πολυτελή καταφύγια στα βουνά, την ώρα που οι περισσότεροι θα παραμείνουν στις πόλεις, κάποιοι θα πρέπει να φροντίζουν για τη λειτουργία των σταθμών ηλεκτρικής ενέργειας, κάποιοι θα πρέπει να δουλεύουν στα καταστήματα ειδών πρώτης ανάγκης ή στα νοσοκομεία, ρισκάροντας τη ζωή τους. Κάποιοι θα βγάλουν χρήματα από την πανδημία και κάποιοι άλλοι θα χάσουν τα πάντα.   Πιστεύουμε ότι μένουμε σπίτι και διαβάζουμε βιβλία ή βλέπουμε τηλεόραση, αλλά στην ουσία, καθώς σιγά-σιγά συνειδητοποιούμε ότι τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο, προετοιμάζουμε τον εαυτό μας για τη μάχη που θα δοθεί με διακύβευμα μια νέα πραγματικότητα την οποία δεν μπορούμε καν να φανταστούμε... Μπροστά στα μάτια μας εξατμίζεται ο καπνός από το πολιτισμικό παράδειγμα που μας διαμόρφωσε τα τελευταία διακόσια χρόνια: ότι είμαστε οι πρωτομάστορες της δημιουργίας, ότι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, ότι ο κόσμος μας ανήκει. Μια νέα εποχή πλησιάζει.   

___________________________
Από το κείμενο της Όλγκα Τοκάρτσουκ που δημοσιεύτηκε στο New Yorker με τίτλο "A New World Through My Window" Απόδοση: Δ. Πολιτάκης * Τα βιβλία της Όλγκα Τοκάρτσουκ κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Πηγή: www.lifo.gr

