Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Ιπποκλείδης !!!


 

 
                              Ιπποκλείδης*                                                               

                                                             του Ντίνου Χριστιανόπουλου

 
Μια φορά κι έναν καιρό, εδώ και δυόμιση χιλιάδες χρόνια, ήταν ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Κλεισθένη, κι ήθελε να παντρέψει τη μοναχοκόρη του. Στέλνει λοιπόν ανθρώπους του σε όλα τα βασίλεια, να διαλαλήσουν την απόφασή του: εκείνοι που ήθελαν την όμορφη βασιλοπούλα, να μαζευτούνε στο παλάτι του∙ εκεί θα έκαναν αγώνες και τσιμπούσια, κι ο βασιλιάς θα διάλεγε στο τέλος τον καλύτερο. Σαν τ' άκουσαν αυτό τα βασιλόπουλα, ξεκίνησαν για το παλάτι του Κλεισθένη. Άλλος ξεχώριζε για ομορφιά, άλλος για την παλικαριά του, άλλος για την καταγωγή του και άλλος για τα πλούτη του. Μα απ' όλους ξεχώριζε ο Ιπποκλείδης, το πρώτο της Αθήνας αρχοντόπουλο, που έσκιζε σε ομορφιά και τσαχπινιά. Αυτόν τον συμπαθούσε ιδιαίτερα ο Κλεισθένης.
Σαν ήρθε ο καιρός να γίνει η κρίση, κι αφού τελειώσαν οι αγώνες, ο βασιλιάς οργάνωσε συμπόσια και γλέντια. Τρεις μέρες τρώγαν κι έπιναν με μουσικούς και αυλητρίδες∙ και ξαφνικά την τρίτη μέρα, σηκώνεται ο Ιπποκλείδης μες στη σούρα του κι αρχίζει να χορεύει ένα χορό από αυτούς που ξέραν μόνοι οι ηνίοχοι, και δος του να λυγάει μαργιόλικα τη μέση του, και δος του οι άλλοι ένα γύρο παλαμάκια. Ύστερα σάλταρε επάνω στο τραπέζι, στηρίχτηκε με το κεφάλι κάτω κι άρχισε να χορεύει με τα πόδια στον αέρα, χωρίς ούτε στιγμή να χάσει την ισορροπία του. Σε λίγο κατεβαίνει, αρπάζει το τραπέζι με τα δόντια του και το σηκώνει αψηλά, κι αρχίζει να χορεύει έναν κόρδακα, δίχως ν' αφήσει να του πέσει ούτε ένα κύπελλο. Όλοι κρατούσαν την αναπνοή τους από θαυμασμό - ποιος να φανταζόταν τόση μαγκιά μες στο παλάτι! Μα ο Κλεισθένης, βλέποντάς τα όλα αυτά, άφριζε μέσα του απ' το κακό του. Όσο κι αν συμπαθούσε το αρχοντόπουλο, τον διάδοχο τον ήθελε συμμαζεμένο και κιμπάρη, όχι μαγκάκι των χαμαιτυπείων. Γι' αυτό και μόλις τέλειωσε ο χορός, κατέβηκε οργισμένος απ' το θρόνο του και είπε στον Ιπποκλείδη: «Κρίμα, λεβέντη μου∙ μ' αυτά σου τα καμώματα έχασες και το θρόνο και τη νύφη». Κι ο Ιπποκλείδης τού απάντησε κοφτά: «Σκασίλα μου!»
Έτσι έχασε και πλούτη και τιμές, για ένα κέφι, μα κέρδισε όλων τις καρδιές ο Ιπποκλείδης. Και έμεινε αθάνατος στην ιστορία, πρώτος ρεμπέτης του ντουνιά.

 

*Από τα μικρά πεζά ΟΙ ΡΕΜΠΕΤΕΣ ΤΟΥ ΝΤΟΥΝΙΑ (Ιανός, Θεσσαλονίκη 2004)

______________________________________________

Σημείωση:

Βασίζεται σε περιστατικό που έχει διασώσει ο Ηρόδοτος και διαδραματίστηκε κατά τη διαδικασία επιλογής γαμπρού για την κόρη του Αγαρίστη από τον τύραννο Κλεισθένη της Σικυώνας (σημερινό Κιάτο). Προσέτρεξαν δεκατέσσερα αρχοντόπουλα από πολλές περιοχές της Ελλάδας. Ο Κλεισθένης επέλεξε τον Αθηναίο Ιπποκλείδη γιο του άρχοντα Τεισάνδρου και φύλαξε να ανακοινώσει την επιλογή του σε μεγάλο γλέντι με εκατό βόδια για τους μνηστήρες και όλους τους Σικυωνίους. Εκεί, όταν ήπιαν, ο Ιπποκλείδης κάλεσε τον αυλητή και άρχισε να χορεύει, κάτι που δεν άρεσε πολύ στον Κλεισθένη. Όταν δε ζήτησε ένα τραπέζι και συνέχισε το χορό ανεβαίνοντας σε αυτό, ο Κλεισθένης θεώρησε αναίδεια το χορό. Ιδιαίτερα δε, όταν ο Ιπποκλείδης χόρεψε ισορροπώντας, στηρίζοντας το κεφάλι του στο τραπέζι, και «χειρονόμησε» με τα πόδια του (όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος), ο Κλεισθένης εξερράγη και του είπε: «Ω παι Τεισάνδρου, απόρχησαο γε μεν τον γάμον!» (Ω γιε του Τεισάνδρου, με το χορό σου έχασες τον γάμο) και ο Ιπποκλείδης του απάντησε: «Ου φροντίς Ιπποκλείδη» (δε τον νοιάζει τον Ιπποκλείδη), μια φράση που ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι έμεινε παροιμιώδης

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Μια πολύ ιδιαίτερη και άκρως ενδιαφέρουσα ματιά στη δικαιοσύνη !!!




