Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ





Γιώργης Παυλόπουλος

ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ
                              Στην Ανθή

Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω
Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;
Αυτό κιʼ αν το μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;
Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω
Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.

__________________

Ο Γιώργης Παυλόπουλος (Πύργος Ηλείας 1924 – Πύργος Ηλείας 2008). Από τους σημαντικότερους ποιητές μας της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Εγκατέλειψε τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Επέστρεψε στην πατρίδα του όπου και έζησε μέχρι το τέλος του βίου του. Εργάστηκε για πολλά χρόνια ως λογιστής και γραμματέας στον ιδιωτικό τομέα.
Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες και περιελήφθησαν και σε σχολικά βιβλία. Ήταν φίλος με τον Τάκη Σινόπουλο, το Νίκο Καχτίτση, το Γιώργο Σεφέρη και τον Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλο. 


Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018

ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟΝ IDEAL



Tο ιστορικό εστιατόριο της Πανεπιστημίου  –ανάμεσα θεάτρου REX και κινηματογράφου IDEAL γνωστό σε όλο το πανελλήνιο χάρις σ’ εκείνο το ανθρώπινο ποτάμι που περνούσε μπροστά του-- μετά από έναν, σχεδόν, αιώνα ζωής, έβαλε και αυτό λουκέτο. Το έφαγε η μαρμάγκα της κρίσης και οι καινούργιες διατροφικές συνήθειες, που ξεκίνησαν πριν απ’ αυτήν.

Ως πελάτης το γνώρισα όταν δούλευα στην τελευταία πολυκατοικία πριν τη Θεμιστοκλέους. Αν και ήταν υψηλού σέρβις με τραπεζομάντηλα πάνινα και σερβιτόρους με ζακέτες και παπιγιόν, οι τιμές του δεν ήταν απαγορευτικές.

Η πελατεία του, εκτός από τους εργαζόμενους των γύρω κτιρίων και τους διερχόμενους επισκέπτες της πόλης, κατά κύριο λόγο απαρτιζόταν από τα πλήθη των δικαστηρίων που βρισκόντουσαν τότε απέναντι: Αρσάκη και Σανταρόζα και πάνω από τη Στοά του Ορφέα. Την ώρα της μεσημεριανής διακοπής ο χώρος του κατακλυζόταν από διαδίκους, συνηγόρους και δικαστικούς. Ξεχώριζαν οι συνήγοροι με τις χαλαρές γραβάτες και τις μεγαλόφωνες ομιλίες και οι κατηγορούμενοι από το σκεπτικό ύφος και την ανορεξία τους.

Πήγαινα κάνα δυο φορές τη βδομάδα και για ένα μόνο φαγητό του που το θεωρώ ακόμη και σήμερα ως το καλύτερο έδεσμα που σερβιρίστηκε από εστιατόριο της Αθήνας. Νοστιμότατο και σε τιμή προσιτή. Επρόκειτο για κατεψυγμένη σφυρίδα. Αυτήν την ποιοτική του βορειοανατολικού Ατλαντικού που την έκοβαν σε φέτες. Με το κεφάλι και την ουρά έφτιαχναν ψαρόσουπα σαν ορντέβρ και οι φέτες ψημένες σε μαντεμένια πλάκα, σερβίρονταν με συνοδεία ιταλικών ραδικιών, ελαιόλαδο και μισό λεμόνι.

Καθόμουν πάντα στα τραπέζια του μικρού χώρου αμέσως μετά την είσοδο. Απέφευγα την μεγάλη αίθουσα με τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Σερβιτόρο είχα πάντα το Νώντα, έναν εγκάρδιο ξανθόχρωμο Ηπειρώτη.

Κάποια στιγμή έφυγα από τη δουλειά, εργάστηκα για κάποια χρόνια στην επαρχία και όταν επανέκαμψα στην Αθήνα θυμήθηκα αμέσως τη σφυρίδα, ενώ αμέσως με θυμήθηκε και ο Νώντας «Που ήσουν, χάθηκες;» και δεν ξέρω πως μου ήρθε –ίσως και από πονηριά για καλή μεταχείριση --και απάντησα «στο Λονδίνο, ειδικευόμουν στην ΩΡΛ». Με αποτέλεσμα η αναγγελία της παραγγελίας μου προς την κουζίνα να συνοδεύεται πλέον και από την «ιδιότητά» μου: « Μια σφυρίδα για το γιατρό!».