Κυριακή, 5 Απριλίου 2020

Λέων Τολστόϊ: Οι τελευταίες στιγμές ενός καταδίκου





Λέων Τολστόϊ


                   Οι τελευταίες στιγμές ενός καταδίκου


     O Θεός, ο οικτίρμων και πολυεύσπλαχνος…» άρχισε να λέει ο παπάς με πένθιμη, αργόσυρτη φωνή, βγάζοντας έναν βαθύ αναστεναγμό.
Ο Σβιέτλομπουργκ τον κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα από τρόμο.
«Δεν είναι δυνατόν!» κραύγασε άξαφνα, με λαχανιασμένη φωνή. «Δεν είναι δυνατόν να με καταδικάσανε σε… Είναι, λοιπόν, αλήθεια, παπά μου, ότι με καταδικάσανε σε θάνατο;»
«Ήρθα εδώ, τέκνο μου, με την ιδιότητα του αντιπροσώπου του Υψίστου, για να σε παρηγορήσω στις τελευταίες σου στιγμές, για να σου δείξω το δρόμο της σωτηρίας και της αλήθειας» αποκρίθηκε ο παπάς, με την ίδια πένθιμη και αργόσυρτη φωνή.
«Δεν χρειάζομαι τίποτα!...» φώναξε ο κατάδικος. «Δεν χρειάζομαι τίποτα! Θέλω να μείνω μόνος…» Χαμένες πήγανε οι προσπάθειες του παπά να πείσει τον μελλοθάνατο, ότι η παραμονή του στο κελί του θα του έκανε καλό. Ο Σβιέτλομπουργκ τον παρακάλεσε με τόση επιμονή να τον αφήσει μόνο, ώστε ο παπάς αποφάσισε στο τέλος να φύγει.
«Μην ξεχνάς, τέκνο μου», είπε, «ότι, όποια ώρα με χρειαστείς, είμαι πάντοτε στη διάθεσή σου»
«Ναι, ναι, ξέρω, παπά μου…» τραύλισε ο μελλοθάνατος. «Αργότερα, ίσως σε καλέσω. Μα τώρα θέλω να μείνω μόνος. Θέλω να μείνω μόνος!»
Μόλις ο παπάς έφυγε από το κελί, ο μελλοθάνατος έκλεισε τα μάτια του κι έπεσε στο στρώμα του. Δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει ότι επρόκειτο γι’ αυτόν, όπως επίσης δεν μπορούσε να πιστέψει πως ήταν φυλακισμένος, πως ο παπάς τον επισκέφθηκε πράγματι στο κελί του για να του ανακοινώσει ότι τον καταδικάσανε σε θάνατο.
«Θα βλέπω όνειρο, ένα κακό όνειρο!» σκέφτηκε. «Πρέπει να ξυπνήσω!»
Πήδησε από το στρώμα του κι έκανε μερικά βήματα στο κελί του.
Μα όχι, όχι! Δεν έβλεπε όνειρο! Ήταν ξυπνητός! Βρισκότανε στο κελί του, έβλεπε τους τέσσερις γυμνούς τοίχους, το ψηλό καγκελόφραχτο παράθυρο, τα’ απομεινάρια του φαγητού του.
Χαμένες πήγανε οι προσπάθειες του παπά να πείσει τον μελλοθάνατο, ότι η παραμονή του στο κελί του θα του έκανε καλό. Ο Σβιέτλομπουργκ τον παρακάλεσε με τόση επιμονή να τον αφήσει μόνο, ώστε ο παπάς αποφάσισε στο τέλος να φύγει.
«Μην ξεχνάς, τέκνο μου», είπε, «ότι, όποια ώρα με χρειαστείς, είμαι πάντοτε στη διάθεσή σου»
«Ναι, ναι, ξέρω, παπά μου…» τραύλισε ο μελλοθάνατος. «Αργότερα, ίσως σε καλέσω. Μα τώρα θέλω να μείνω μόνος. Θέλω να μείνω μόνος!»
Μόλις ο παπάς έφυγε από το κελί, ο μελλοθάνατος έκλεισε τα μάτια του κι έπεσε στο στρώμα του. Δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει ότι επρόκειτο γι’ αυτόν, όπως επίσης δεν μπορούσε να πιστέψει πως ήταν φυλακισμένος, πως ο παπάς τον επισκέφθηκε πράγματι στο κελί του για να του ανακοινώσει ότι τον καταδικάσανε σε θάνατο.
«Θα βλέπω όνειρο, ένα κακό όνειρο!» σκέφτηκε. «Πρέπει να ξυπνήσω!»
Πήδησε από το στρώμα του κι έκανε μερικά βήματα στο κελί του.
Μα όχι, όχι! Δεν έβλεπε όνειρο! Ήταν ξυπνητός! Βρισκότανε στο κελί του, έβλεπε τους τέσσερις γυμνούς τοίχους, το ψηλό καγκελόφραχτο παράθυρο, τα’ απομεινάρια του φαγητού του.
«Θα πεθάνω λοιπόν;» αναρωτήθηκε ο Σβιέτλομπουργκ, ρίχνοντας γύρω του ένα βλέμμα αγωνίας. «Θα πεθάνω, θα εξαφανιστώ από τον κόσμο; Μα είναι δυνατόν να πάψω να ζω; Τι θα γίνει ο κόσμος από τη στιγμή που θα πάψω ν’ αναπνέω εγώ; Δεν είναι δυνατόν να γίνει αυτό, δεν είναι δυνατόν!»
