Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2020

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ: Το Γάλα



Γιώργος Ιωάννου


                                                               Το Γάλα (απόσπασµα)

 Γάλα έχω χρόνια να πιω. Μου λένε πως το απεχθάνονται κυρίως οι µπεκρήδες. Μισώ κατά βάθος τους µπεκρήδες και τα πιοτά. Πολλούς παρόµοιους τύπους είδα στη ζωή µου και τους σιχάθηκα. Είµαι εξαιρετικά ευαίσθητος σí αυτό το θέµα. Τον καιρό της µεγάλης πείνας το γάλα, µαζί µε µερικά άλλα τρόφιµα, ήταν η µεγάλη ιδέα µου. ∆εν ξέρω πώς έγινε και τώρα το έχω ξεχάσει, χωρίς όµως να πάψω να το σέβοµαι ως κάτι το ιερό. Η λησµοσύνη µου αυτή δεν οφείλεται στα πιοτά. Παραχόρτασα ίσως και δόξα τω θεώ δεν έχω για πολλά χρόνια αρρωστήσει. Τρεις ή µάλλον δυο φορές µας έδωσαν όλο κι όλο τότε γάλα µε το δελτίο. Την τρίτη φορά πήγα αλλά µαταιώθηκε η διανοµή. Πήγαινα σí ένα γαλατάδικο µακρινό, στην άλλη άκρη. Το µοίραζαν απόγευµα, έπρεπε όµως να πας να πιάσεις ουρά σχεδόν απí το µεσηµέρι. Θυµάµαι πολύ ζωηρά την τρίτη και τελευταία µετάβασή µου στο ελεεινό αυτό γαλατάδικο. Έφτασα νωρίς εκεί και µπήκα αµέσως στην ουρά, που ήταν κιόλας µεγάλη. Το χτεσινό πάθηµα πολλών είχε γίνει µάθηµα σε όλους. Το στρίµωγµα εξαιτίας και του κρύου ολοένα µεγάλωνε. Ο γαλακτοπώλης όµως δε φαινόταν νí ανοίξει το γαλατάδικο. Στο µεταξύ έγιναν κάνα δυο επεισόδια λόγω της στενής επαφής µας. Παρí όλη την πείνα, όπως θα θυµούνται ελπίζω πολλοί, άνθιζε και λουλούδιζε τότε στις ουρές το κολλητήρι. Κάποια στιγµή ο γαλακτοπώλης µε το καρότσι του φάνηκε. Έρχονταν όµως πολύ γρήγορα και τα γκιούµια χοροπηδούσαν. Σαν έφταξε κοντά, µας φώναξε: ´Χύθηκε το γάλα στο δρόµοª. Κανείς δε διαµαρτυρήθηκε. Έλεγαν άλλωστε πως είναι ταγµατασφαλίτης. Τη νύχτα γυρνούσε και σκότωνε. ∆ιαλύσαµε περίλυποι την ουρά και πήραµε τους δρόµους. Ήταν φανερό πως είχε τελειώσει κι αυτή η υπόθεση. Ήµουν απαρηγόρητος. Στο γυρισµό άλλαξα δροµολόγιο για να µην ξαναπεράσω από κάτι πεθαµένους που είχα δει πρωτύτερα. Τους είχαν παρατήσει, ποιος ξέρει γιατί, εκεί που αρχίζει σήµερα η έκθεση κι ακριβώς στο σηµείο, θαρρώ, όπου τώρα υψώνεται το τεράστιο µοντέρνο γλυπτό που εκφράζει, καθώς λένε οι ειδικοί, την αιώνια ορµή του ανθρώπου για πρόοδο και ανάταση. Ήταν ένα µεγάλο ορθογώνιο κασόνι και τους είχαν µέσα πρόσωπο µε πρόσωπο. Επιστρέφοντας αργά από άλλους δρόµους γρήγορα ξεχάστηκα κι άρχισα, όπως συνήθως, να ονειρεύοµαι φαγητά. Τα φαγιά που τρώγαµε τότε ήταν κάτι απίστευτα πράγµατα. Όλα έµοιαζαν µε