Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2020

ΑΣ ΛΕΜΕ ΚΑΙ ΚΑΤΙ, ΚΑΘΕ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

 

                                    Δεν φταίει μόνο ο «Χατζηπετρής»!                                        

 

  

     Η ανθρωπότητα μέχρι σήμερα γνώρισε πολλές Επιδημίες (εξαπλούμενο μεταδιδόμενο νόσημα) και Πανδημίες (προσβολή μεγάλου μέρους του πληθυσμού από μεταδιδόμενο νόσημα) αλλά μέσα σε τελείως διαφορετικές από σήμερα συνθήκες. Είναι χαρακτηριστική η περιγραφή που κάνει ο Παπαδιαμάντης, στην αρχή του πρώτου έργου του «Η Μετανάστις», της φοβερής εκείνης επιδημίας Πανούκλας της Μασσαλίας του 1720 της αποκαλούμενης και «Μαύρου Θανάτου» που αποδεκάτισε την πόλη και από τις περίπου 200.000 κατοίκους θέρισε τους μισούς:

       «…Η Μασσαλία εσάλευε μεταξύ πτωμάτων ανδρών και γυναικών και θολερού ατμού, ανεβαίνοντος εις τον αιθέρα, όστις εις τους οφθαλμούς δεισιδαιμόνων ανθρώπων, εφαίνετο ως περιβάλλων τας ψυχάς των ατυχών θυμάτων. Δεν ηκούοντο πλέον οδυρμοί και θρήνοι, δεν ηκούοντο ψαλμοί και ευχαί. Αι οδοί ήσαν έρημοι διαβατών. Αι οικίαι, αι πλείσται με ανοικτά τα παράθυρα και κεκλεισμένας τας θύρας, έφερον επ’ αυτών κιτρίνους και μέλανας σταυρούς και άλλα πένθιμα σήματα. ……».

     Μόνο που ήταν αλλιώς τότε τα πράγματα, διαφορετική ζωή χωρίς ευχέρεια μετακινήσεων, άλλα τα μέσα και οι δυνατότητες, ιατρική επιστήμη ανίσχυρη και οι ασθενείς παραδομένοι στο έλεος των επουρανίων δυνάμεων.

     Και έρχεται τώρα αυτός ο covid-19 μέσα στο απόγειο της τεχνολογικής εξέλιξης και της επιστήμης και μας «παίρνει τα σώβρακα» που λένε και στο ποδόσφαιρο. Με μια πρωτοφανή ταχύτητα μετάδοσης κατορθώνει μέσα σε λίγους μήνες να αγκαλιάσει ολόκληρο τον πλανήτη.              Πολύ γρήγορα, δηλαδή, παίρνει το στέμμα, την κορώνα της Πανδημίας και γίνεται Αυτοκράτωρ, οπότε σωστά αποκαλείται Κορωναϊός.

     Και καθόμαστε τώρα με τις μάσκες περιμένοντας το εμβόλιο να μας σώσει και κάποιοι επιρρίπτουν ευθύνες σε αυτούς τάχα που τον δημιούργησαν: φταίει ο ένας φταίει ο άλλος «φταίει ο Χατζηπετρής». Ας μην κυνηγάμε φαντάσματα και να δούμε μήπως φταίμε αν όχι όλοι αλλά η μεγάλη πλειοψηφία που κατοικούμε αυτόν τον πλανήτη;

     Γιατί κάποιοι που παρατηρούν τα πράγματα λένε το εξής απλό: ότι παρόλο που οι περισσότερες παλιές επιδημίες ξεκινούσαν και αυτές από ζώα, τώρα έχουμε την ίδια προέλευση και τα τελευταία χρόνια μας ήρθαν πολλές προειδοποιήσεις «γρίπη των πτηνών» «τρελές αγελάδες» «νόσος των χοίρων» που μας έδειξαν ότι όλα αυτά προήλθαν από την πιεστική ανάγκη κάλυψης της διαρκώς αυξανόμενης ζήτησης κρέατος και την επινόηση της σταβλισμένης κτηνοτροφίας, που διόλου απίθανο να ξεπέταξε και τον covid-19.

     Καθώς όπως ισχυρίζονται αυτή η δραματική αλλαγή της παραδοσιακής κτηνοτροφίας έβγαλε τέρατα. Η ακινησία από τη μια μεριά μαζί με την κατάργηση της ελεύθερης βοσκής όπου τα ζώα τσιμπάγανε αποδώ κι’ αποκεί διάφορα χόρτα και σπόρους συν τα φάρμακα και τις αντιβιώσεις που τους βάζουν μαζικά στις τροφές τους για να παίρνουνε βάρος, αδυνατίζουν το ανοσοποιητικό τους σύστημα με αποτέλεσμα να ξεπηδάνε κάτι πρωτοφανή και αλλόκοτα … πραματάκια!

     Μόνο που το παράδοξο είναι πως αυτή η τεράστια αύξηση της ζήτησης κρέατος δεν προήλθε αποκλειστικά από την άνοδο του βιοτικού επιπέδου εκατομμυρίων ανθρώπων των μεγάλων κρατών της Κίνας της Ινδίας του Μεξικού της Βραζιλίας κλπ…κλπ, αλλά πιο πολύ από την ιλιγγιώδη αύξηση της κρεοφαγίας του δυτικού κόσμου. Υπάρχουν δίπλα μας άνθρωποι που τρώνε κάθε μέρα κρέας και χωρίς σαλάτα, «κρέας με κρέας» όπως το λένε, κάτι που είδα και με τα ίδια μου τα μάτια και δεν το πίστευα: βρισκόμουν σε επαρχιακή πόλη για δουλειές και την ώρα που έτρωγα σε ένα μικρό ταβερνάκι στο διπλανό μου τραπέζι κάθισαν δυο τύποι με σορτσάκια «προτεταμένες γαστέρες» και σαγιονάρες και αφού ρώτησαν τον ταβερνιάρη και τους είπε για ένα καταπληκτικό μοσχάρι στιφάδο παρήγγειλαν από μια μερίδα ο καθένα και την ώρα που αυτός γυρνούσε να φύγει του φώναξαν «φέρε και μια μερίδα ακόμη να τη βάλουμε στη μέση για σαλάτα».