Όρμησε στην πόρτα του κελιού του και άρχισε να τη χτυπάει με τις γροθιές και με τα πόδια φωνάζοντας «Δεσμοφύλακα! Δεσμοφύλακα!»
Ένα χέρι παραμέρισε το κουρτινάκι που σκέπαζε το μικρό παράθυρο της πόρτας. Και στο άνοιγμά του παρουσιάστηκε η παγερή και αδιάφορη φυσιογνωμία του δεσμοφύλακα.
«Θέλω να δω τον επιστάτη των φυλακών!» του είπε ο μελλοθάνατος.
Το κουρτινάκι ξανάπεσε. Σε λίγο, άνοιγε η πόρτα του κελιού κι έμπαινε μέσα ο επιστάτης.
«Είναι αλήθεια πως με καταδίκασαν σε θάνατο;» τον ρώτησε με απότομο ύφος ο κατάδικος.
«Δεν ξέρω τίποτα!» αποκρίθηκε ο επιστάτης. «Με θέλεις τίποτ’ άλλο;»
«Όχι» τραύλισε ο Σβιέτλομπουργκ.
«Καληνύχτα λοιπόν»
Και ο επιστάτης ξανάκλεισε την πόρτα πίσω του.
Μόλις ο Σβιέτλομπουργκ έμεινε μόνος του στο κελί, μια άγνωστη δύναμη τον έσπρωξε να καθίσει στο στρώμα του και ν’ αρχίσει να γράφει ένα γράμμα στο κορίτσι που αγαπούσε και κείνο, αδιάφορο αν διαφωνούσανε στις πολιτικές πεποιθήσεις. Στην τελευταία αυτή επιστολή, ο κατάδικος προσπαθούσε ν’ αποδείξει στην αγαπημένη του γιατί έλαβε μέρος στο επαναστατικό κίνημα της Ρωσίας και γιατί πέθαινε με τη συνείδηση ήσυχη ότι έκανε το καθήκον του απέναντι του καταδυναστευομένου λαού.
Αφού σφράγισε το γράμμα, ο Σβιέτλομπουργκ άνοιξε ένα Ευαγγέλιο, που του το έδωσε ο επιστάτης και άρχισε να το ξεφυλλίζει, διαβάζοντας εδώ κ’ εκεί διάφορες περικοπές. Άλλοτε, όταν ολόκληρη τη σκέψη του την απασχολούσε η οργάνωση του επαναστατικού κινήματος, δεν έδινε ποτέ προσοχή στα ιερά βιβλία. Σώρα όμως, που του δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσει το Ευαγγέλιο, μέσα στη μόνωση του κελιού του, βρήκε σ’ αυτό πολλές αλήθειες που του προξένησαν κατάπληξη με τη δύναμη και την παραστατικότητά τους. Ιδιαιτέρως του άρεσαν τα σημεία εκείνα, στα οποία γινότανε λόγος για τον θάνατο και τη μέλλουσα ζωή…
Πέρασε έτσι κάμποση ώρα. Σο Ευαγγέλιο έπεσε, ξαφνικά, απ’ τα χέρια του Σβιέτλομπουργκ. Και ο μελλοθάνατος, γέρνοντας το κεφάλι του στο σκληρό προσκέφαλό του, έπεσε σ’ έναν βαθύ ύπνο… Η τελευταία σκέψη που έκανε, πριν κλείσει τα μάτια του, ήταν πολύ παρηγορητική: Φαντάστηκε πως ή θα του έδιναν χάρη ή θα ερχόντουσαν οι σύντροφοί του να τον γλιτώσουν από τα χέρια των δημίων του.
Θα ήταν η ώρα έξι το πρωί, όταν ο Σβιέτλομπουργκ ξύπνησε απότομα από ένα παράξενο θόρυβο. Ανακάθισε στο στρώμα του, τέντωσε τ’ αυτί του και ξεχώρισε κρότο πολλών βημάτων. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά… Ένα κλειδί μπήκε στην κλειδαρότρυπα της πόρτα του κελιού. Ένα παραπονετικό τρίξιμο ακούστηκε, η θύρα άνοιξε και μπήκανε μέσα ο επιστάτης των φυλακών, ακολουθούμενος από δυο μουζίκους, τους βοηθούς του δημίου, τρεις στρατιώτες και τον παπά.
«Ντύσου!» είπε ο επιστάτης στον κατάδικο, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει στα μάτια.
Ο Σβιέτλομπουργκ υπάκουσε σαν μικρό παιδάκι. Ένοιωθε ένα σιδερένιο χέρι να του σφίγγει το λαιμό κ’ ένα ανυπόφορο πόνο στην καρδιά. Ωστόσο, το θεώρησε περιττό να κλάψει, να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί, γιατί είχε ακόμα τη βεβαιότητα πως δεν ήταν δυνατό να τον θανατώσουν, αφού δεν είχε βλάψει κανένα!
Ανέβηκαν όλοι μαζί σ’ ένα κάρο, που περίμενε έξω από τις φυλακές, και ξεκίνησαν για τον τόπο της εκτελέσεως.
Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό του Μαΐου. Η φύση όλη έλαμπε και γελούσε από τη χαρά της.
Ο Σβιέτλομπουργκ κοίταζε τους διαβάτες που του έριχναν βλέμματα περιφρονήσεως και οργής —ενώ το κάρο περνούσε από τους δρόμους της μικρής πολιτείας— και ξαφνικά, έκανε χωρίς να το θέλει την εξής σκέψη:
«Γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι με κοιτάνε τώρα με τόσο μίσος;… Τι κακό τους έκανα; Ο τσάρος με καταδίκασε σε θάνατο, επειδή αγωνιζόμουν για το καλό αυτών των ανθρώπων κι αυτοί με κοιτάζουν τώρα περιφρονητικά, χωρίς να εκτιμούν τη θυσία μου… Υπήρχε κανένας λόγος να θυσιαστώ γι’ αυτούς τους αχάριστους;
Το κάρο εξακολουθούσε να προχωρεί.
Στα παράθυρα των σπιτιών παρουσιαζόντουσαν διάφοροι περίεργοι, για να δουν τον μελλοθάνατο. Μερικοί από αυτούς έκαναν το σταυρό τους. Μα οι περισσότεροι, του έριχναν ένα βλέμμα αδιαφορίας και ξανάμπαιναν μέσα, κλείνοντας με δύναμη το παράθυρο.
Ξαφνικά τα βλέμματα του Σβιέτλομπουργκ συναντήθηκαν με τις τρομαγμένες ματιές ενός μικρού παιδιού, που στεκότανε δίπλα στη μητέρα του, στη γωνιά ενός δρόμου. Ο μελλοθάνατος χαμογέλασε στο μικρό και του έστειλε έναν χαιρετισμό με μια κίνηση του χεριού του… Ο μικρός ξεθαρρεύτηκε και του χαμογέλασε και αυτός. Σο αφελές χαμόγελο του έκανε την ψυχή του ΢βιέτλομπουργκ να πλημμυρίσει από αγαλλίαση…
Όταν η θλιβερή συνοδεία έφτασε τέλος, στον τόπο της εκτελέσεως, κατέβασαν τον κατάδικο από το κάρο. Σο πρώτο πράγμα που είδε τότε μπροστά του ο μελλοθάνατος, ήταν μια αγχόνη, στημένη λίγο παραπέρα. Σο θέαμα αυτό ερέθισε τον αποκοιμισμένο κάπως πόνο του. Ο ΢βιέτλομπουργκ ανατρίχιασε σύγκορμος… Ψστόσο, δεν άργησε να ξαναβρεί την ψυχραιμία του και άρχισε να προσεύχεται. Σα χείλη του αναδευόντουσαν με νευρικές κινήσεις.
«Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς…»
Σην προσευχή αυτή του την είχαν μάθει όταν ήταν μικρό παιδάκι και την ξαναθυμήθηκε τώρα τελευταία, στη φυλακή, διαβάζοντας ένα παλιό θρησκευτικό βιβλίο.
«Γεννηθήτω το θέλημά σου, ως εκ ουρανώ και επί της γης…»
Ο ΢βιέτλομπουργκ δεν είχε πιστέψει ποτέ στα θεία. ΢υνήθιζε, μάλιστα, να κοροϊδεύει τους ανθρώπους που έδειχναν υπερβολική θρησκευτική πίστη. Και τώρα ακόμα, στις υπέρτατες αυτές στιγμές της ζωής του, εξακολουθούσε να μην πιστεύει σε Θεό, γιατί δεν μπορούσε να κατανοήσει το μεγαλείο της ανώτατης αυτής δυνάμεως. Μα ήταν τόσο βαθειά ταραγμένες, ώστε ένοιωθε την ανάγκη ν’ απευθυνθεί σε κάποιον, να πει σε κάποιον τον πόνο του. Και γι’ αυτό η προσευχή βγήκε αυθόρμητα από τα χείλη του!
Οι βοηθοί του δημίου έπιασαν τον μελλοθάνατο κάτω από τις μασχάλες και τον βοήθησαν ν’ ανέβει στην πρόχειρη εξέδρα, στην οποία ήταν στημένη η αγχόνη. Ο παπάς τους ακολούθησε, κρατώντας ένα σταυρό στο τρεμάμενο χέρι του. Πλησίασε τον κατάδικο, ακούμπησε σχεδόν το σταυρό στο μέτωπό του και άρχισε να ψιθυρίζει μια προσευχή.
«Άφησε, παπά μου, άφησε!...» του είπε ο Σβιέτλομπουργκ, χαμογελώντας μελαγχολικά. «Εσύ πιστεύεις, εγώ δεν πιστεύω. Εξάλλου, δεν έχω ανάγκη να πιστεύω. Δεν χρειάζομαι πια τίποτα αυτή τη στιγμή…»
Ωστόσο, ο παπάς εξακολούθησε:
«Ο Θεός ο οικτίρμων και πολυεύσπλαχνος…»
«Ευχαριστώ, παπά μου!» τον διέκοψε και πάλι ο μελλοθάνατος. «Σ’ ευχαριστώ, παπά μου, από τα βάθη της καρδιάς μου…»
Άρπαξε ύστερα ξαφνικά το χέρι του παπά, το ‘σφιξε με δύναμη, τον φίλησε και ύστερα γύρισε αλλού το κεφάλι του.