                                     
 
 
                                     Του Κωστή Δεμερτζή
                                                 δικηγόρου Αθηνών, δρ. Νομικής
                                                                                  

 Ένα θεώρημα για την υποστασιακή πλάνη του δικαστή  και δυο πορίσματα σχετικά με τις  δυο πλευρές της δικαστικής έδρας 

Λέοντός τις κυνηγὸς ἴχνη ἐπεζήτει· δρυτόμον   δέ ἐρωτήσας εἰ εἶδεν ἴχνη λέοντος καὶ               
ποῦ κοιτάζει έφη: "Καὶ αὐτὸν τὸν λέοντά σοι ἤδη δείξω".
  Ὁ δὲ ὠχριάσας ἐκ τοῦ φόβου καὶ τοὺς ὀδόντας συγκρούων εἶπεν·
" Ἴχνη μόνα ζητῶ, οὐχὶ αὐτὸν τὸν λέοντα".

                                      Αισώπου: «Δειλός κυνηγός και δρυτόμος»


Το θεώρημα
 
Υπάρχει μια πλάνη στην οποία μπορεί να υποπέσει εύκολα μια δικαστική έδρα. Η υποστασιακή πλάνη. Η πλάνη ότι, εφόσον ο δικαστής έκρινε έτσι, τα πράγματα έγιναν έτσι κιόλας.
Ότι, ας πούμε, αν η έδρα γράψει σε απόφασή της ότι δεν σταυρώθηκε ο Χριστός, όποιος πει ότι σταυρώθηκε λέει ψέματα – και επιπλέον «δεν σέβεται τις δικαστικές αποφάσεις».
Η αλήθεια, κύριοι δικαστές, είναι ότι υπάρχει ένα αντικειμενικό γεγονός, γεγονός του παρελθόντος, κι εσείς, με την απόφασή σας, είστε ή σύμφωνοι με το γεγονός, ή έρχεστε σε σύγκρουση με αυτό. Στην πρώτη περίπτωση, η απόφασή σας είναι σωστή, στην δεύτερη είναι λάθος.

 Πόρισμα 1

Από αυτό το θεώρημα, μπορείτε να βγάλετε ένα πόρισμα, να διορθώσετε, άμα θέλετε, μιαν οφθαλμαπάτη. Γιατί η θέση σας, στην έδρα, ψηλά, με τον κατηγορούμενο καταπτοημένο κάτω, στο εδώλιο, σας δίνει μια ψευδαίσθηση ότι εσείς κρίνετε. Η αλήθεια είναι ότι εσείς κρίνεστε. Και κατά μείζονα λόγο σε μια περίπτωση καθαρή, κάτι που προκύπτει, συχνότατα από τον φάκελο της δικογραφίας.
Εσείς, αυτή τη στιγμή, είσαστε σε μια σκηνή, και κάτω κάθεται ο κριτής σας και βλέπει, και κρίνει: σας τίθεται ένα ερώτημα. Εδάρη ή όχι ο κύριος Κ; Αυτός, που είναι κι ο δαρμένος, γνωρίζει την απάντηση. Και εσείς, με την απόφασή σας, ή θα την βρείτε, και θα απαντήσετε σωστά. Ή δεν θα την βρείτε. Και θα απαντήσετε λάθος. Ή θα απαντήσετε λάθος εξεπίτηδες, για λόγους οποιουσδήποτε, συστηματικούς (συχνότατα τέτοιος είναι το άρθρο 366 παρ. 2 Π.Κ., ή το λάθος κάποιου άλλου δικαστικού, πριν από εσάς, στην ίδια υπόθεση) ή ατομικούς. Συνεπώς, είναι ο κύριος Κ. ο οποίος, στο τέλος της διαδικασίας, θα γνωρίζει εάν έχετε βρει την σωστή απάντηση ή έχετε απαντήσει λάθος. Αυτός θα σας κρίνει. Δεν κρίνετε εσείς αυτόν.
 
 
 
 
 