      Δεν είμαι χορτοφάγος τρώου κρέας και ντρέπομαι αλλά μιας και προέρχομαι από άλλους χρόνους και εποχές πασχίζω να κρατάω, τουλάχιστον, εκείνο το παλιό: κρέας μόνο την Κυριακή. Αλλά τι τα θες από όποιο δρόμο και να πάμε πάλι πάνω στο θέμα της αλλόκοτης ζωής μας και του ταλαίπωρου περιβάλλοντος πέφτουμε.

 

 

 

Δημήτρης Κουκουλάς

Παρασκευή 04/09/2020

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2020

ΑΣ ΛΕΜΕ ΚΑΙ ΚΑΤΙ, ΚΑΘΕ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ




Με αφορμή το θάνατο του Γιάννη Πουλόπουλου ακούσαμε για μια ακόμη φορά από τα διάφορα μίντια το ίδιο μοιρολόϊ για το κακό που μας βρίσκει με τους μεγάλους που χάνονται αφού σήμερα τέτοιες φωνές δεν υπάρχουν και ούτε θα ξαναβγούν! Μια πλάνη που ακούγεται κατά κόρον από τα σχετικά μνημοσυνιακά αφιεώματα των καναλιών και την οποία, δυστυχώς, ασπάζονται με έπαρση και οι γερασμένοι καλλιτέχνες που συμμετέχουν. Ακόμη και ο πιο σεμνός από αυτούς ο εκλιπών Πουλόπουλος σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του κάπου στα μέσα του ’90, ήταν απόλυτος: δεν υπάρχει σήμερα τίποτα! Μόνο που του ξέφυγε μια αλήθεια: τα τραγούδια της εποχής μου που τραγουδούσε ο πολύς κόσμος ήταν κυρίως τουρκοτσιφτετέλια!
«Μαντουμπάλα» «Ζιγκουάλα» «Νινανά γιαβρούμ νανανάϊ νάϊ» «Τάμπα τούμπα τάμπα τούμπα» «Θα τα κάψω τα ρημάδια τα λεφτά μου», τραγούδαγε η Ελλάδα και εμείς με Θεοδωράκη Χατζιδάκι Λοϊζο Λεοντή Μαρκόπουλο Γκάτσο Ελευθερίου Ελύτη Ρίτσο Σεφέρη, ψάχνουμε ένα άλλοθι σαν χαλί να κρύψουμε από κάτω τα σκουπίδια.
Αν θέλουμε να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά οι μεγάλοι δημιουργοί ήταν αυτοί οι μεροκαματιάρηδες που δεν αξιώθηκαν να γνωρίσουν προβολή και δημοσιότητα δεν ανέπτυξαν ανταγωνισμούς ήτανε φίλοι μεταξύ τους, δούλευαν με σεμνότητα αυτοδίδακτοι μεγάλες φωνές συνθέτες και στιχουργοί που μας άφησαν τραγούδια αιώνια: Βαμβακάρης, Μπαγιαντέρας, Παπαϊωάννου, Παγιουμτζής, Τσαουσάκης, Νίνου, Μπέλου, Μητσάκης, Χατζηχρήστος, Τσιτσάνης κλπ, κλπ. Οι άλλοι της δεκαετίας ’65-’75 καλές φωνές και συνθέτες πέσανε πάνω στον ανερχόμενο νεοπλουτισμό των συμπατριωτών μας που μαζί με τα κρεμασμένα στα περίπτερα κουτσομπολοπεριοδικά υποδαύλιζαν βεντετισμό και ανταγωνισμούς που για μια θέση στη μαρκίζα του μαγαζιού ήταν έτοιμοι να δαγκώσουν λαρύγγια.
Και έρχονται και μας λένε σήμερα πως δεν υπάρχουν ταλέντα καθώς αδυνατούν να καταλάβουν τις κατακλυσμιαίες μεταβολές που επήλθαν στη ζωή μας με ιντερνέτ μίντια και τηλεόραση. Σήμερα και αν υπάρχουν ταλέντα μόνο που μας έφαγε το play list και το promotion. Και ποια ονόματα να πρωτοαναφέρεις: αυτούς που ήρθαν από τα παλιά Νταλάρας Μητροπάνος Μητσιάς Αλεξίου Γαλάνη Πρωτοψάλτη γιατί προσαρμόστηκαν στο καινούργιο, τον Μικρούτσικο που χάσαμε πρόσφατα τον Μαχαιρίτσα τους Κατσιμίχα τον Αγγελάκα, το Ζιώγαλα τον Πασχαλίδη τον Ιωαννίδη το Χαρούλη την Αρβανιτάκη τη Γλυκερία το Θ. Παπακωνσταντίνου τον Μάλαμα τον Περίδη τον Πορτοκάλογλου το Θηβαίο τη Βελεσιώτου τη Ζαμάνη και άλλους και άλλους δυνατούς καλλιτέχνες με ικανότητες, μόνο που σήμερα είναι αλλιώτικη η ζωή και η κοινωνία.