Την ίδια στιγμή, ένας χωρικός με κοντή κόκκινη γενειάδα, πλησίασε τον Σβιέτλομπουργκ, με ύφος πολυάσχολου ανθρώπου. Οι ψηλές μπότες του έτριζαν πάνω στα σανίδια της εξέδρας. Φωρίς να πει τίποτα, βγάζοντας μονάχα από το ανοιχτό στόμα του μια ανυπόφορη μυρωδιά κρασίλας, άρπαξε τον μελλοθάνατο, με τα ιδρωμένα χέρια του, από τα μπράτσα, κάτω από τους αγκώνες, και του τα ‘σφιξε με τόση δύναμη, ώστε τον έκανε να ξεφωνίσει από τον πόνο. Κατόπιν, ο μεθυσμένος χωρικός δίπλωσε τα μπράτσα του ΢βιέτλομπουργκ πίσω από τις πλάτες του και του τα έδεσε μ’ ένα σχοινί. Ο κατάδικος θέλησε να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί, να πει ότι δεν υπήρχε λόγος να τον μεταχειρίζονται με τόση βαναυσότητα. Μα δεν πρόφτασε ν’ ανοίξει το στόμα του. Ο δήμιος —γιατί αυτός ήταν ο μεθυσμένος μουζίκος με την κόκκινη γενειάδα— τον ανάγκασε να κάνει δυο βήματα μπροστά.
Ο κατάδικος κατάλαβε τότε πως έφτασε το τέλος του. Και ξαναδοκίμασε την εντύπωση που ένοιωσε και όταν άκουγε την καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου, ότι δηλαδή ζούσε τότε τις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής του. Δεν είχε όμως, ακόμα, σαφή συναίσθηση τι επρόκειτο να γίνει — ή, μάλλον, δεν τολμούσε να το φανταστεί.
Η τελευταία φράση που θυμήθηκε και ψιθύρισε τη στιγμή αυτή, ήταν:
«Εις σε παραδίδωμι το πνεύμα μου…»
Διαισθανότανε, ότι σε λίγο θα γινότανε μια τρομακτική αλλαγή στη ζωή του, μια αλλαγή την οποία καμιά δύναμη στον κόσμο δεν θα μπορούσε να την μαλακώσει ή να την αποτρέψει…
Παρ’ όλες όμως τις εντατικές, τις οδυνηρές προσπάθειές του, δεν μπορούσε να κατανοήσει τη σημασία αυτής της αλλαγής.
Η αλήθεια είναι, ότι η σκέψη του δεν έβρισκε τίποτα το τρομερό στο θάνατο. Μα το ένστικτό του, οι πλούσιοι χυμοί που κυκλοφορούσανε στο νεανικό άλκιμο σώμα του, δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι ήταν δυνατόν να κοπεί απότομα το νήμα που τους συγκρατούσε με τον ήλιο, με τον αέρα, με τη χαρά της ζωής.
Και ολόκληρη η ύπαρξη του Σβιέτλομπουργκ επάλευε απεγνωσμένα κατά του θανάτου ως την τελευταία της στιγμή…
Και όταν έφτασε η τελευταία αυτή στιγμή, όταν ο δήμιος πέρασε τη θηλειά από το λαιμό του καταδίκου και τον έσπρωξε ύστερα στο κενό, ο Σβιέτλομπουργκ έβγαλε ένα σπαραχτικό ξεφωνητό κι έκανε ν’ απλώσει τα χέρια του. Μα τα χέρια του ήσαν δεμένα πισθάγκωνα και δεν μπορούσε να πιάσει το σιδερένιο χέρι που τον έσφιγγε από τον λαιμό!...
Ο δήμιος τον έσπρωξε για μια ακόμα φορά στο κενό…
Μια δυνατή καμπανοκρουσία αντήχησε τότε στ’ αυτιά του Σβιέτλομπουργκ. Σο κεφάλι του πλημμύρισε αίμα. Σο σιδερένιο χέρι του έσφιξε το λαιμό με υπεράνθρωπη δύναμη και, ξαφνικά, ο κατάδικος δοκίμασε μια αίσθηση χαράς και λυτρωμού!
Ο δήμιος θέλοντας να βεβαιωθεί ότι εξετέλεσε καλά το καθήκον του, κρεμάστηκε από τα πόδια του πτώματος και τα τράβηξε απότομα προς τα κάτω. Έμεινε έτσι ικανοποιημένος από τον εαυτό του, γιατί εξακρίβωσε πως ο κατάδικος πέθανε χωρίς να υποφέρει πολύ. Μακάρι να ήσαν όλοι οι δήμιοι τόσο ευσυνείδητοι στη δουλειά τους. Μακάρι…
Ύστερ’ από μια ώρα, κατέβασαν το πτώμα από την αγχόνη και το μετέφεραν σ’ ένα κοιμητήριο, στο οποίο δεν πατούσε ποτέ το πόδι του παπάς, σ’ ένα κοιμητήριο στο οποίο έθαβαν μονάχα τους επαναστάτες, τους εγκληματίες και τους αυτόχειρες.