κάτι το προπολεµικό, µα κανένα δεν ήταν ακριβώς το ίδιο. Θαρρείς και το παν ήταν να διατηρηθεί η ονοµασία. Για το κατσαµάκι όµως ονοµασία ευγενική δε βρέθηκε. Θα , ξιζε να γραφτεί µια µελέτη για τα φαγιά της κατοχής. ∆εν αποκλείεται µερικά να γίνουν και της µόδας, όλα να τα περιµένεις. Τα πιο πολλά είχαν για βάση τους το καλαµπόκι. Είναι µυστήριο πράγµα από που ξεφύτρωσε ξαφνικά τόσο πολύ καλαµπόκι. Ακόµη και στις εκκλησίες αντίδωρο καλαµποκίσιο µοιράζανε. Όλοι έσπευδαν να πάρουν. Θυµάµαι ένα σωρό γωνιές που είδα ανθρώπους να πέφτουν. Περνώντας τους ξαναφέρνω στη µνήµη µου λέγοντας µια ευχή. Αν ήµασταν άνθρωποι, θα , πρεπε σε µερικά έστω σηµεία να υπάρχει κάτι, ένα σηµάδι για µαρτυρία και υπενθύµιση. Σε µια µεγάλη απεργία προπολεµική, εκεί όπου είχαν πέσει απεργοί, πάνω στα ξερά αίµατα, οι φίλοι τους και σύντροφοί τους είχαν βάλει από µια τραγιάσκα κι ένα κουλούρι. Σχεδόν αµέσως, βέβαια, εξαφανίστηκαν αγρίως όλα αυτά. Πολλοί άνθρωποι έχουν πεθάνει στους δρόµους αυτής της πόλης. Νοµίζω πως µε έχουν σώσει τα όνειρα, τα οράµατά µου µάλλον. Τότε µε είχε πιάσει µεγάλη µανία µε το γάλα και το κακάο. Φανταζόµουν καζάνια ολόκληρα µε γάλα και κακάο να τí ανακατεύω µε µια τεράστια ξύλινη χοντρή κουτάλα και να µε τυλίγει η θεσπέσια εκείνη ευωδιά. Έριχνα, βέβαια, µέσα και άφθονη ζάχαρη, γνήσια, όχι ζαχαρίνη, που τόση ζηµιά έκανε στην ερωτική ικανότητα πολλών. Ανεβοκατέβαζα συνεχώς τις δόσεις ώσπου στο τέλος µπούχτιζα, βαρυστοµάχιαζα σχεδόν, απí τα τόσο βαριά πράγµατα που έτρωγα µε το νου µου. Ο διεθνής ερυθρός σταυρός, ευτυχώς, µας µοίρασε µερικές φορές απí όλα αυτά τα πράγµατα. Τι έγιναν άραγε όλοι εκείνοι οι σεµνοί ξένοι που µε τόση κρυφή συγκίνηση κοίταζαν εµάς τα παιδιά όταν πηγαίναµε να πάρουµε τα είδη; Πολλές φορές τους πρόσεξα να µου ζυγιάζουν πολύ παραπάνω κάνοντας µάλιστα και τον αυστηρό. Όλοι τους έχουν λησµονήσει. Αν σκότωναν ανθρώπους, θα ήταν σήµερα πασίγνωστοι, ίσως και δοξασµένοι. Αλλά τι να µας κάνουν τα τρόφιµα του ερυθρού σταυρού; Η τροφή ήταν µια καθηµερινή υπόθεση που µόνο µια γεµάτη αγορά µπορούσε να τη λύσει. Γιí αυτό κι εγώ είχα καταφύγει στη φαντασία. Χρόνια και χρόνια, κι όχι µονάχα στην κατοχή, τέτοια ήταν τα νεανικά µου όνειρα. Όλο για φαγιά, για ψωµιά, για ρούχα και παπούτσια. ∆ε µου έµενε δυστυχώς καιρός ούτε ικµάδα για πράγµατα υψιπετή και λεπτεπίλεπτα. Αργά το διαπιστώνω, τι κρίµα! Ενώ κάτι συνοµήλικοί µου από χωριά ή πλουσιόσπιτα είναι σήµερα µέχρι λιποθυµίας λεπταίσθητοι ó και τι ντροπή! ó ακόµα και µπλαζέδες..