Δημήτρης Κουκουλάς
Παρακευή 28/08/2020

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2020

Τέσσερα συγκλονιστικά αποσπάσματα από τα "Βερολινέζικα Χρονικά" του Γιόζεφ Ροτ

 

                                                        JOSEPH  ROTH

 

                    

   

 

 

Τέσσερα συγκλονιστικά αποσπάσματα από τα         

  "Βερολινέζικα Χρονικά" του Γιόζεφ Ροτ

(Κείμενα με την πιο διαυγή ίσως καταγραφή του Βερολίνου της Βαϊμάρης)

  

     Το Βερολίνο της Βαϊμάρης, για το οποίο γράφει ο Γιόζεφ Ροτ δεν είναι το εξωραϊσμένο Βερολίνο της ελευθερίας, της νυχτερινής ζωής και των πνευματικών ενατενίσεων. Είναι η πόλη όπου καταφεύγουν οι απανταχού αποσυνάγωγοι, ένα αναγκαστικό ερημητήριο ταραγμένων ψυχών και κατατρεγμένων. «Η πόλη είχε κάτι το άγαρμπο, το αδέξιο, το χαοτικό» γράφει, ακολουθώντας τις ρεαλιστικές καταγραφές του Ροτ, ο Michael Hofmann στην κατατοπιστική εισαγωγή των Βερολινέζικων Χρονικών, 1920-1933 (μτφρ. Μ. Αγγελίδου, εκδ. Άγρα), χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τα οποία αναδημοσιεύει παρακάτω το Lifo.gr. με την άδεια του Έλληνα εκδότη.  

     Τα αποσπάσματα από το συγκεκριμένο κεφάλαιο περιγράφουν τα άσυλα της νύχτας και τα συσσίτια για τους χιλιάδες Εβραίους μετανάστες από την Ανατολική Ευρώπη, οι οποίοι συρρέουν στην πόλη, την περίοδο της οικονομικής κατάπτωσης της Γερμανίας. Πρόκειται για εξαιρετικό, παραστατικότατο κείμενο, με εντυπωσιακές αναλογίες με τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα.

 

 

                                            ΤΟ ΑΣΥΛΟ

 

     Κόκκινα τούβλα. Η απελπιστική ομοιομορφία αυστηρότητας και σταθερότητας, που σ' αυτήν τη χώρα αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα κυβερνητικών κτιρίων, νοσοκομείων, φυλακών, σχολείων, ταχυδρομείων και εκκλησιών. Μάταια πασχίζει ένας κήπος μ' όλη τη φθινοπωρινή πολύχρωμη δόξα των δέντρων του να χαρίσει μια πινελιά καλαισθησίας στο κρατικό πρόσωπο του ιδρύματος. Το Άσυλο επιμένει: κόκκινα τούβλα, κυβερνητικό κτίριο, μοιάζει σαν να 'ναι με το ζόρι βαλμένο μέσα στη φύση. Η Φρέμπελστρασε, άλλωστε, βρίσκεται σε μια περιοχή του Βερολίνου όπου κυριαρχεί η ατμόσφαιρα των κόκκινων τούβλων. Δεξιά, ένας φράχτης γύρω από μια ανοιχτή ή μισάνοιχτη πλατεία. Λίγο πιο κάτω ένα κάρο μόνο του, μάλλον κάποιων πλανόδιων. Η λεωφόρος Πρέντσλαουερ χρωστάει το γοητευτικό της όνομα στα λίγα αναιμικά δεντράκια που έχουν τις ρίζες τους στο συνοικιακό πλακόστρωτο της φτώχειας και όχι στη Φύση – που είναι δηλαδή δημαρχιακές αποφάσεις και όχι δέντρα. Μπροστά είναι το νοσοκομείο, το Άσυλο των Αστέγων παραπίσω. Στην είσοδο η αστυνομία καλωσορίζει φιλικά όλους αυτούς που προσπαθούν να της ξεφύγουν. Οι διάδρομοι είναι γυμνοί, ασβεστωμένοι, υπηρεσιακοί. Ο προϊστάμενος επόπτης είναι ένας ψηλός, ξανθός, καλοσυνάτος άνθρωπος που καταλαβαίνει πολλά επειδή έχει δει πολλά. Γενικά, οι υπάλληλοι εδώ φοράνε ανθρωπιά κάτω από τη στολή τους. Όποιος ελέγχει καθημερινά την αθλιότητα, μαθαίνει να συγχωρεί την αμαρτία. Όλοι οι κρατικοί υπάλληλοι θα έπρεπε να υπηρετούν έναν μήνα στο Άσυλο των Αστέγων. Για να εκπαιδεύονται στην αγάπη.

  

 

                      ΚΟΙΤΩΝΕΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

 