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

ΓΚΥ ΝΤΕ ΜΩΠΑΣΑΝ: ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ ΤΟΥ ΒΟΣΚΟΥ


Γκυ ντε Μωπασάν

                   ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ ΤΟΥ ΒΟΣΚΟΥ

     Από τη Διέππη ίσαμε τη Χάβρη, η ακτή είναι συνεχώς απόκρημνη, έχει ύψος εκατό περίπου μέτρα και είναι ίσια σαν τείχος. Εδώ κι εκεί, αυτή η μεγάλη σειρά άσπρων βράχων, χαμηλώνει απότομα, και τότε βλέπεις μια μικρή στενή κοιλάδα με απότομες πλαγιές, καλυμμένες με γρασίδι και παραθαλάσσια σκίνα, να κατεβαίνει από το καλλιεργημένο πλάτωμα προς μια παραλία με βότσαλα, όπου απολήγει μέσα από μια σούδα όμοια με κοίτη χειμάρρου. Η φύση διαμόρφωσε αυτές τις κοιλάδες, και οι νεροποντές τις ολοκλήρωσαν με αυτά τα φαράγγια, τέμνοντας ό,τι απόμεινε από την απόκρημνη ακτή, σκάβοντας ως τη θάλασσα τις ρεματιές που χρησιμεύουν για πέρασμα στους ανθρώπους.
     Που και που κάποιο χωριό κουρνιάζει σ’ αυτά τα λαγκάδια όπου χυμάει με ορμή ο άνεμος του πελάγους.
     Πέρασα το καλοκαίρι σε μιαν από αυτές τις θαλασσοφαγωμένες ακτές, στο σπίτι ενός χωρικού, που, όπως ήταν στραμμένο προς τη θάλασσα, μου επέτρεπε να βλέπω από το παράθυρό μου ένα μεγάλο γαλάζιο τρίγωνο νερού, πλαισιωμένο από τις πράσινες κατωφέρειες της κοιλάδας και κατάστικτο από άσπρα πανιά κάθε φορά που περνούσαν στ’ ανοιχτά, λουσμένα στον ήλιο.
     Ο δρόμος που οδηγούσε στη θάλασσα ακολουθούσε το βάθος του φαραγγιού και βυθιζόταν ξαφνικά ανάμεσα σε δυο τοιχώματα από ασβεστόλιθο, γινόταν σαν βαθιά αυλακιά, προτού καταλήξει σε μια ωραία απλωσιά από κροκάλες που τις κύλησε, τις στρογγύλεψε και τις λείανε το προαιώνιο χάδι των κυμάτων.
     Αυτό το στενόστρατο ονομάζεται «το πήδημα του βοσκού».
     Ακούστε τώρα την τραγική ιστορία που του έδωσε αυτό το όνομα.