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2019

ΠΩΣ ΑΥΤΟΣ Ο ΕΥΤΡΑΦΗΣ ΚΥΡΙΟΣ ΜΕ ΤΟ ΕΛΚΗΘΡΟ ΕΣΒΗΣΕ ΤΗ ΦΑΤΝΗ!








     Ολόκληρο το αφήγημα των Χριστουγέννων έχει πλέον ισοπεδωθεί κάτω από έναν αχαλίνωτο καταναλωτισμό που τέτοιες μέρες υποδαυλίζεται άγρια από τις φωταψίες και τις διαφημίσεις της τηλεόρασης και όλων των υπόλοιπων μίντια. Δώρα, δώρα, δώρα και παιχνίδια πολλά παιχνίδια, θα προστεθούν στις κατάφορτες από τέτοια πράγματα παιδικές κρεβατοκάμαρες. Εκατοντάδες εκατομμύρια τόνοι πλαστικούρας, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, ανοίγουν νέες πληγές πάνω στο σώμα του κουρασμένου πλανήτη μας. Δάση βουνά και θάλασσες δεινοπαθούν.
      Και πως εμείς που μεγαλώσαμε στην επαρχία της προ TV εποχής να μην κατακλυζόμαστε από τη νοσταλγία αυτών των ημερών. Ζώντας μέσα στα άχυρα και τ’ αχούρια μαζί με άλογα μουλάρια πρόβατα και κατσίκες, νιώθαμε ιδιαίτερη χαρά σκεπτόμενοι πως το παιδάκι του Θεού γεννήθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον σαν το δικό μας. Και όταν στις 5 η ώρα το χάραμα βάραγε η καμπάνα και πηγαίναμε για την εκκλησία μέσα στην παγωνιά, σηκώναμε δειλά-δειλά το κεφάλι προς τον ουρανό μήπως και δούμε τo αστέρι των Μάγων.
     Όσο για δώρα, τα δέκα μπαλόνια με ένα πενηνταράκι, που είχανε πάνω τους ζωγραφισμένες δυο καμπάνες και άστρα, μας ήταν αρκετά. Την Πρωτοχρονιά ο πενιχρός μπουλαμάς από τους μεγάλους που περιλάμβανε ακόμη και τρύπιες δεκάρες. Από τον Αγιοβοσίλη, έτσι αδυνατούλη με ρουφηγμένα μάγουλα που τον βλέπαμε στην εικόνα, δεν περιμέναμε τίποτα παραπάνω από το ψεύτικο
φλουρί της πίτας.
     Τέλος, η νηστεία της σαρακοστής που την κρατάγανε όλες οι οικογένειες ανέβαζε τις προσδοκίες του γιορτινού τραπεζιού. Τα Χριστούγεννα είχε κάποια ποικιλία από σπίτι σε σπίτι με πιο σύνηθες το χοιρινό με σέλινο αυγολέμονο. Ενώ την παραμονή της Πρωτοχρονιάς σε όλα τα σπίτια κόκορας με χυλοπίτες.
Με τούτα και με τ’ άλλα άντε και: ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΕΣ ΤΟ ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ! (όπως το λέγαμε τότε)

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2019

ΕΝΑ ΠΕΡΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΛΙΑΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΕΚΠΛΑΓΕΙΤΕ ΣΦΟΔΡΑ ΜΑΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΝ ΣΤΓΓΡΑΦΕΑ ΤΟΥ