Οι αλλαγές στη ζωή και ο χρόνος με απομάκρυναν από το IDEAL αλλά από τη συγκεκριμένη σφυρίδα ποτέ. Έχω προμηθευτεί βαρύ μαντεμένιο τηγάνι με ραβδώσεις και πάντα τη φτιάχνω.

 

 

Δημήτρης Κουκουλάς


Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟΝ «ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ»


 

   Με το τέλος της σχολικής περιόδου τα νιάτα της Επαρχίας που περάτωναν τις γυμνασιακές τους σπουδές, συνέρρεαν στην Πρωτεύουσα. Αρχές Ιουλίου μέσα στη ζέστη κάτι έντρομες φάτσες που μόλις είχαν αποχωριστεί τις αγαπημένες τους κατσικούλες, σκυλιά, γαϊδούρια και άλογα περιφέρονταν μέσα στο πολύβουο άστυ, ψάχνοντας για φροντιστήριο θετικής ή θεωρητικής κατεύθυνσης. Μια θερινή χείρα βοηθείας των σχολικών ελλείψεων ενόψει των Πανελληνίων του Σεπτεμβρίου.

   Η φροντιστηριακή πιάτσα βρισκόταν στις οδούς Ακαδημίας, Σόλωνος και στην πλατεία Κάνιγκος όπου τα απογεύματα και τα βράδια γινόταν κάτι σαν νεολαιίστικο πανηγύρι. Το ’66, τη χρονιά τη δική μου, γινόταν και το αδιαχώρητο από το κοριτσομάνι που μαζευόταν να δούνε από κοντά τον εκ Πάρου ορμώμενο, Γιάννη Πάριο. Πήγαινε στο φροντιστήριο του Μερτζιώτη και την προηγούμενη χρονιά είχε κάνει μεγάλο σουξέ με δυο τραγούδια του Απόστολου Καλδάρα.

   Γράφτηκα στο φροντιστήριο Κουτουμάνου –μια προπολεμιή μικρή πολυκατοικία Ακαδημίας & Ζωοδόχου Πηγής που υπάρχει ακόμα-- και έπιασα δωμάτιο στον ημιώροφο της πολυκατοικίας Μαυρομιχάλη 39 στο ίδιο κτήριο που σήμερα στεγάζονται οι εκδόσεις «Στοχαστής» του φίλου μου Λουκά Αξελού.

   Για φαγητό εστιατόριον «Πανελλήνιον». Χαμηλά στη Μαυρομιχάλη απέναντι στο Χημείο. Με το ίδιο όνομα έγινε μετά καφενείο και τα τελευταία χρόνια λειτουργεί ως το μοναδικό εν Αθήναις και ίσως εν Ελλάδι, σκακιστικό καφενείο.

   Τυπικό της εποχής εστιατόριο με υφασμάτινα τραπεζομάντηλα, αναποδογυρισμένα καθαρά ποτήρια και σκεπασμένη καράφα με νερό. Μπροστά στην κουζίνα η γυάλινη βιτρίνα με τις χαμηλές κατσαρόλες και τα ταψιά. Ο πελάτης αφού έβλεπε τα φαγητά της ημέρας, παράγγελνε από το τραπέζι.

   Και εκεί συνέβη το «κακό» με την πρώτη μέρα που πήγα και την πρώτη παραγγελία που έδωσα. Είχα λιμπιστεί το ταψί με τις γεμιστές πιπεριές. Και όταν ο σερβιτόρος με το άσπρο σακάκι, ρώτησε: «τι θα πάρετε νεαρέ;», ο ψαρωμένος χωριάτης, συνεσταλμένα αλλά καθαρά, απάντησε: «μία μερίδα σπέτσες». «Τι είναι αυτό το πράγμα;» ρώτησε έκπληκτο το γκαρσόνι.

   Να άνοιγε το δάπεδο και να με κατάπινε μαζί με την καρέκλα! Το σύμπλεγμα της καταγωγής που μας κατέτρυχε όλους τους εξ επαρχίας βγήκε αμέσως στην επιφάνεια: στο χωριό η λέξη «πιπεριές» ήτανε άγνωστη, τις λέγαμε «σπέτσες»!

   Κατόρθωσα να ψελίσω: «εκείνα στο ταψί τα γεμιστά με ρύζι».  «Α! γεμιστές πιπεριές!» φώναξε, και εις επήκοον όλων με μια δόση θριάμβου, ο άνθρωπος που «αποκωδικοποίησε» το χωριάτη.