     Το μήκος των κοιτώνων είναι υπερβολικά μεγάλο σε σύγκριση με το πλάτος τους. Θα μπορούσε κανείς να κάνει τον περίπατό του στους στενόμακρους χώρους, αν τα κρεβάτια δεν ήταν παρατεταγμένα, στρατιωτικά στοιχημένα σε δύο αράδες, μπροστά από τους τοίχους, αντικριστά. Ο διάδρομος, στη μέση, έχει και άλλα κρεβάτια. Σιδερένια κρεβάτια, με μεταλλικούς σομιέδες, κρεβάτια για τιμωρημένους. Κάθε άστεγος παίρνει μια κουβέρτα από ύφασμα και χαρτί, λεπτή, αλλά καθαρή και απολυμασμένη. Πάνω σ' αυτές τις κουβέρτες ζαρώνουν, ξαπλώνουν, κοιμούνται οι άστεγοι. Μορφές γκροτέσκες, μοιάζουν βγαλμένες απ' τις σελίδες που η παγκόσμια λογοτεχνία έχει αφιερώσει στην περιπέτεια και στη δυστυχία. Μοιάζουν σαν ψεύτικοι σχεδόν. Γέροι ντυμένοι με κουρέλια, με γκρίζα γένια, αλήτες που κουβαλούν στις σκυφτές τους πλάτες ένα μπογαλάκι παρελθόν. Οι αρβύλες τους έχουν πάνω τους τη σκόνη από δεκαετίες οδοιπορίας και περιπλάνησης. Άντρες στα μισά της ζωής, με στολές λειψές, μισές και αυτές, με πρόσωπα σημαδεμένα από την πείνα και τη σκληρότητα. Νέοι, με παντελόνια που τους πέφτουν μεγάλα, τα μάτια τους να λάμπουν, από τον φόβο του κυνηγημένου – κι από πείσμα. Γυναίκες με σκούρα, άχρωμα κουρέλια, ντροπαλές και ξεδιάντροπες, περίεργες και αδιάφορες, ταραγμένες και παραιτημένες. Εκατό σε κάθε κοιτώνα. Οι γυναίκες, οι άντρες, οι ανήλικοι χώρια. Παίρνει κάπου δύο ώρες να συμπληρωθεί ο αριθμός. Από τις τέσσερις το απόγευμα ως τις εννιά το βράδυ είναι οι ώρες υποδοχής. Μια γαβάθα αχνιστή σούπα για τον καθένα. Όποιος έχει τα χάλια του, παίρνει και δεύτερο πιάτο. Κάθε πρωί είναι εκεί ο γιατρός, πολλοί στέκονται στην ουρά για να τους κοιτάξει. Οι περισσότεροι έχουν προβλήματα με τα πόδια τους. Είναι άνθρωποι που μια ζωή αναγκάζονται να τη βγάλουν περπατώντας και στα όρθια. Οι μισοί περίπου πάσχουν από αφροδίσια νοσήματα. Όλοι σχεδόν έχουν ψείρες. Δύσκολα τους πείθει κανείς να καθαριστούν. Η απολύμανση καταστρέφει τα ρούχα τους. Προτιμούν να ζουν με τις ψείρες, παρά με ακόμα πιο κουρελιασμένα ρούχα.   Κάποτε, χιλιάδες άνθρωποι ζούσαν προσωρινά στο Άσυλο των Αστέγων.  

 

 

                                             ΟΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ

 

 

     Οι οικογένειες μένουν σε χωριστά, ξύλινα παραπήγματα, μέσα στους κοιτώνες. Κάποιοι τα 'χουν βολεμένα, συγυρισμένα καλά. Σε κάθε γωνιά του κοιτώνα υπάρχει γκαζιέρα. Εδώ οι γυναίκες μαγειρεύουν. Μπουγάδα κρεμασμένη σε σκοινιά, ρούχα που στεγνώνουν μέσα στον αχνό των ζεστών φαγητών, της χώνεψης, των πολλών ανθρώπων σε κλειστό χώρο. Σε κάθε παράπηγμα μια λάμπα. Εδώ μένουν πρόσφυγες. Από την Πρωσία, τη Ρηνανία, το Χόλσταϊν. Γνωρίζονται. Κάνουν επισκέψεις μεταξύ τους. Κάποιοι έχουν λίγα έπιπλα φερμένα μαζί τους, κάποιοι έχουν καταφέρει να βρουν εδώ. Φαντάζομαι πως οι γυναίκες πιάνουν πότε-πότε κι εδώ τον καβγά. Για ένα παιδί, για ένα κατσαρόλι – συμβαίνει να τσακώνονται οι φτωχοί για τέτοια μικροπράγματα. Τα παιδιά είναι ξανθά, λίγο άπλυτα. Δεν έχουν ωραία παιχνίδια και ο κόσμος τους είναι μια αυλή, δέκα χαλίκια, ένα δέντρο και τα γύρω-γύρω. Α, τα γύρω-γύρω είναι το καλύτερο!    

 

 

                          Ο ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ

 

 

     Κάθισα κοντά του, μαζί του, στο παράπηγμά του. Ο αντισυνταγματάρχης κύριος Μπεσίν είναι αξιωματικός του τσαρικού στρατού, λιποτάκτης. Βρίσκεται στο Βερολίνο από τον Απρίλιο. Είναι γέρος και περήφανος κι αλύγιστος. Περπατάει λίγο λοξά με το πλάι, στραβά: αφού ο κόσμος ολόκληρος έχει στραβώσει. Επανάσταση! Ο τσάρος, ο πατερούλης, πάει! Πού είναι ο τσάρος; Πού είναι οι αξιωματικοί του; Πού είναι οι επιτελάρχες; Πού είναι η Ρωσία; Η Μεγάλη Ρωσία; Έχει πολεμήσει στον Κινεζικό, στον Ιαπωνικό, στον Μεγάλο Πόλεμο. Ήταν αντισυνταγματάρχης στο Γενικό Επιτελείο. Στο τέλος, στη Ρίγα. Μιλάει πολύ καλά γερμανικά, χαίρεται που μαζί μου μπορεί να μιλήσει ρωσικά. Δίπλα στο κρεβάτι του έχει εφημερίδες και βιβλία. Διαβάζει ό,τι πέσει στα χέρια του. Το στρατιωτικό του πηλήκιο κρέμεται στον τοίχο. Μου το δείχνει με παιδιάστικο, συγκινητικό καμάρι, όπως ένα αγόρι θα 'δειχνε το ταμπούρλο του. Θα ήθελε να δουλέψει. Δεν θέλει να γίνεται βάρος στην πόλη. Αντισυνταγματάρχης είναι. Για πόσο ακόμα θα κάνουν κομάντο οι μπολσεβίκοι; Όχι για πολύ! Είναι τρέλα! Πού είναι ο τσάρος; Ο πατερούλης ο Τσάρος; Πού είναι η Ρωσία; Έχει οικογένεια. Τα παιδιά του – μπορεί να χουν παντρευτεί, να 'ναι ποιος ξέρει πού, να 'χουν σκοτωθεί! Τι κόσμος είναι τούτος! Στραβός κόσμος! Ο καημένος ο αντισυνταγματάρχης! Η Ιστορία έκανε μια τούμπα και ο αντισυνταγματάρχης έπεσε στο Άσυλο των Αστέγων. Κάποτε, χιλιάδες άνθρωποι ζούσαν προσωρινά στο Άσυλο των Αστέγων. Τώρα διανυκτερεύουν κατά μέσον όρο χίλιοι κάθε νύχτα. Το πρωί η αστυνομία μπαίνει και κάνει έρευνα σε δυο-τρεις κοιτώνες. Όλο και βρίσκει κάποιον τον οποίο έψαχνε. Υπάρχουν κάποιοι που δεν τους ελέγχει πια κανείς. Τους ξέρουν. Έρχονται στο Άσυλο εδώ και δέκα χρόνια. Είναι τακτικοί πελάτες. Τακτικοί άστεγοι. Το προσωρινό έγινε μόνιμο. Έγινε η ζωή τους. Η πατρίδα και το σπίτι τους.