    «Οι αστυνομικοί κατά την υπηρεσίαν αυτών έχοντες ισχύν εξοικειούνται περί την χρήσιν βίας και κτώνται ροπήν προς αυτήν. Επί πλέον κατά την υπηρεσίαν έχουσιν ευκαιρίας προς χρήσιν βίας, προς αυθαιρεσίαν και συγκάλυψιν αυτών, έτι δε προς απόληψιν και άλλων ωφελημάτων χρηματικών. Προς παρακώλυσιν της διαφυγής του κακούργου, προς καταβολήν της αντιστάσεως αυτού και την σύλληψιν, προς πρόληψιν εγκλημάτων δύνανται, εν αμύνη όντες, να χρησιμοποιήσωσι βίαν. Όμως δεν δύναται να καθορισθεί, αν η ασκηθείσα βία εν εκάστη περιπτώσει ή ο φόνος του κακοποιού ήτο αναγκαίος ή ενέχη υπέρβασιν. Αι πλείσται των τοιούτων περιπτώσεων δεν εξικνούνται μέχρι του δικαστηρίου, αλλά και αν υπόθεσις τις εισαχθή εις το δικαστήριον, κατά κανόνα δεν είναι δυνατόν να διευκρινηθή, υπό τέ την νομικήν και την πραγματικήν έποψιν αυτής. Οι αστυνομικοί δεν τελούσι μόνον πολλά εγκλήματα βίας, σωματικάς βλάβας, ανθρωποκτονίας, εκβιασμούς, άλλας καταχρήσεις προς γενετήσιον απόλαυσιν, σπανίως αποκαλυπτόμενα και σπανιώτατα αν μη ουδόλως καταδικαζόμενα, αλλά αποκομίζουσι, κατώτεροι τέ και ανώτεροι, κέρδη ατιμίας, υποστηρίζοντας τους παραβάτας του νόμου. Τούτο μάλιστα συμβαίνει εν τη αστυνομία ηθών, εν ή παγιδεύουσι κρύφα εκδιδομένας νε άνιδας και έναντι χρημάτων αποσοβούσι την μήνυσιν ή το σκάνδαλον ή επιτρέπουσι την λειτουργίαν κρυφίων οίκων ανοχής, κυβείων ή κέντρων απολαύσεως ναρκωτικών κ.λ.π., δηλαδή παρέχουσι μεγίστην υποστήρηξιν εις τας οργανώσεις των κατ’ επάγγελμα εγκληματιών».
    Απόσπασμα από το βιβλίο: Εγκληματολογία, 1959, έκδοσις Δ΄, τόμος Α΄ του επί 40 σχεδόν χρόνια καθηγητή του ομώνυμου μαθήματος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Κωνσταντίνου Γ. Γαρδίκα 1896-1984 (πρώτος εξάδελφος του συνεπώνυμου καθηγητή της Παθολογίας). Ενός πρωτοπόρου για την εποχή του δάσκαλου και επιστήμονα του αποκαλούμενου θεμελιωτή της Εγκληματολογίας στην Ελλάδα που στη δύση του βίου του, τον Οκτώβριο του 1980, έμελλε να γνωρίσει τη λοιδορία από την ultra «προοδευτική» τότε εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ όταν σε άρθρο της χαρακτήρισε το συγκεκριμένο σύγγραμμα ως «ανυπόφορο και αντιδραστικό». Κάτι που τον οδήγησε σε μια ξαφνική και ανεξήγητη εγκατάλειψη του από γνωστούς και φίλους, για την οποία ο ίδιος έλεγε: «ζω εις υπερήφανον μόνωσιν»

    Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2019

    Τίτος Πατρίκιος: «Εκεί σε βρίσκει η ποίηση»




    Τίτος Πατρίκιος


     «Εκεί σε βρίσκει η ποίηση»