Διερεύνηση:
Αν η δικαστική κρίση, κατά τα παραπάνω, είναι ένα τεστ για σας τους ίδιους, έχει, όμως, μία σημαντική διαφορά, από τα συνήθη τεστ. Ότι ενώ αν απαντήσετε σωστό ή λάθος σε εξετάσεις, ας πούμε στο μάθημά σας στη Νομική, τις συνέπειες θα τις υποστείτε εσείς. Αν απαντήσετε σωστό ή λάθος από έδρας, τις συνέπειες θα τις υποστεί ο δικαζόμενος. Αυτό σας διασφαλίζει ένα ανεύθυνο, το οποίο για πολλούς δικαστές σημαίνει ανευθυνότητα, ενώ δογματικά καλύπτεται πίσω από την «ελευθερία της δικαστικής κρίσης».
Σε κάθε τέτοια κρίση, κρίνονται όχι μόνο η ίδια η κρίση, αλλά και ο κρίνων. Ο κρίνων κρίνεται, καταρχάς, από το αν έφτασε στην ορθή κρίση, ή όχι. Αλλά τελικά η ορθότητα της κρίσης είναι ιδιότητα της κρίσης, ενώ η κριτική του δικαστή αφορά τον κρίνοντα. Οι δύο κριτικές συσχετίζονται στενά και ισχυρά, αλλά δεν ταυτίζονται μεταξύ τους. Κυρίως, επειδή υπάρχει το ενδεχόμενο του λάθους.
Η βασική κατηγορία, συνεπώς, της κριτικής της δικαστικής απόφασης είναι το σωστό / λάθος. Η διάκριση της απόφασης σε «σωστή» και «λάθος», ανάλογα με τον βαθμό της συμφωνίας τους με την πραγματικότητα δεν μπορεί να παραβλεφθεί. Ιδίως δεν μπορεί να καλυφθεί από οποιονδήποτε φορμαλισμό ο οποίος θα εστίαζε, τυχόν, στο «κύρος της δικαστικής απόφασης», στην «αρτιότητα της διαδικασίας» και στην σπουδαιότητα της δικαστικής λειτουργίας στην δημοκρατική κοινωνία.
Στην πραγματικότητα, οι λειτουργίες της δικαστικής απόφασης μπορούν να συνοψιστούν σε τρεις κατηγορίες:
(α) πρακτικές (όχι απλώς νομικά, το δεδικασμένο και η εκτελεστότητα, αλλά όλες οι απώτερες πραγματικές τους συνέπειες, που μπορεί να είναι εκτεταμένες)
(β) συμβολικές, οι οποίες ακριβώς σχετίζονται με το «κύρος της δικαστικής απόφασης», αλλά είναι διπλής όψης, σαν τον Ιανό: δεν είναι μόνον το «κύρος της δικαστικής απόφασης» που μεταβιβάζεται στην δικαστική απόφαση, αλλά και αντίστροφα, το «ορθό ή λάθος» της συγκεκριμένης δικαστικής απόφασης (που το ξέρει καταρχάς ο δικαζόμενος), που μεταβιβάζεται στο κύρος της δικαστικής απόφασης – και της λειτουργίας της δικαιοσύνης.
(γ) αποδεικτικές, ως «τεκμήριο της αληθείας», το οποίο είναι ΜΑΧΗΤΟ.
Επομένως, η κεντρική «ιδιότητα» μιας δικαστικής κρίσης είναι το ορθό ή το λάθος της. Εδώ στηρίζεται μια «κριτική της δικαστικής κρίσης» (ο όρος «κριτική» τίθεται, εδώ, υπό την Καντιανή έννοια του όρου, δηλαδή ως διερεύνηση των μεταφυσικών προϋποθέσεων κάθε κρίσης και των πρακτικών συνεπειών τους). Η κριτική του δικαστικού κρίνοντος διαφοροποιείται από την κριτική της δικαστικής κρίσης κατά το ότι η πρώτη περιλαμβάνει τρεις παραμέτρους, τις οποίες δεν περιλαμβάνει η δεύτερη. Ενώ και η κριτική του δικαστικού κρίνοντος έχει ως κεντρικό ζητούμενο, πάλι, το σωστό / λάθος της δικαστικής κρίσης που αυτός ο ίδιος εξέφερε, συνυπολογίζει επιπλέον και τους ακόλουθους παράγοντες:
(α) Την διανοητική προσπάθεια. Αυτή είναι, και δίδεται από τον δικαστή, ad hoc σε κάθε δικαστική κρίση. Στηρίζεται σε ένα υπόβαθρο νοημοσύνης και γνώσης, και προϋποθέτει ένα διανοητικό θάρρος.
(β) Την επάρκεια. Όχι μόνο διανοητική, αλλά κυρίως ηθική. Η ηθική διάσταση της υποκειμενικότητας αφορά κατά κύριο λόγο το θάρρος που χρειάζεται η προσέγγιση της αληθείας, με μοναδικό οδηγό την δικαιοσύνη, ως ιδέα και πρότυπο. Ο Αισώπειος μύθος που παρατίθεται ως μότο, στην αρχή του κειμένου, «δειλός κυνηγός και δρυτόμος», δείχνει την σύνδεση της γνώσης με την δύναμη που χρειάζεται να «δεις» την ίδια την αλήθεια. Η αλήθεια είναι ο λέων και τα ίχνη του είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα κ.τ.λ. Είναι εύλογο ότι ο δικαστής θα ακολουθήσει τα «ίχνη» για να φτάσει στον λέοντα της αληθείας. Αλλά, ανάλογα με τα ηθικά του προσόντα, και ιδίως – μας λέει ο Αίσωπος – ανάλογα με το ηθικό (και λοιπό) θάρρος του, μπορεί να τα ακολουθήσει προς την μεριά του λέοντος της αληθείας, μπορεί και προς την αντίθετη.
(γ) Την διαχείριση της αμφιβολίας. Αντιπροσωπεύει τον συστηματικό παράγοντα.
Θα προσέθετα, στο σημείο αυτό, ότι η προσέγγιση της αληθείας είναι πάντοτε μοναχική και ατομική. Εκ των πραγμάτων, οι πολυμελείς έδρες, εάν τείνουν να σκέπτονται ομαδικά, υπόκεινται στο σφάλμα της «ομαδικής σκέψης» (group thinking). Αυτό δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως επιχείρημα κατά των πολυμελών συνθέσεων. Προσωπικά θεωρώ ότι οι πολυμελείς συνθέσεις είναι ασφαλέστερες, ιδίως επειδή μπορούν να αντιπαραβληθούν και να αλληλοεπηρεαστούν θετικά οι μεταξύ τους ατομικές και μοναχικές πορείες προς την αλήθεια – αλλά αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι θα παραμείνουν ατομικές (κάτι το οποίο, θεσμικά, αντιπροσωπεύει το δικαίωμα ατομικής ψήφου, και διαφωνούσας γνώμης για τον κάθε δικαστή). Αντίθετα, εάν οι πολυμελείς συνθέσεις λειτουργούν ως μήτρες group thinking, η ευθύνη της απόφασης διαχέεται, και η ίδια η απόφαση υπόκειται σε μεγαλύτερα σφάλματα (και γίνεται περισσότερο «συστεμική») απ’ όσα εάν λειτουργούσε ο καθένας δικαστής μόνος του.
Εν τέλει, παραμερίζοντας την γνωστή (και υπερτιμημένη, κατά τη γνώμη μου) παραδικαστηριακή ρήση («ο δικαστής … αν ξέρει και ολίγα νομικά δεν βλάπτει»), θα έθετα το ζήτημα ως εξής: η συγκέντρωση της τριάδας νοημοσύνης, δικαιοσύνης και θάρρους είναι μια ευνοϊκή περίπτωση που πιθανολογεί – χωρίς ποτέ να την διασφαλίζει – μια σωστή δικαστική απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαστής θα ξέρει και καλά νομικά.