 

«Neue Berliner Zeitung», μεσημεριανό φύλλο, 23.9. 1920

 

 

Της Τίνας Μανδηλαρά από τη LIFO (2016)


Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ : Κόρη



Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ: 

                                                                Κόρη

06-sΤΟ ΤΡΕΝΟ μπῆ­κε ἕ­νας ἄν­τρας μέ­σης ἡ­λι­κί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος κου­βα­λοῦ­σε στὰ χέ­ρια, ὅ­πως κου­βα­λοῦν παι­δί, μιὰ με­γά­λη πά­νι­νη κού­κλα, ντυ­μέ­νη μὲ παι­δι­κὸ μπου­φάν.
       — Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, δύ­ο ἐ­λεύ­θε­ρες θέ­σεις;
       Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἐ­πι­βά­τες στὸ κου­πὲ κοι­τά­χτη­καν καὶ δὲν ἀ­πο­κρί­θη­καν.
       — Ο­ρί­στε – εἶ­πα, καὶ τοῦ ὑ­πέ­δει­ξα τὴ θέ­ση ἀ­πέ­ναν­τί μου. — Ὅ­μως, εἶ­ναι μο­νή.
       — Δὲν πει­ρά­ζει, αὐ­τὴ θὰ κα­θή­σει σὲ μέ­να.
       Τῆς ἔ­βγα­λε τὸ μπου­φάν, τῆς ἔ­φτια­ξε τὰ μαλ­λιά, τὴν βό­λε­ψε στὴν ἄ­κρη τοῦ κα­θί­σμα­τος καὶ κά­θη­σε δί­πλα της. Ἔ­πει­τα τὴν πῆ­ρε στὰ γό­να­τά του. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι στὸ κου­πέ, ξε­γλί­στρη­σαν γιὰ νὰ ψά­ξου­νε θέ­σεις ἀλ­λοῦ. Ἀ­πο­μεί­να­με μό­νον οἱ δύ­ο μας, δη­λα­δὴ οἱ τρεῖς μας.
       — Πῶς τὴ λέ­νε; – ρώ­τη­σα.
       — Ἄν­τε, πὲς στὸν θεῖ­ο πῶς λέ­γε­σαι. Ἔ;
       Ἡ κού­κλα σι­ω­ποῦ­σε.
       — Πές, Μα­α-ρί­ι… Μα­ρί­α λέ­γε­ται. Εἶ­ναι ντρο­πα­λή.
       Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἡ­λι­κί­α ἔ­τσι εἶ­ναι τὰ πα­ιδιά.
       — Γειά σου, Μα­ρί­α. Πό­σο χρο­νῶν εἶ­σαι;
       — Στὰ 5 —ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας.— Μό­νο ποὺ δὲν τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ μι­λά­ει καὶ πο­λύ. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; – χα­μο­γέ­λα­σε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὴν πει­ρά­ζει στὴ μύ­τη. Ἡ μύ­τη της ἦ­ταν ἕ­να φα­γω­μέ­νο ρὸζ κουμ­πί. — Θέ­λεις νὰ κα­θή­σου­με δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο; Ἄν­τε, ἀ­γα­πού­λα μου. Ἔ­λα νὰ δοῦ­με τώ­ρα τί ἔ­χει ἐ­κεῖ ἔ­ξω; Ὤ­ω­ω, δὲς αὐ­τὴ τὴν ἀ­γε­λά­δα πό­σο σο­βα­ρὴ μᾶς κοι­τά­ζει, καὶ τὸ γα­ϊ­δού­ρι ἐ­κεῖ, τὸ βλέ­πεις; Ὄ­χι, ὄ­χι, πιὸ πέ­ρα, δί­πλα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ δέν­τρο.
       Καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ με­τροῦν πό­σες ἀ­γε­λά­δες, γα­ϊ­δού­ρια, κό­τες, ἄ­λο­γα καὶ πρό­βα­τα θὰ ἔ­βλε­παν ἀ­πὸ τὸ τρέ­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἡ τύ­χη τοὺς χα­μο­γέ­λα­σε καὶ εἶ­δαν πε­λαρ­γούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­κό­μα πε­ρι­φέ­ρον­ταν στὰ κα­ψα­λι­σμέ­να χω­ρά­φια τοῦ προ­χω­ρη­μέ­νου Αὐ­γού­στου. Αὐ­τὸς τῆς ἀ­φη­γεῖ­το μιὰ πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸν πε­λαρ­γὸ καὶ τὴν ἀ­λε­ποῦ. Πο­λὺ τῆς ἀ­ρέ­σουν τέ­τοι­ες ἱ­στο­ρί­ες, μοῦ ἔ­κλει­σε τὸ μά­τι συ­νω­μο­τι­κά. Καὶ γε­νι­κῶς ὁ­τι­δή­πο­τε ἱ­στο­ρί­ες. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κά­ποι­α θεί­τσα μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζα στὸ κου­πὲ χω­ρὶς νὰ χαι­ρε­τή­σει, ἄ­φη­σε τὴ βα­λί­τσα της, ἔ­ρι­ξε ἕ­να βλέμ­μα στὸν ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος μι­λοῦ­σε στὴν κού­κλα, ἅρ­πα­ξε πά­λι τὴ βα­λί­τσα, ἄ­νοι­ξε πά­λι τὴν πόρ­τα, πέ­τα­ξε ἕ­να ἀ­νω­μα­λά­ρες καὶ βγῆ­κε μὲ κρό­το. Ὁ ἄν­τρας ἔ­βα­λε τὶς πα­λά­μες του στ’ ἀ­φτιὰ τοῦ παι­διοῦ, τὸ ἀγ­κά­λια­σε καὶ χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­μή­χα­να. (Τὰ ἀ­φτιά της ἦ­ταν δύ­ο μα­κριὰ σεν­τε­φέ­νια μύ­δια).
       — Οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν προ­σέ­χουν τί λέ­νε μπρο­στὰ στὰ παι­διά. – Ἔ­μει­ναν γιὰ λί­γο ἔ­τσι, αὐ­τὴ ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νη ἐ­πά­νω του.
       — Νυ­στά­ζει. Κοι­μή­σου, ἀ­γα­πού­λα μου, κοι­μή­σου.
       Τὴν με­τα­κί­νη­σε προ­σε­κτι­κὰ στὸ κά­θι­σμα καὶ ἔ­βα­λε τὸ μπου­φὰν ἀ­πὸ πά­νω της.
       Φαι­νό­ταν, ὅ­τι ὁ ἄν­τρας εἶ­χε κά­τι νὰ μοῦ πεῖ, ὅ­μως δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ ἀρ­χί­σει. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μπῆ­κε ὁ ἐ­λεγ­κτής, ἔ­κα­νε νό­η­μα, ἔ­ρι­ξε ἕ­να ἀ­φη­ρη­μέ­νο βλέμ­μα πρὸς τὸ κοι­μι­σμέ­νο —κά­τω ἀ­π’ τὸ μπου­φάν— παι­δί, τσέ­κα­ρε τὰ εἰ­σι­τή­ρια καὶ βγῆ­κε. Δὲν κα­τά­λα­βε ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, πῆ­ρα ἀ­νά­σα. Ὅ­λη τὴν ὥ­ρα κα­θό­μουν σ’ ἀ­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να μὴν τύ­χει καὶ γί­νει φα­σα­ρί­α, νὰ βγά­λει τὸ μπου­φάν, νὰ δεῖ ποι­ός κοι­μᾶ­ται κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τό, ν’­ ἀρ­χί­σει τὸ βρι­σί­δι καὶ νὰ φω­νά­ξει ἀ­στυ­νο­μί­α στὸ τρέ­νο. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι ὁ φό­βος μου ἦ­ταν κυ­ρί­ως λό­γῳ τοῦ… παι­διοῦ, δηλ. τῆς κού­κλας. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ τῆς προ­κα­λέ­σουν κά­ποι­ο κα­κό. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖο, ται­ριά­ζει νὰ πῶ, ὅ­τι εἶ­μαι ἐν­τε­λῶς ὁ­μα­λός, ἐ­φό­σον γρά­φω καὶ δι­η­γή­μα­τα. Ξέ­ρω, ὅ­τι αὐ­τὸ ἐ­πι­βα­ρύ­νει τὰ πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ κα­τὰ τὰ λοι­πά, εἶ­μαι σὲ ὅ­λα μου ἐν­τά­ξει.
       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ὁ ἄν­τρας τόλ­μη­σε τε­λο­σπάν­των νὰ ξε­κι­νή­σει. Κοί­τα­ξε πρὸς τὸ παι­δὶ καὶ εἶ­πε εὐ­θέ­ως ὅ­τι ἔ­χει νὰ μοῦ ζη­τή­σει μιὰ χά­ρη, ὅ­μως θὰ δεί­ξει κα­τα­νό­η­ση, ἂν τοῦ ἀρ­νη­θῶ. Τὸν ἐν­θάρ­ρυ­να νὰ συ­νε­χί­σει. Μι­λού­σα­με ψι­θυ­ρι­στὰ γιὰ νὰ μὴν τὴν ξυ­πνή­σου­με.
       — Μπαί­νω στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο —εἶ­πε— αὐ­τὴ ἀ­κό­μα δὲν ξέ­ρει. Ἔ­χω κά­τι ὄγ­κους ἐ­δῶ, οἱ για­τροὶ εἶ­παν ὅ­τι θὰ ἔ­χου­με σφα­γεῖ­ο, με­τὰ ἕ­να μή­να καὶ κά­τι, θε­ρα­πεί­α, ἄ­γνω­στο γιὰ πό­σο. Ἅ­μα δὲν ἦ­ταν αὐ­τή, θὰ τὰ εἶ­χα πα­ρα­τή­σει ὅ­λα, ὅ­μως…
       Ὁ ἄν­τρας ἔ­φτια­ξε ὄ­μορ­φά το μπου­φὰν ἐ­πά­νω της, κά­λυ­ψε τοὺς ὤ­μους της.
       — Δὲν θέ­λω νὰ μπεῖ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μα­ζί μου. Δὲν θὰ ἀν­τέ­ξει, δὲν εἶ­ναι γι’ αὐ­τήν. Καὶ πά­λι, μό­νη της δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει ὁ­λωσ­δι­ό­λου, βλέ­πε­τε πῶς εἶ­ναι.
       — Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος….
       — Δεν ὑ­πάρ­χει κα­νείς, ἡ μη­τέ­ρα της ἔ­φυ­γε… Μεί­να­με μό­νο οἱ δυ­ό μας.
       Δὲν κα­τά­λα­βα ἂν πέ­θα­νε, ἢ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε. Δὲν ρώ­τη­σα.
       — Θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως, σὲ κά­ποι­ο ἵ­δρυ­μα, προ­σω­ρι­νά – εἶ­πα ἐ­γώ, συ­νει­δη­το­ποι­ών­τας ἀ­κα­ρια­ῖα ὅ­λη τὴ μα­ται­ό­τη­τα τῆς πρό­τα­σής μου.
       — Πῆ­γα, ρώ­τη­σα σὲ δι­ά­φο­ρα… μὲ κα­τα­λα­βαί­νε­τε… Δὲν θέ­λουν οὔ­τε ν’ ἀ­κού­σουν, σὲ κα­νέ­να μέ­ρος. Λέ­νε πὼς εἶ­μαι τρε­λός, πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε τέ­τοι­ο παι­δὶ στὸ μη­τρῶ­ο. Ἐ­νῶ σὲ ἕ­να μέ­ρος, ἀ­κό­μα καὶ σκυ­λιὰ μᾶς ἀ­μό­λη­σαν. Ἡ Μα­ρί­α, ἡ κα­η­με­νού­λα, πο­λὺ τρό­μα­ξε.
       Σω­πά­σα­με ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, νύ­χτω­νε.
       — Κοι­τάξ­τε —εἶ­πε αὐ­τός— ἐ­σεῖς εἶ­στε ὁ μό­νος ποὺ τῆς μί­λη­σε. Γί­νε­ται νὰ σᾶς τὴν ἀ­φή­σω… προ­σω­ρι­νά;
       Ἡ ἐ­ρώ­τη­ση εἶ­ναι δι­α­τυ­πω­μέ­νη μὲ ὅ­λη τὴν εὐ­θύ­τη­τα ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που σὲ ἀ­δι­έ­ξο­δο.
       — Γί­νε­ται… γιὰ ἕ­ναν-δύ­ο μῆ­νες… Αὐ­τὴ δὲν δη­μι­ουρ­γεῖ προ­βλή­μα­τα, οὔ­τε κὰν τρώ­ει… Ἐ­γὼ θὰ σᾶς ἀ­φή­σω χρή­μα­τα, ἐν­νο­εῖ­ται… Τῆς ἀρ­κεῖ νὰ ξέ­ρει, ὅ­τι δὲν εἶ­ναι μό­νη. Μπο­ρεῖ­τε νὰ τῆς λέ­τε κά­τι, νὰ τῆς δι­α­βά­ζε­τε πα­ρα­μύ­θια, αὐ­τὴ κα­τα­λα­βαί­νει τὰ πάν­τα… Ἔ;
       Κα­θή­σα­με ἀρ­κε­τὰ λε­πτὰ ἔ­τσι. Στὸ κου­πὲ σκο­τεί­νια­ζε, δὲν ἀ­νά­ψα­με τὴ λάμ­πα. Ὁ ἄν­τρας ἔ­πρε­πε νὰ κα­τε­βεῖ στὸν ἑ­πό­με­νο σταθ­μό, στὴν πό­λη, ἐ­κεῖ ὅ­που θὰ τὸν ἐγ­χεί­ρι­ζαν.
       Σί­γου­ρα εἶ­πα ναί. Ὁ ἄν­τρας ἔ­γρα­ψε σὲ ἕ­να χαρ­τά­κι τὸ ὄ­νο­μά του, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, τὸ τμῆ­μα καὶ τὸν για­τρὸ ποὺ θὰ τὸν ἐγ­χεί­ρι­ζε. Τοῦ ἔ­δω­σα τὸ τη­λέ­φω­νό μου, ὑ­πο­σχέ­θη­κα νὰ τοῦ τη­λε­φω­νή­σω με­τὰ τὴν ἐ­πέμ­βα­ση καὶ νὰ ἔρ­θου­με στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο. Τοῦ εἶ­πα, ὅ­τι θὰ βγῶ νὰ κα­πνί­σω ἕ­να τσι­γά­ρο. Τοὺς ἄ­φη­σα νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στοῦν. Αὐ­τὸς δὲν τὴν ξύ­πνη­σε, πα­ρὰ μό­νο ἔ­φτια­ξε τὸ μπου­φὰν ἐ­πά­νω της. Τὸ τρέ­νο στα­μά­τη­σε. Ση­κώ­θη­κε, ντύ­θη­κε, δὲν ξε­κολ­λοῦ­σε τὸ βλέμ­μα του ἀ­π’ αὐ­τή, τὸν βο­ή­θη­σα νὰ κα­τε­βά­σει τὴ βα­λί­τσα του καὶ τό­τε πα­ρα­τή­ρη­σα πό­σο ἀ­δύ­να­τος ἦ­ταν. Κα­τά­φε­ρε νὰ κα­τε­βεῖ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ κου­πέ. Με­τα­κι­νή­θη­κα πρὸς τὸ δι­κό του μέ­ρος, δί­πλα στὸ παι­δί, καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψα μὲ τὸ χέ­ρι. Σή­κω­σα τὸν ἀν­τί­χει­ρα, ὅ­τι ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά, τὸ τρέ­νο ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κε καὶ ὁ ἄν­τρας ἔ­μει­νε στὸ σκο­τά­δι.
       Ὅ­ταν φτά­σα­με στὴ Σό­φια, ἀ­να­σή­κω­σα προ­σε­κτι­κά το κο­ρι­τσά­κι, ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νο καὶ μό­νο χα­λά­ρω­νε τὸ κε­φά­λι του στὸν ὦ­μο μου. Πῆ­ρα τὶς δύ­ο τσάν­τες στὸ ἄλ­λο χέ­ρι μου καὶ βγῆ­κα.