                                                       *

     Διηγούνται ότι άλλοτε το χωριό αυτό το διαφέντευε ένας νεαρός ιερέας, αυστηρός και βίαιος. Είχε αποφοιτήσει από την ιερατική σχολή γεμάτος μίσος γι’ αυτούς που ζούνε σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους και δεν ακολουθούν τους νόμους του δικού του Θεού. Άκαμπτης αυστηρότητας για τον ίδιο του τον εαυτό, επέδειξε αμείλικτη αδιαλλαξία για τους άλλους. Ένα προπαντός πράγμα τον εξόργιζε και τον αηδίαζε: ο έρωτας. Αν ζούσε στις πόλεις, ανάμεσα σε πολιτισμένους και εκλεπτυσμένους ανθρώπους, οι οποίοι κρύβουν πίσω από τα λεπτεπίλεπτα πέπλα του συναισθήματος και της τρυφερότητας τις ζωώδεις πράξεις που επιβάλλει η φύση, αν εξομολογούσε μέσα στο ημίφως των μεγαλοπρεπών καθεδρικών ναών τις παρφουμαρισμένες αμαρτωλές, που τα λάθη τους μοιάζουν να μετριάζονται από τη χάρη της πτώσης τους και την εξιδανίκευση με την οποία περιβάλλουν το φυσικό φίλημα, δεν θα είχε ίσως νοιώσει αυτήν την τρελή αναστάτωση, αυτήν την ανεξέλεγκτη οργή που τον καταλάμβανε μπροστά στο βρομερό σμίξιμο των κουρελήδων μέσα στη λάσπη ενός χαντακιού ή πάνω στ’ άχυρα ενός στάβλου.
     Τους παρομοίαζε με κτήνη αυτούς τους ανθρώπους που αγνοούσαν παντελώς την αγάπη και έσμιγαν μονάχα με τον τρόπο των ζώων, και τους μισούσε για τη χυδαιότητα της ψυχής τους, για τον ρυπαρό κορεσμό των ενστίκτων τους, ακόμη και για την αηδιαστική ευθυμία των γεροντότερων από αυτούς όταν μιλούσαν γι’ αυτές τις σιχαμερές απολαύσεις.
     Ίσως κιόλας να βασανιζόταν, άθελά του, από το άγχος ανικανοποίητων ορέξεων και να καταδυναστευόταν κρυφά απ’  την πάλη του επαναστατημένου κορμιού του ενάντια στο τυραννικό και πουριτανικό πνεύμα.
    Πάντως, κάθε τι που σχετιζόταν με τη σάρκα τον δαιμόνιζε, τον έκανε έξω φρενών, και τα σφοδρά κηρύγματά του, γεμάτα απειλές και τρομερούς υπαινιγμούς, έκαναν να σαρκάζουν οι κοπέλες και οι νεαροί που ανταλλάσσανε μεταξύ τους κλεφτές ματιές στην εκκλησία, και οι χωριάτες με την μπλε μπλούζα και οι γυναίκες τους με τη μαύρη μπέρτα έλεγαν στο τέλος της λειτουργίας, καθώς επέστρεφαν στα χαμόσπιτά τους, που η καπνοδόχος έστελνε στον ουρανό τολύπες γαλάζιου καπνού: «Δε χωρατεύει με τέτοια πράγματα ο παπάς».
     Μια φορά μάλιστα, για το τίποτα, φρένιασε σε βαθμό τρέλας. Πήγαινε να δει κάποιαν άρρωστη. Μόλις μπήκε, που λέτε, στην αυλή της αγροικίας, είδε ένα τσούρμο παιδιά, του σπιτιού και των γειτόνων, μαζεμένα γύρω από το σπιτάκι του σκύλου. Κοίταζαν όλο περιέργεια κατιτί, ακίνητα και σιωπηλά, με τεταμένη προσοχή. Ο παπάς σίμωσε. Ήταν η σκύλα που γεννούσε. Μπρος στο σπιτάκι της, πέντε κουτάβια μάρμαζαν γύρω από τη μάνα τους, που τα έγλυφε στοργικά, και τη στιγμή που ο παπάς τέντωνε το κεφάλι του για να κοιτάξει κι αυτός πάνω από τα κεφάλια των παιδιών, γεννήθηκε κι ένα έκτο κουταβάκι. Όλα τα χαμίνια βάλθηκαν τότε κατενθουσιασμένα να φωνάζουν χτυπώντας παλαμάκια: «Κι άλλο ένα, να κι άλλο ένα». Ήταν ένα παιχνίδι γι’ αυτά, ένα φυσικό παιχνίδι όπου τίποτα το ακάθαρτο δεν υπεισερχόταν. Παρακολουθούσαν αυτήν την γέννηση όπως θα παρατηρούσαν τα μήλα να πέφτουν. Όμως ο άντρας με το μαύρο ράσο συσπάστηκε από αγανάκτηση και, χάνοντας κάθε έλεγχο, σήκωσε τη μεγάλη μπλέ ομπρέλα του και άρχισε να κοπανάει τα παιδιά, που σκόρπισαν πιλαλώντας. Τότε, μένοντας ολομόναχος με την ετοιμόγεννη σκύλα, άρχισε να την χτυπάει και δώσ’ του να την χτυπάει. Η σκύλα, καθώς ήταν δεμένη, δεν μπορούσε να το σκάσει, και, ενώ σπάραζε βογκώντας, ο παπάς ανέβηκε πάνω της, την ποδοπάτησε, την έκανε να φέρει στον κόσμο ένα τελευταίο κουτάβι και την αποτέλειωσε με χτυπήματα της φτέρνας. Κατόπιν την παράτησε αιμόφυρτη ανάμεσα στα νεογέννητα που έσκουζαν ζητώντας κιόλας να βυζάξουν.
     Έκανε μακρινούς περιπάτους, ολομόναχος, με γοργό βήμα, μεγάλες δρασκελιές και αγριεμένη θωριά.