   Ένιωσα μεγάλη ντροπή, στενοχωρήθηκα και έκανα σκέψεις να μην ξαναπάω στο μαγαζί. Μα ξαναπήγα γιατί το φαγητό ήταν πεντανόστιμο και παρ’ όλη την πίκρα το έφαγα. Το «τραύμα» όμως έμεινε και όταν μετά από χρόνια με μια παρέα παραγγείλαμε κάπου «σπετσοφάϊ», είδα ότι πρόκειται για λουκάνικα με πιπεριές και ένιωσα ανακούφιση, ενώ η απάντηση του σερβιτόρου ότι το λένε έτσι γιατί σε κάποια μέρη αποκαλούν τις πιπεριές «σπέτσες», με απελευθέρωσε τελείως από το «σύμπλεγμα» που κουβαλούσα! Όπως λένε στη Ψυχανάλυση.


Δημήτρης Κουκουλάς

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2018

Η ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΟΥ ΠΕΤΣΙΑΒΑ


 


(Σημείωση: με αφορμή το κλείσιμο του ιστορικού εστιατορίου ΚΕΝΤΡΙΚΟΝ, στη στοά πίσω από το άγαλμα της Κολοκοτρώνη, ένιωσα την ανάγκη να προσπαθήσω με όπλο τη μνήμη μου, μήπως και περισώσω κάποιες εικόνες από τα παλιά φαγάδικα της Αθήνας (εστιατόρια και ταβερνάκια  που άνοιγαν και το μεσημέρι ) και που τα ‘φαγε τελεσίδικα η εξέλιξη)

Ένα διάστημα, αρχές του ’70, έμεινα στην περιοχή Θυμαράκια, πρώην Γιδάδικα, που τότε διαμορφωνόταν σε πλατεία. Για φαγητό σύχναζα στου Πετσιάβα, ένα λαϊκό ταβερνάκι με καρό τραπεζομάντηλα και βαρέλια ρετσίνας, επί της οδού Ρόδου λίγο πριν τη Λιοσίων.

Ο ταβερνιάρης, ένας υψηλόσωμος εξηντάρης με προτεταμένη γαστέρα, ήταν και μάγειρας και σερβιτόρος. Συνεπικουρούμενος από τη σύζυγό του, μια αμίλητη μικρόσωμη κυρία που συγκρατούσε τα μαλλιά της με ένα διχτάκι. Τα φαγητά, όλα της κατσαρόλας, ήταν πολύ νόστιμα και πολύ φτηνά. Σπεσιαλιτέ του το ζυγούρι (μεγάλο αρνί που έχει χρονίσει) με μακαρόνια χοντρά με τρύπα και σάλτσα με γαρύφαλο και κανέλλα. Ένα πρόβλημα είχα μόνο με το μέγεθος της μερίδας. Ήταν για τα μέτρα μου θηριώδης. Καθώς η πελατεία του καταστήματος απαρτιζόταν από εργατοτεχνίτες συνεργείων και οικοδόμους.

Τα μεσημέρια 3 με 5 το κατάστημα έκλεινε και ο Πετσιάβας κατηφόριζε πιο κάτω στη Λιοσίων για να κοιμηθεί κάνα δίωρο στον κινηματογράφο Αντινέα που ήταν απέναντι και που έπαιζε από το πρωί έργα Καράτε με τον Μπρούς Λι και τους αμέτρητους μιμητές του. Είχε πελάτη τον μηχανικό προβολής και δεν του ζητούσαν εισιτήριο. Καθόταν, όπως μου έλεγε, στην τελευταία σειρά. Ο σαματάς αυτών των ταινιών του προσέφερε διπλή υπηρεσία: και τον νανούριζε και κάλυπτε το βροντώδες ροχαλητό του. Το οποίο, στις μικρές παύσεις των καυγάδων ακουγόταν και πάνω στη μηχανή  όπως του έλεγε ο φίλος του, αλλά δεν ενοχλούσε.

Ακόμη και σαν το φλοίσβο της θάλασσας μπορεί να το δέχονταν τα κουρασμένα από τους ήχους του έργου αυτιά των θεατών.
 