 Πόρισμα 2:
Το να έχεις κερδίσει μια δίκη δεν είναι το τελικό κριτήριο της αλήθειας. Είναι και αν έχεις κερδίσει με σωστή απόφαση. Αν είναι να χάσεις, να έχεις χάσει με λάθος απόφαση.
Στο επίπεδο αυτό, η κύρια γνωστική συνέπεια ενός δικαστικού λάθους είναι η γνωστική ασυμφωνία (cognitive dissonance). Η γνωστική ασυμφωνία είναι η μορφή με την οποία εκδηλώνεται η αξίωση για ορθές δικαστικές αποφάσεις, όταν η ίδια η δικαστική απόφαση που εκφωνείται στο τέλος της διαδικασίας είναι λάθος.
Στο υποκειμενικό πεδίο, η γνωστική ασυμφωνία εισβάλλει, με όλη την δυναμική της κατά το μέρος που προσλαμβάνεται ως «αποτυχία» του δικαζομένου, κατά το μέρος που λειτούργησε ως παράγοντα της δικαστικής διαδικασίας, να επηρεάσει το οργανωμένο σύστημα της δίκης σε τέτοιο βαθμό ώστε η δικαστική απόφαση να εκδίδεται σύμφωνα με την απαίτηση της γνωστικής συμφωνίας.

 Διερεύνηση:
Στην σχετική μόνο αξία της δικαστικής απόφασης (ως «τεκμηρίου» της αληθείας, και μάλιστα μαχητού) μπορεί να στηριχτεί μια αντίστοιχη «κριτική» (κατά την Καντιανή, πάντοτε, έννοια του όρου) του δικαζομένου.
Αυτό, ενόψει του ότι και ο δικαζόμενος λαμβάνει, κατά την διάρκεια της δίκης, αποφάσεις. Η τελική απόφαση για το αν θα γίνει ή όχι μια δίκη, και για την στάση που θα κρατήσει αυτός που θα συμμετάσχει σ’ αυτήν – ή που είναι υποχρεωμένος να συμμετάσχει – δεν συναρτάται πρωτίστως από την δικαστική απόφαση που αναμένεται «εμπειρικά» και με πιθανολόγηση (λ.χ. αν «το δικαστήριο θα πάει με την πραγματογνωμοσύνη» ή «με την εισήγηση» ή αν «το παιδί (σε δίκη επιμέλειας) θα το πάρει η μητέρα»), αλλά με την υπαρκτικής τάξεως ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ απόφαση να εμμείνει ο δικαζόμενος στην ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ. Είναι τελείως διαφορετικό να χάσει κάποιος μια δίκη αφού έχει πει αυτά που συνιστούν την αλήθειά του, και διαφορετικό το να την έχει «δώσει» ο ίδιος, ιδίως εάν το «δόσιμο» σημαίνει να την έχει «προ-δώσει». Η δικαστική απόφαση έχει κατά κύριο λόγο πρακτικές συνέπειες – και συμβολικές, όχι ασήμαντες, βέβαια. Όμως, πάνω και πέρα απ’ αυτές, ο εξαναγκασμός του προσώπου να αποσπαστεί από την αλήθειά του είναι προσωπική αλλοτρίωση. Καμία δικαστική απόφαση, οσοδήποτε λάθος και αν είναι, δεν μπορεί να βλάψει το πρόσωπο στο βαθμό που μπορεί να βλαφτεί το ίδιο από την δική του στάση, εφόσον παραδώσει την αλήθειά του.
Η «αλήθεια – του – δικαζομένου» δεν ταυτίζεται αναγκαία με την «αντικειμενική» αλήθεια. Σχετίζεται, ενίοτε ισχυρά, με την τελευταία, αλλά το είδος της σχέσης και συσχέτισης των δυο τους ενδέχεται να ποικίλλει. Σε κάθε κρίση του δικαζόμενου, σε κάθε απόφασή του, είναι η δική του σειρά, πλέον, να αντιμετωπίσει τον δικό του λέοντα της αληθείας, από την δική του πλευρά της δικαστικής έδρας. Κάτι που απαιτεί και γενική νοημοσύνη, και επαρκές νοητικό υπόβαθρο, και ad hoc νοητική προσπάθεια, και διανοητικό θάρρος.
Αυτό, όμως, είναι ένα ζήτημα «εσωτερικό» του δικαζομένου. Αντίθετα, η στάση του δικαζομένου σε μια δίκη, σε συσχέτιση με την εσωτερική του γνώση, αφορούν στις ανταλλαγές μεταξύ του ιδίου και του έξω κόσμου.
Οι «ανταλλαγές» αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν κάθε δυνατή μορφή – και καλά είναι ο δικαζόμενος να έχει ένα ευρύ ρεπερτόριο επιλογών, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει και τη συμφιλίωση, και των συμβιβασμό, αλλά και το δικαίωμα αντίστασης, όταν προσβάλλεται μέσα του το αίσθημα του δικαίου.
Η προσήλωση του δικαζομένου στο εσωτερικό του αίσθημα της δικαιοσύνης δεν μπορεί να παραβλεφθεί. Όσοι υπερτιμούν την ανάγκη «κοινωνικής ειρήνης» ή «σημασίας της δικαστικής λειτουργίας σε μια δημοκρατική κοινωνία», ή πρακτικές και ωφελιμιστικές εισαγόμενες έννοιες, όπως «το συμφέρον του τέκνου», υποτιμούν την θεμελιακή, φιλοσοφικά, δίψα του δικαζομένου για δικαιοσύνη.
Ως δικαστική στρατηγική εκτιμώ ιδιαίτερα τους δικαζόμενους που υπερασπίζονται την αλήθειά τους, ακόμα κι όταν «όταν προβλέπουν, και πολλοί προβλέπουν», κατά την έκφραση του Καβάφη, στις «Θερμοπύλες» του, ότι το δικαστήριο τελικά θα τους την απορρίψει. Και εδώ η κύρια αρετή του δικαζομένου είναι το θάρρος.
Αρκεί να πρόκειται για αλήθεια έμπεδη, βέβαια, και όχι απλή πράξη προβολής του υποκειμένου στον εξωτερικό κόσμο. Το τελευταίο είναι αυθαιρεσία παρόμοιας τάξεως με αυτήν της δικαστικής αυθαιρεσίας, και η καλά θεμελιωμένη απόρριψή της ένας από τους θεσμικούς, αλλά και υπαρξιακούς, και γνωσιολογικούς, σκοπούς του δικαστικού ελέγχου.