    Εκεί που αναρωτιέσαι για πράγματα
    που για πρώτη φορά αντικρίζεις
    για πράγματα χιλιοειπωμένα που έχουν πια περάσει
    για πράγματα που ξαφνιάζουν κι ας γίνονται κάθε μέρα
    για πράγματα που έλεγες δε θα συμβούν ποτέ
    και τώρα συμβαίνουν μπρος στα μάτια σου
    γι’ άλλα που επαναλαμβάνονται μ’ ελάχιστες παραλλαγές
    για πράγματα που πουλιούνται μόλις πιάσουν κατάλληλη τιμή
    για πράγματα που σάπισαν με το πέρασμα του καιρού
    ή που ήσαν σάπια απ’ την αρχή και δεν το έβλεπες
    εκεί που απορείς για πράγματα που μπόρεσες να κάνεις
    για πράγματα σοβαρά ή ανόητα που ρίσκαρες τη ζωή σου
    για πράγματα σημαντικά που τα κατάλαβες αργότερα
    για πράγματα που τα φοβήθηκες
    κι απέφυγες ν’ αναλάβεις
    για πράγματα που τα προγραμμάτισες και δε σου βγήκαν
    γι’ άλλα που τα σχεδίασαν άλλοι και βγήκαν διαφορετικά
    για πράγματα που σου έτυχαν χωρίς να τα περιμένεις
    για πράγματα που μόνο τα ονειρεύτηκες
    και κάποτε, μία στις χίλιες πραγματώθηκαν…
    Εκεί πάνω σε βρίσκει η ποίηση.
    Εκεί που συλλογίζεσαι ποιός είσαι και τι έκανες
    πόσο ανοίχτηκες στους άλλους για να σε δεχτούν
    πόσο επιδείχτηκες στο κοινό για να του αρέσεις
    πως κλείστηκες τόσο πολύ για να προστατευτείς
    σε τι έφταιξες σ’ εκείνους που σε απέρριψαν
    για πόσο το ανέβαλλες κι εσύ να τους απορρίψεις
    πότε έδωσες ένα στήριγμα σε κάποιον που το χρειαζόταν
    πότε εγκατέλειψες τον άνθρωπο που σε είχε ανάγκη
    πόσο αντέδρασες όταν έβλεπες να πλουτίζουν
    αυτοί που έλεγαν ότι μάχονται για τους φτωχούς
    όταν άκουγες να δημηγορούν υπέρ των αδικημένων
    εκείνοι που αδικούσαν έχοντας πάντα δίκιο
    πόσο ενίσχυσες αυτούς που τους προσφέρθηκες να σε δυναστεύουν
    πόσο με τη δράση σου βοήθησες να ανατραπούν
    ως πότε απόλυτα δεχόσουν τις μονολιθικές αλήθειες
    πόσο αντιπάλεψες την κάθε φορά ακράδαντή σου πίστη
    για πόσο φερόσουν σαν πιστός ενώ πια δεν πίστευες
    πόσο αφέθηκες στις παρορμήσεις σου, πόσο τις δάμασες
    πόσο προχώρησε η γνώση σου, πόσο δοκιμάστηκε
    ως πού κατόρθωσε να φτάσει η πράξη σου, πού στόμωσε
    πόσο άργησες ή πόσο βιάστηκες για μια κρίσιμη απόφαση…
    Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση.

    Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2019

    PRIMO LEVI: αποσπάσματα από το "Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος"



                                                  PRIMO  LEVI

                 
    «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» (αποσπάσματα)
    -----------------------------------------------------------------

     «Πολλοί λαοί ή άτομα συμβαίνει να θεωρούν περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά ότι «κάθε ξένος είναι εχθρός [...] Όταν αυτή η ανομολόγητη αλυσίδα αποτελέσει τη μείζονα πρόταση ενός συλλογισμού, τότε στο τέλος της αλυσίδας βρίσκονται τα στρατόπεδα. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας σύλληψης του κόσμου οδηγημένης στην έσχατη συνέπειά της: όσο υπάρχει αυτή η αντίληψη τα αποτελέσματά της θα μας απειλούν. Η ιστορία των στρατοπέδων εξόντωσης θα έπρεπε να ερμηνευτεί από όλους σαν ένα δυσοίωνο σημάδι κινδύνου».

    «Το φορτηγό σταμάτησε και είδαμε μια μεγάλη πύλη και πάνω της μια επιγραφή ζωηρά φωτισμένη (η ανάμνηση της με βασανίζει ακόμα στα όνειρα μου): ARBEIT MACHT FREI, η εργασία απελευθερώνει».
    «Εάν μέσα απ' τα στρατόπεδα θα μπορούσε να δραπετεύσει ένα μήνυμα και να φτάσει στους ελεύθερους ανθρώπους θα ήταν αυτό: Προσπαθήστε να μην υποστείτε στο σπίτι σας αυτό που έχει επιβληθεί σε εμάς εδώ».