 
Δημήτρης Κουκουλάς

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

Νίκος Βατόπουλος: ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


     Το «περπατώντας» του τίτλου θα πρέπει να το πάρουμε με την έννοια του «ξεποδαριάσματος» καθώς όταν μιλάμε για το Νίκο Βατόπουλο πρέπει να ξέρουμε πως έχουμε να κάνουμε με έναν παθιασμένο και πολύ «ψαχουλιάρη» εραστή της Αθήνας. Ένας άνθρωπο  που όπως ο ίδιος ομολογεί στην αρχή του βιβλίου: σημαδεύτηκε ανεπανόρθωτα, στα πέντε του χρόνια, από την εικόνα κατεδάφισης ενός πανέμορφου νεοκλασικού της οδού Αγίου Μελετίου.

     Μεγάλη του έγνοια κάποια σπαράγματα κτηρίων του 20ου αιώνα, του αιώνα κατά τον οποίο, όπως γράφει, υποτιμήσαμε πολύ την Αθήνα και την καταστρέψαμε. Το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελείται από σαράντα  άρθρα με φωτογραφίες τέτοιων κτιρίων που δημοσιεύτηκαν από τον συγγραφέα στην εφημερίδα « Η Καθημερινή».

     Είναι ένα βιβλίο που μπορεί ο αναγνώστης να το ξεκινάει με κάποια πρόβλεψη του αναμενόμενου αλλά στην πορεία συναρπάζεται από κάποιες ιδιαίτερες αρετές της γραφής του συγγραφέα. Πρέπει πρώτα-πρώτα να πω  ότι όλα αυτά τα κτίρια, επαγγελματικές στέγες και κατοικίες, δεν ανήκουν στα γνωστά οικοδομήματα των κεντρικών δρόμων της Αθήνας αλλά «αλιεύτηκαν» μετά από πολύ ψάξιμο μέσα από ήσσονος σημασίας περιοχές. Μαγαζιά με την ιστορία τους από το βαθύ εμπορικό κέντρο της πόλης γύρω από την Κολοκοτρώνη με τις παρόδους της. Κατοικίες από τα πυκνοδομημένα συμπλέγματα Κυψέλης, Πατησίων και Αχαρνών. Άλλες επωνύμων οικογενειών και άλλες ταπεινές και ανώνυμες με τα ακροκέραμά τους και τα περίτεχνα καγκελάκια τους.

     Και έρχομαι τώρα στη γραφή του συγγραφέα που πατώντας πάνω στην έντονα παραστατική φωτογραφία  του --με τα θηριώδη  γκράφιτι και συνθήματα, σκουριασμένες αλυσίδες με χοντρά λουκέτα να πνίγουν τα φτωχά αυτά υπολείμματα του παρελθόντος-- μας ξεναγεί.

     Μια ξενάγηση λιτή και αποστασιοποιημένη από κριτικές ηθικές παρεμβάσεις καθώς θέλει να αφήσει τον αναγνώστη να τα σκεφτεί αυτά από μόνος του. Στο ροή όμως της ανάγνωσης είχα την αίσθηση πως με κόπο συγκρατιόταν από το γράφοντα  ο λυγμός. Μπορεί να κάνω λάθος και να επηρεάζομαι από την τραυματική αρχή του βιβλίου.

     Σε ένα όμως δεν κάνω λάθος: πρόκειται για ένα βιβλίο διαβαστερό και συναρπαστικό παρ’ ότι δεν ανήκει στα βιβλία πλοκής. Ένα «βιβλίο βιβλιοθήκης» όπως αποκαλώ όσα από αυτά δεν πρέπει να απουσιάζουν από καμία βιβλιοθήκη. Να το διαβάζουμε και να το ξαναδιαβάζουμε, εμείς τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας!

     Και δεν αφορά  αυτό μόνο τους «γκάγκαρους», είμαστε πολλοί οι «Αθηναίοι» εξ επαρχίας που την αγαπάμε. Εγώ όταν ανέβηκα από το χωριό το ’66 η Αχαρνών είχε ακόμη πολλά σπίτια με παρτέρια και φοίνικες. Το ίδιο και η Μιχαήλ Βόδα, η Πιπίνου και η Αγαθουπόλεως.

 

 

 

Εκδόσεις Μεταίχμιο Απρίλης 2018           


Ο Νίκος Βατόπουλος γεννήθηκε το 1960    στην Αθήνα. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Deree College και ακολούθησε μεταπτυχιακά στο Reading University στο Ηνωμένο Βασίλειο σε Ευρωπαϊκές Σπουδές. Από το 1988 εργάζεται στην «Καθημερινή». Εχει αποκτήσει ειδίκευση για θέματα αθηναϊκού περιβάλλοντος.