Εν συνόψει:
Όσον αφορά τις αντίστοιχες γνωστικές θέσεις της κάθε πλευράς της έδρας, του δικαστή και του δικαζομένου, η ασυμμετρία είναι και παραμένει δομική. Είναι ο δικαζόμενος αυτός που, από πλεονεκτική θέση, «αυτός ξέρει», αυτός κρίνει πώς έκρινε ο δικαστής (κατά την αντικειμενική όψη) – ή τουλάχιστον (κατά την υποκειμενική όψη) πώς διαχειρίστηκε τα στοιχεία που είχε στην διάθεσή του για να κρίνει.
Όμως, το γεγονός ότι η «τριάδα» νοημοσύνης, θάρρους και δικαιοσύνης, όπως ακριβώς τίθεται από την δικαστική πλευρά έδρας, ανασυσταίνεται – και τίθεται – και από την «λαϊκή» της πλευρά, δηλαδή την πλευρά του δικαζομένου, δημιουργεί μια ηθική αντιστοιχία της θέσης του ανθρώπου κάτω από την δικαστική έδρα με την αντίστοιχη του ανθρώπου που κάθεται πάνω της.

Κωστής Δεμερτζής

Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

'Ενα διήγημα από την Κύπρο !!!


                                
 

Ειρένας Ιωαννίδου-Αδαμίδου*

 

                                ΤΟ ΣΚΥΛΙ
 
Το βλέπω έξω, σε κάποια σκιά του κήπου, να κάθεται και να
κοντανασαίνει το γέρικο πιστό σκυλί μας. Δεν ξέρω πως έτυχε να
σταματήσω απάνω του το βλέμμα μου τούτη τη φορά. Πάντα το ‘βλεπα
σαν κάτι ασήμαντο, μια φτηνή ζωή που περνούσε διακριτικά κι αθόρυβα
στο περιθώριο της αδικίας μας. Γιατί ποτέ δεν είχε το θάρρος να ζήσει
σαν κανονικό σκυλί ανάμεσά μας. Απ’ την αρχή –κουταβάκι σχεδόν όταν
μας το ‘φεραν-  τ’ αποπαίρναμε όλοι για χατίρι μου, επειδή από μικρή
είχα ένα παθολογικό φόβο για τα ζώα, κι ιδιαίτερα τα σκυλιά. Γι αυτό
φιλικές διαθέσεις δεν έδειξα ποτέ στο δικό μας, για να μη κακομάθει.
Ούτε κι εχθρικές.  Τ’ άφηνα απαρατήρητο, να πηγαινοέρχεται στον κήπο,
να κυνηγά τις γάτες και τα ξένα σκυλιά, να τρομάζει τους επισκέπτες.
Καμιά φορά στεκότανε μπροστά μου και κουνούσε την ουρά. Τότε μου
ερχότανε  να του χαμογελάσω σα σε άνθρωπο – ήταν ένα λυκόσκυλο
σπάνιας λεβεντιάς και εξυπνάδας- όμως κάτι με συγκρατούσε την
τελευταία στιγμή, κείνος ο ανόητος φόβος μη πάρει θάρρος και πηδήξει
απάνω μου. Νόμιζα πως αν γινότανε κάτι τέτοιο, θα πέθαινα την ίδια
ώρα.
Θυμάμαι που γαύγιζε για μ’ αποχαιρετίσει κάθε πρωί που ξεκίναγα για
τον σχολείο με το ποδήλατο. Σταματούσε, όμως, κάποια στιγμή σαν να
θυμόταν ξαφνικά πως το φοβόμουν. Μια μέρα, ωστόσο, ξεχάστηκε, ήρθε
πολύ κοντά και πάσκισε ν’ αρπάξει με το πόδι του τις ακτίνες της πίσω
ρόδας. Εγώ τα ‘χασα παρά λίγο να πέσω. Τίναξα πίσω το πόδι και το
κλώτσησα μ’ όλη μου τη δύναμη. Άκουσα το σπαραχτικό ουρλιαχτό του
καθώς έβγαινα από τον κήπο. Ούτε γύρισα να το κοιτάξω, ξεμάκρυνα
όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Το μεσημέρι που γύρισα, μόλις μ’ αντίκρισε
έτρεξε να κρυφτεί. Πρόσεξα πως πήγαινε στραβά, κάτι γερό του ‘χε
αφήσει η κλωτσιά μου. Ένιωσα ξαφνικά τύψεις. Πήγα και το βρήκα κάτω
απ’ το δέντρο που ‘χε καταφύγει. Στάθηκα λίγο μακριά του.
--Πόνεσες; Του λέω.
Σαν να κατάλαβε, άνοιξε το στόμα σ’ ένα σκυλίσιο, πολύ εκφραστικό
παράπονο.
--Λυπάμαι! Του ξαναλέω.
Τότε σηκώθηκε, στύλωσε τα μάτια πάνω μου, σαν να ‘θελε να μ’
αποκριθεί και βάλθηκε να κουνά την ουρά του. Ο φόβος πάλι με
σταμάτησε και δεν τ’ αγκάλιασα. Του γύρισα τη ράχη κι έτρεξα στο σπίτι.
Από κείνη την ημέρα πρόσεχα τη συμπεριφορά μου απέναντί του, το
λογάριαζα πιο πολύ από πρώτα, καταλάβαινα πως, άθελά μου, είχα κάνει
ένα βήμα μπροστά κι αυτό μ’ ευχαριστούσε. Όμως ο φόβος μου έμενε
πάντα φόβος.
Μονάχα τώρα, έτσι καθώς το βλέπω, γέρικο πια αποκαμωμένο, να
βαρυανασαίνει στη σκιά του κήπου, νοιώθω για κείνο μια παράξενη
τρυφεράδα. Αναμετρώ τα χρόνια που βρίσκεται μαζί μας … δεκατέσσερα
θαρρώ. Λένε πως μέχρι εκεί πάνε τα σκυλιά, το πολύ δεκαπέντε. Σε λίγο
θα πεθάνει…, συλλογιέμαι και νοιώθω ξαφνικά απέραντη θλίψη.
Σηκώνομαι και πάω κοντά του. Δεν κουνιέται πια άμα με βλέπει, δεν έχει
δύναμη να πολυστέκεται στα πόδια του. Χαμηλώνω γω για να το φτάσω.
Με κοιτάζει με τα πράα μάτια του που λάμπουν ακόμα σαν νεανικά. Για
πρώτη φορά απλώνω αυθόρμητα το χέρι και το χαϊδεύω ανάμεσα στ’
αφτιά. Ούτε και τώρα σαλεύει.
--Μη πεθάνεις! Του λέω σιγά, σαν να ‘ναι κάτι που εξαρτάται από το
ίδιο.
Τρεμοπαίζει τα βλέφαρα, γέρνει λίγο το κεφάλι απ’ τη μια μεριά χωρίς
να με κοιτάζει. Θαρρώ πως θέλει να μ’ αποκριθεί: «Τι να γίνει… μήπως
μπορώ να κάνω τίποτα;».
--Μα εγώ σ’ αγαπώ! … του ξαναλέω. Δεν θέλω να πεθάνεις.
Βγάζει δειλά τη γλώσσα και μου γλείφει το χέρι, απαλά, πολύ
διακριτικά. Δεν τ’ αποτραβώ, δεν νοιώθω πια τρόμο στο άγγιγμά του. Σε
λίγο ξαπλώνει ανάσκελα, στραβώνει τα πόδια μπροστά, κλείνει τα μάτια.
Σηκώνομαι να φύγω, αθόρυβα, να μη ταράξω τον ύπνο του. Να βλέπει
τάχα και κείνο όνειρα όπως εμείς;
--Θα λυπηθώ άμα πεθάνεις, να το ξέρεις! Του λέω μια στερνή φορά.
Μπορεί και να κλάψω ακόμα!
Καθώς ξαναμπαίνω στο σπίτι νοιώθω κιόλας υγρά τα μάτια μου…
 