    «Δίπλα μας στέκει μια ομάδα Ελλήνων, αυτοί οι φοβεροί και αξιοθαύμαστοι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, πεισματικοί, κλέφτες, σοφοί, αμείλικτοι και αλληλέγγυοι, αποφασισμένοι να ζήσουν, ανελέητοι αντίπαλοι στον αγώνα της επιβίωσης: από αυτούς τους Έλληνες που υπερίσχυσαν στις κουζίνες και στο εργοτάξιο, που ακόμα και οι Γερμανοί υπολογίζουν και οι Πολωνοί φοβούνται. Έκλεισαν τρία χρόνια στο Άουσβιτς, αυτοί ξέρουν καλύτερα από τον καθένα τι είναι το στρατόπεδο. Στέκονται στο κύκλο με τους ώμους κολλητά ο ένας στον άλλο και τραγουδούν μια μακρόσυρτη μελωδία».

    «Ο καθένας αποχαιρέτησε την ζωή με τον δικό του τρόπο. Μερικοί προσευχήθηκαν, άλλοι μέθυσαν και άλλοι βυθίστηκαν για τελευταία φορά σ' ένα ακατανόμαστο πάθος. Αλλά οι μητέρες ξενύχτησαν για να ετοιμάσουν φαγητό για το ταξίδι, για να πλύνουν τα παιδιά και να φροντίσουν τις αποσκευές και την άλλη μέρα το πρωί άπλωσαν στα συρματοπλέγματα τα ρούχα των παιδιών να στεγνώσουν, δεν ξέχασαν τις φασκιές, τα παιγνίδια, τα μαξιλάρια και τα χιλιάδες μικροπράγματα που χρειάζονται πάντα τα παιδιά. Κι εσείς δεν θα κάνατε το ίδιο; Ακόμα κι αν ξέρατε ότι αύριο θα σας σκοτώσουν μαζί με το παιδί σας, σήμερα δεν θα του δίνατε να φάει;».

    «Ταξιδέψαμε ως εδώ μέσα σε σφραγισμένα βαγόνια, είδαμε τις γυναίκες και τα παιδιά μας να τους καταπίνει το σκοτάδι, σκλάβοι πηγαινοερχόμαστε χιλιάδες φορές στην βουβή δουλειά, νεκροί στην ψυχή πριν τον ανώνυμο θάνατο. Δεν θα ξαναγυρίσουμε. Κανείς δεν πρέπει να βγει από δω, κανείς που θα μπορούσε να φέρει στον κόσμο μαζί με το χαραγμένο στην σάρκα του νούμερο τη δυσοίωνη είδηση του τι κατάφερε να κάνει άνθρωπος στον άνθρωπο στο Άουσβιτς».

    «Ο Κουν είναι παράλογος. Δεν βλέπει στη διπλανή κουκέτα τον Μπέπο, τον Έλληνα που είναι εικοσιδύο χρόνων και μεθαύριο θα πάει στον θάλαμο των αερίων και το ξέρει και μένει ξαπλωμένος με το βλέμμα καρφωμένο στην λάμπα χωρίς να λέει τίποτα, χωρίς να σκέφτεται τίποτα; Δεν ξέρει ο Κουν ότι την επόμενη φορά θα είναι η σειρά του; Δεν καταλαβαίνει ότι αυτό που συνέβη σήμερα είναι μια Ύβρις που καμιά προσευχή δεν μπορεί να την εξευμενίσει, καμιά συγχώρεση, καμιά εξιλέωση των ενόχων, τίποτα απ' όσα είναι στη δύναμη του ανθρώπου δεν μπορούν να την επανορθώσουν. Εάν ήμουν Θεός, θα έφτυνα στη γη την προσευχή του Κουν».

    «Να εκμηδενίσεις τον άνθρωπο είναι δύσκολο, όσο και να τον δημιουργήσεις: δεν ήταν απλό, πήρε χρόνο, αλλά τα καταφέρατε, Γερμανοί. Είμαστε υπάκουοι κάτω από το βλέμμα σας, δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτα από μας: καμιά πράξη αντίστασης, καμιά λέξη πρόκλησης, κανένα κριτικό βλέμμα».

    (Από το αρχείο του TVXS)