     Εκεί που επέστρεφε, κάποια μαγιάτικη βραδιά, από έναν μακρινό περίπατο, και ακολουθούσε την απόκρημνη ακτή, για να γυρίσει στο χ  ωριό, τον έπιασε στο δρόμο δυνατό χαλαζόβροχο. Δεν υπήρχε σπίτι, παντού η γυμνή ακτή που η μπόρα την τρυπούσε με υδάτινα βέλη.
     Η τρικυμισμένη θάλασσα άφριζε, και τα βαριά μαύρα σύννεφα, που έρχονταν γοργά από τον ορίζοντα, έκαναν τη βροχή να δυναμώνει. Ο αγέρας σφύριζε, φυσομανούσε, πλάγιαζε τις νέες σοδειές και παράσερνε τον ιερέα που είχε γίνει παπί, κολλούσε το μουσκεμένο του ράσο στους μηρούς του και γέμιζε με βόμβο τ’ αυτιά και με αχό την ταραγμένη του καρδιά.
     Ξεσκέπασε το κεφάλι του, αφήνοντας το μέτωπό του στην καταιγίδα και σιγά σιγά πλησίαζε τον κατήφορο για το χωριό. Όμως τον πρόφτασε ένα τέτοιο δρολάπι, που δεν μπορούσε πια να προχωρήσει. Έξαφνα πήρε το μάτι του πλάι σ’ ένα μαντρί την κινητή καλύβα ενός βοσκού. Έτρεξε προς τα κει να βρει καταφύγιο.
     Τα σκυλιά που τα μαστίγωνε η ανεμοζάλη δεν σάλεψαν καθώς τα πλησίασε, κι έτσι έφτασε ίσαμε το ξύλινο καλύβι, κάτι σαν παράπηγμα πάνω σε ρόδες, που οι τσοπαναραίοι σέρνουν το καλοκαίρι από το ‘να βοσκοτόπι στο άλλο.
     Πατώντας σ’ ένα σκαμνί, έφτανες στη χαμηλή πόρτα που ήταν ανοιχτή και άφηνε να φαίνεται η ψάθα που ήταν στρωμένη μέσα.
     Ο παπάς ετοιμαζόταν να μπει όταν διέκρινε στο μισοσκόταδο δυο ερωτευμένους να χαϊδολογούνται. Τότε έκλεισε απότομα την πόρτα και την μαντάλωσε, ύστερα ζεύτηκε τα μπράτσα κυρτώνοντας το αχαμνό κορμί του, τραβώντας σαν άλογο και λαχανιάζοντας μεσ’ στο καταμουσκεμένο ράσο του, έτρεξε παρασύροντας προς την απότομη ακτή, τη θανάσιμη ακτή, τους νέους ερωτευμένους που πιάστηκαν στα πράσα σφιχταγκαλιασμένοι και που χτυπούσαν τώρα τα τοιχώματα με τις γροθιές τους, νομίζοντας αναμφίβολα πως κάποιος περαστικός τους έκανε φάρσα.
     Σαν έφτασε στην κορυφή της πλαγιάς, ξαμόλησε την ελαφριά κατοικία που άρχισε να ροβολάει την απότομη κατηφοριά.
     Η άμαξα επιτάχυνε την πτώση της, καθώς παρασυρόταν ξέφρενα από το βάρος της, κατρακυλώντας όλο και πιο γρήγορα, πηδώντας, σκοντάφτοντας σαν ζώο, χτυπώντας τη γη με τα μπράτσα της.
     Κάποιος γεροζητιάνος κουρνιασμένος μέσα σ’ ένα χαντάκι, την είδε να περνάει με φόρα πάνω από το κεφάλι του και άκουσε φρικιαστικές κραυγές να βγαίνουνε από αυτό το ξύλινο κιβώτιο.
     Ξαφνικά έχασε η άμαξα μια ρόδα που αποσπάστηκε εξαιτίας του τράκου, έγειρε στο πλάι και άρχισε να κατρακυλάει σαν τόπι, όπως θα κατρακυλούσε ένα ξεθεμελιωμένο σπίτι από μια βουνοκορφή ύστερα, φτάνοντας στο φρύδι του τελευταίου γκρεμού, τινάχτηκε διαγράφοντας καμπύλη και, πέφτοντας στο βάθος, τσακίστηκε σαν αβγό.
     Τους περιμάζεψαν και τους δύο εραστές συνθλιμμένους, κομματιασμένους, με τσακισμένα όλα τους τα μέλη, αλλά πάντοτε αγκαλιασμένους, με τα χέρια του ενός τυλιγμένα στο λαιμό του άλλου, μές στον τρόμο τους ή στην ηδονή.
     Ο παπάς αρνήθηκε να επιτρέψει την είσοδο των πτωμάτων τους στην εκκλησία και να ευλογήσει τα φέρετρά τους.
     Και την Κυριακή στο θείο κήρυγμα, μίλησε με παραφορά για την έβδομη εντολή του Θεού, απειλώντας τους ερωτευμένους μ’ ένα εκδικητικό και μυστηριώδες χέρι και αναφέροντας το τρομερό παράδειγμα των δύο δυστυχισμένων που σκοτώθηκαν την ώρα πάνω που αμάρταιναν.
     Εκεί που έβγαινε όμως από την εκκλησία, τον συνέλαβαν δύο χωροφύλακες.
     Ένας τελωνοφύλακας που παραφύλαγε μέσα σ’ ένα παρατηρητήριο, είχε δει τα πάντα. Ο παπάς καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα.

                                                        *

     Κι ο χωρικός που μου διγήθηκε την ιστορία πρόσθεσε σοβαρά: «Τον είχα γνωρίσει, εγώ, κύριε. Ήτανε τραχύς άνθρωπος και δεν του άρεσαν οι ξετσιπωσιές

___________________________________
Από τη συλλογή «Γκυ ντε Μωπασάν: Επίλεκτα Διηγήματα. Μετάφραση Φοίβος Ι. Πιομπίνος. Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ. 2005

Πληκτρολόγηση: Δημήτρης Κουκουλάς 19.03.2020