---------------------------------



*Ειρένα Ιωαννίδου-Αδαμίδου (1939-2016).  Από τους σημαντικότερους
κύπριους λογοτέχνες. Πολυσύνθετο ταλέντο και πολυγραφότατη. Έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, τηλεοπτικές σειρές και σενάρια για ταινίες. Βγήκε στα γράμματα από 16 ετών

Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

ΟΙ ΓΛΑΡΟΙ !!!





ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

 

ΟΙ ΓΛΑΡΟΙ

 

Το νησάκι που βρίσκεται στα βορινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό κι έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ’ εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ’ αυτή τη σπατάλη το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σαν να το είχε ξεχάσει ο Θεός, όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του Κόσμου.
      Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατέλειωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: θ’ ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.
      Ο γερο-φαροφύλακας τράβηξε τη βάρκα στον άμμο. Τη σιγούραρε καλά, μην τυχόν τη νύχτα γυρίσει ο καιρός και φουσκώσουν τα νερά. Την κοίταξε για τελευταία φορά, πριν πάρει το δρόμο για το φάρο.
— Λοιπόν, πάει κι αυτό το ταξίδι..., λέει σιγά.
      Το λέει μονάχος του και σωπαίνει. Το ταξίδι αυτό, στην αντικρινή στεριά, γίνεται μια φορά το μήνα. Πηγαίνει για τις προμήθειές του, για το αλεύρι, το λάδι και για τα γεννήματα που του χρειάζονται. Στην αρχή, σε κάθε ταξίδι, έμενε όλη τη μέρα στο χωριό. Μιλούσε με παλιούς του φίλους, μάθαινε νέα για τη χώρα, για τον κόσμο, αν οι άνθρωποι ήταν σε πόλεμο για είχαν ειρήνη.
      Ο τελωνοφύλακας του έδινε το μισθό του.
— Λοιπόν, και τον άλλο μήνα με το καλό, μπαρμπα-Δημήτρη.
      Ο γέρος κουνούσε το κεφάλι του κι ευχαριστούσε. — Με το καλό, αν θα ‘χουμε ζωή, παιδί μου.
      Τις άλλες ώρες, ώσπου να γυρίσει στο «νησί του», τις περνούσε ανεβαίνοντας στη μικρή Παναγιά, στο βράχο με τα εκατό σκαλιά, να κάμει την προσευχή του. Σταύρωνε τα χέρια του μπροστά στο παλιό εικόνισμα, χαμήλωνε το κεφάλι και προσευχόταν για τα δυο αγόρια του, που χάθηκαν στην καταστροφή της Ανατολής, για τους άλλους ανθρώπους, τελευταία για τον εαυτό του.
— Αν ζούνε, προστάτευέ τα, παρακαλούσε για τα παιδιά του. Φύλαγέ τα από θυμό κι από κακή ώρα. Φύλαγέ τα απ’ το μαχαίρι...
      Μουρμούριζε τους χαιρετισμούς, ό,τι άλλο ήξερε από προσευχή, και τα γερασμένα πόδια του τρέμαν.
— Κι εμένα, καιρός πια είναι να ξεκουραστώ..., έλεγε και βούρκωναν τα μάτια του.
      Κατέβαινε τα εκατό σκαλιά κάθε φορά με πιο αλαφρή καρδιά. Στο δρόμο στεκόταν και κοίταζε τα παιδάκια που παίζαν. Τον ξέραν όλα και σαν τον βλέπανε, βάζαν τις φωνές:
— Μπαρμπα-Δημήτρη! Μπαρμπα-Δημήτρη!
      Τους αγόραζε φουντούκια και τους τα μοίραζε, κι εκείνα φωνάζαν χαρούμενα:
— Μην αργήσεις να ξανάρθεις, παππούλη! Μην αργήσεις!
      Έτσι γινόταν σε κάθε ταξίδι κάθε φορά. Μα όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο ξεσυνήθιζε με τους ανθρώπους. Η ερημιά ολοένα τον κυρίευε, μέρα με τη μέρα, τον απορροφούσε, σαν να στάλαζε μες στην ύπαρξή του τη φοβερή της δύναμη. Σε κάθε ταξίδι λιγόστευε, όσο μπορούσε, τον καιρό που έπρεπε να μείνει στο χωριό για τις δουλειές του.
      Έκοψε και το ανέβασμα στην εκκλησίτσα του βράχου.
— Συχώρεσέ με, γιατί πια δεν μπορώ, έλεγε στο Θεό, σαν να είχε κάμει αμαρτία. Παντού μπορώ να σε παρακαλώ, για να βλέπεις πόσο είμαι αδύναμος.
      Κι όταν γύριζε στο νησί του, ύστερα από κάθε ταξίδι, έμενε πολύ αργά τη νύχτα, κάτω απ’ τα άστρα, να προσεύχεται.