Πέ­ρα­σαν δύ­ο χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε. Ὁ πα­τέ­ρας, πέ­θα­νε μιὰ ἡ­μέ­ρα με­τὰ τὴν ἐγ­χεί­ρι­ση. Ἡ Μα­ρί­α εἶ­ναι πλέ­ον στὰ 7 καὶ ἐ­νό­σω ἐ­γὼ τε­λει­ώ­νω αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α, παί­ζει στὸ πά­τω­μα δί­πλα μου.

_____________________________
μετάφραση:Σπύρος Ν. Παπάς (Πλανόδιον  Ιστορίες Μπονζάϊ)

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2020

«πως η ανάγκη γίνεται ιστορία: πως απ’ τα σπάρτα φτιάχναμε σκουτιά»




   
                  
 «πως η ανάγκη γίνεται ιστορία:
πως απ’ τα σπάρτα φτιάχναμε σκουτιά»*


     Ύφαινε η μάνα μου κάτι λεπτές και δροσερές κουβερτούλες, πολύ χρήσιμα σκεπάσματα του καλοκαιριού. Και κάθε φορά, όπως τώρα, που ανθίζουν τα σπάρτα κατακλύζοντας πλαγιές και δρόμους με αυτό το έντονο και γλυκό κίτρινο, μου έρχεται στο νου όλη αυτή η διαδικασία που προανέφερα και στην οποία συμμετείχα ως μόνιμος βοηθός. Τα χρόνια περνάνε,  γεράσαμε, όλο λέω να κάτσω να γράψω αυτήν την … τεχνογνωσία που κουβαλάω στη μνήμη μου και όλο το αναβάλω. Μα φέτος το αποφάσισα.
     Όλη η δουλειά γινότανε κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού που μέναμε στο κτήμα για τις ανάγκες της σταφιδοκαλλιέργειας. Περιδιαβαίναμε τα ατέλειωτα σπάρτα, διάλεγε η μητέρα μου τα πιο κατάλληλα και τα έκοβε στη ρίζα, αφήνοντάς τα επί τόπου μέσ’ στο λιοπύρι να ξεραθούν για καμιά βδομάδα. Μετά με ζαλιά στην πλάτη τα κουβαλούσε σ’ ένα ποταμάκι που κράταγε νερό και το καλοκαίρι και τα απίθωνε σε μια μεγάλη φυσική γούρνα με βούρλα, βατράχια και ακίνδυνα νερόφιδα. Τα πλάκωνε από πάνω με κάτι πλάκες (τα σπάρτα όχι τα νερόφιδα) για να μη μετακινούνται. Στη βδομάδα τα ‘βγαζε πάλι στο λιοπύρι και μετά στο σπίτι κάτω από τον ίσκιο της τεράστιας αριάς, όπου είχε στηθεί και ο φερμένος με το άλογο απ’ το χωριό, αργαλειός.
     Άρχιζε το τελικό στάδιο που στο πρώτο μέρος του με μεγάλη χαρά συμμετείχα κι’ εγώ. Με ένα ξύλινο εργαλείο σαν «Π» (όχι το … 3,14) που πάνω είχε ένα κενό μέσα στο οποίο ανεβοκατεβάζαμε με το χέρι μια συνδεδεμένη ξύλινη μασέλα με δόντια κροκόδειλου και μασούσε τα ξερά σπάρτα (μου φαίνεται πως το λέγαμε «μάγγανο»). Τα μασημένα σπάρτα τα έξαινε η μάνα μου με το λανάρι --κάτι σαν μεγάλη βούρτσα μαλλιών με σιδερένια δόντια-- καθαρίζοντας τις ίνες από τα τσόφλια. Οι ίνες αναφουφουλιάζονταν και με τη βοήθεια της ρόκας μετατρέπονταν σε λινό νήμα που τυλιγότανε σε κουβάρια. Τάκα τούκα, τάκα τούκα ο αργαλειός με τα αδράχτια, άσπρη κλωστή, το νήμα με τη σαΐτα και έτοιμη η κουβερτούλα και με διακοσμητικά, μάλιστα:  κλώστινα κρόσσια στα τελειώματα.
     Τέλος, μούλιασμα του υφαντού στο ποταμάκι και κοπάνημά του πάνω σε πέτρινη επιφάνεια με τον κόπανο  -- ένα πλατύ και βαρύ πλατανίσιο ξύλο με μονοκόμματο χερούλι πολύ χρήσιμο για το σπίτι που το αδικεί η μεταφορική του χρήση για παλιανθρώπους – πάλι μούλιασμα, πάλι κοπάνημα, μούλιασμα κοπάνημα, μούλιασμα κοπάνημα και άπλωμα για στέγνωμα στα πουρνάρια. Μια κάτασπρη λινή και δροσερή κουβερτούλα ήταν στη διάθεσή μας.
    

*Ο Άλκης Αλκαίος εκτός από εξαίρετος ποιητής ήταν και ένας πολύ ευγενής και ευαίσθητος άνθρωπος και πιστεύω θα μου συγχωρούσε αυτή τη μικρή αλλά καλοπροαίρετη παρέμβαση στους στίχους του.