      Δε ρωτούσε πια νέα, τι γίνεται στον κόσμο. Δεν ήξερε τίποτα. Όλος ο κόσμος στένευε, μέρα με τη μέρα, γύρω στο έρημο νησί, κι έκλεινε με το βαθύ πέλαγο και με τα χρώματα, σαν έγερνε ο ήλιος.
      Οι τελευταίοι σύντροφοι που άλλαζε πότε πότε καμιά κουβέντα μαζί τους ήταν ψαράδες που, σαν δεν τους έπαιρνε ο καιρός, άραζαν για λίγο στο νησί του. Μέναν εκεί στην ακρογιαλιά, όπου ερχόταν να σβήσει το κύμα, και λέγαν για τα βάσανά τους και για τη μοίρα τους. Πολλές φορές ξενυχτούσαν εκεί. Τότε, στις μακριές ώρες, ώσπου να χαράξει, όταν οι άλλες κουβέντες τέλειωναν, ερχόταν και η επίσημη ώρα για τα δυο παιδιά του.
— Ποιος το ξέρει..., του λέγαν οι ψαράδες. Μπορεί να ζούνε κι να ’ρθουν, μπαρμπα-Δημήτρη. Έτσι σαν τους γλάρους σου, που γύρισαν.
     Δε μιλούσε, δε σάλευε, τα ήμερα μάτια του μένανε στυλωμένα στο βάθος της νύχτας.
— Ναι, μπαρμπα-Δημήτρη, σαν τους γλάρους σου. Έτσι μπορούν να γυρίσουν και να ’ρθουν. Μην απελπίζεσαι.
      Οι ψαράδες τότε, μ’ αυτή την αφορμή, φέρναν την κουβέντα στους γλάρους του γέρου.
— Αλήθεια, του λέγανε, Πώς μπόρεσες να τους μερώσεις, μπαρμπα-Δημήτρη; Πουθενά δεν ακούστηκε να μερώνουν οι γλάροι...
— Έτσι είναι, παιδιά μου, μουρμούριζε αυτός. Όλα μερώνουν εδώ κάτου. Μοναχά ο άνθρωπος...
      Τον ρωτούσαν να τους πει πάλι την ιστορία με τους γλάρους, μόλο που την ξέραν, όπως την ξέραν κι όλοι όσοι ζούσαν στην αντικρινή στεριά. Τα είχε βρει μικρά, μες στους βράχους, δυο γλαρόπουλα αμάλλιαγα ακόμα. Ήταν χειμώνας τότε, τα λυπήθηκε και τα κουβάλησε στο καλύβι του, πλάι στο φάρο. Τα κράτησε και τα μεγάλωσε, ταΐζοντάς τα μικρά ψάρια που έπιανε το δίχτυ του. Μια μέρα του ήρθε η ιδέα να τους βγάλει από ένα όνομα.
«Ε, λοιπόν, εσένα θα σε λέμε...»
      Μες στις αναμνήσεις του, μες στην καρδιά του, κείνη την ήμερη ώρα τριγυρίζανε τα δυο παιδικά πρόσωπα, τον καιρό που ήταν πολύ μικρά και τα φώναζε.
«Λοιπόν..., εσένα να σε λέμε Βασιλάκη, είπε στο ένα πουλί. Κι εσένα να σε λέμε Αργύρη...»
      Έτσι, από τότε άρχισε να τα φωνάζει με τα ονόματα των παιδιών του. Κι οι γλάροι σιγά σιγά τα συνηθίσανε.
      Σαν μεγάλωσαν κι ήρθε η άνοιξη, ένα πρωί σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να έχει σκλαβωμένα τα πουλιά. Αποφάσισε να τα λευτερώσει. Άνοιξε το μεγάλο καλαμένιο κλουβί κι έπιασε πρώτα το ένα πουλί. Το κράτησε μες στα δυο του χέρια, το χάιδεψε. Αισθανόταν την καρδιά του να είναι πολύ αλαφρή.
«Άιντε, λοιπόν, Βασίλη!» είπε στο πουλί και άνοιξε τα χέρια του, να το αφήσει να φύγει.
      Το πουλί πέταξε, έφυγε.
      Έβγαλε και το άλλο, το χάιδεψε σαν το πρώτο, το άφησε κι αυτό. Όλα ήταν ήμερα κείνη τη μέρα και η νύχτα που ήρθε ήταν ήμερη. Μονάχα που αισθανόταν να είναι ακόμα πιο έρημος.
      Το ίδιο βράδυ είχε αποτραβηχτεί νωρίς, όταν άκουσε στο μικρό παράθυρο της καλύβας αλαφριά χτυπήματα. Πλησίασε και κοίταξε. Δεν το πίστευε. Πετούσε απ’ τη χαρά του, σαν να ήταν τα παιδιά του που γύριζαν.
      Άνοιξε την πόρτα να μπουν μέσα οι γλάροι.
      Από τότε αυτό γινόταν: τα πουλιά φεύγαν το πρωί, ταξιδεύανε ως τις αντικρινές στεριές της Ανατολής, ως πέρα στο Σίγρι, και τα βράδια γύριζαν. Έκαναν κοπάδι μαζί με άλλους γλάρους και πολλές φορές πετούσαν πάνω απ’ το ρημονήσι. Αν ήταν χαμηλά, ο γέρος μπορούσε να τους ξεχωρίσει απ’ τα σταχτιά σημάδια που είχαν κάτω απ’ τις φτερούγες. Σαν έβγαινε με τη βάρκα κι αυτοί τριγύριζαν εκεί σιμά, χαμήλωναν και τσίριζαν από πάνω του. Τους είχαν μάθει κι σι άλλοι ψαράδες στα μέρη εκείνα. Και σαν τους βλέπανε, φωνάζαν γελώντας:
— Ε, Βασίλη!... Ε, Αργύρη!...
      Έτσι περνούσαν οι μέρες στο ρημονήσι. Η μια, η άλλη, αυτή που πέρασε, αυτή που θα ’ρθει. Μια αδιατάραχτη σειρά από μέρες και νύχτες, που δεν είχαν τίποτα να περιμένουν, άλλο απ’ το θάνατο.
      Μια βραδιά του καλοκαιριού έγινε κάτι ασυνήθιστο. Οι γλάροι δε γύρισαν. Μήτε την άλλη μέρα φάνηκαν, μήτε την άλλη νύχτα.
— Μπορεί να ταξιδέψαν μακριά, συλλογίστηκε ο γέρος, για να ξεγελάσει την ανησυχία του.
      Το άλλο πρωί, όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι του φάρου. Κοίταξε το πέλαγο. Μια στιγμή του φάνηκε πως η θάλασσα αυλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σαν να περνούσαν δελφίνια και παίζαν. Πολλές φορές έβλεπε στ’ ανοιχτά να περνούν δελφίνια. Τα παρακολουθούσε να γράφουν τις αργές κινήσεις τους όξω απ’ το νερό, πάλι να πέφτουν.
— Δελφίνια θα είναι και τώρα.
      Μα σε λίγο είδε καθαρά πως δεν ήταν.
— Άνθρωποι είναι! είπε ξαφνιασμένος.
      Κατέβηκε στο ακρογιάλι και περίμενε. Σε λίγο ξεχώρισε πως ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Κολυμπούσαν πλάι πλάι, με αργές κινήσεις, γεμάτες βεβαιότητα. Και το μικρό κύμα έκλεινε πάνω στο αυλάκι που άφηναν.
      Τι να θέλουν;
      Δε θυμόταν άλλη φορά να είχαν έρθει κατά κει για κολύμπι άνθρωποι. Κι ύστερα, δε φαινόταν εκεί γύρω καμιά βάρκα, απ’ όπου να είχαν πέσει.
      Σε λίγη ώρα είχαν φτάσει.
      Τα δυο βρεμένα κορμιά τινάζουνται απ’ τη θάλασσα στ’ ακρογιάλι.
      Το αγόρι κοιτάζει το κορίτσι μες στα μάτια και τεντώνει τα χέρια του ψηλά.
— Αχ! λέει παίρνοντας βαθιά ανάσα. Τι καλά που ήταν!
      Το κορίτσι κάνει την ίδια κίνηση με τα χέρια. Πιο αργά:
— Τι καλά που ήταν!
      Ύστερα τρέξαν προς το φαροφύλακα.
— Εσύ ‘σαι ο μπαρμπα-Δημήτρης; λέει το αγόρι.
— Εγώ είμαι, λέει με ταραχή. Μπας και σας έτυχε τίποτα;
— Α, μπα! βιάζεται να πει το αγόρι. Είπαμε χτες να κάνουμε αυτό το ταξίδι με τη φίλη μου, και να που ήρθαμε.
— Από πού; ρωτά ο γέρος με απορία. — Μα απ’ αντίκρυ, απ’ την Πέτρα.
      Ο μπαρμπα-Δημήτρης δεν ξέρει τι να πει, μουρμουρίζει μονάχα πως δε θυμάται να του είχαν έρθει άλλη φορά ξένοι με τέτοιο ταξίδι.
      Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν προς το φάρο.
      Περπατούσε πρώτος, τα παιδιά ακολουθούσαν. Δε θα ήταν το καθένα περισσότερο από δεκαοχτώ, δεκαεννιά χρονώ. Κι εκείνος βάδιζε μπρος, και τα χρόνια βάραιναν στους ώμους του, σαν να του ζητούσαν την ευθύνη, γιατί δεν τ’ άφηνε να ξεκουραστούν.
      Κάθισαν στο πεζούλι του φάρου. Μπροστά τους το Αιγαίο ακύμαντο, ο ήλιος έτρεμε πάνω του.
— Από πού έρχεστε; ρώτησε ο γέρος.
— Σπουδάζουμε στην Αθήνα, είπε το κορίτσι. Εγώ σπουδάζω χημικός κι ο φίλος μου στο Πολυτεχνείο.
— Α, αλήθεια!... Μουρμουρίζει ο γέρος χωρίς να καταλαβαίνει.
— Έχεις πάει καμιά φορά στην Αθήνα, παππούλη; Ρωτά το κορίτσι.
— Όχι. Ποτές.
— Θα το ήθελες τώρα;
      Η φωνή του είναι σιγανή, μόλις ακούεται:
— Όχι, παιδί μου. Τώρα είναι αργά.
— Θα είσαι πολύ μονάχος εδώ, παππούλη.
— Είμαι πολύ μοναχός, παιδί μου.
      Σώπασαν. Πέρασε λίγη ώρα. Ψηλά πέρασε ένα κοπάδι γλάροι. Ο γέρος σηκώνεται και μπαίνει στο καλύβι να φέρει γλυκό. Απ’ το μικρό παράθυρο μπορεί να βλέπει τα δυο παιδιά, έτσι που είναι ξαπλωμένα. Στα κορμιά τους και στα πρόσωπά τους τρέμουν ακόμα στάλες απ’ τη θάλασσα. Ο ήλιος τα έχει ψήσει αλύπητα, είναι κει σαν δυο αγάλματα από μπρούντζο που τα ξέβρασε το πέλαγο — μια θεότητα της υγείας και μια θεότητα της νεότητας. Τα μαύρα μαλλιά του κοριτσιού πέφτουν πάνω στους ώμους του και στα μεγάλα μαύρα μάτια του σαλεύει βαθύ φως.

...Έτσι απλά και ήμερα είναι όλα στο ρημονήσι αυτή την ιερή ώρα. Έτσι ήμερα είναι και μες στην καρδιά του γέρου ανθρώπου. Είναι πλημμυρισμένος, τούτο το καλοκαιρινό πρωινό, είναι βουρκωμένος. Αυτή η απρόοπτη τρυφερότητα που ήρθε να ταράξει την ερημιά του, τα ακίνητα νερά...
— Παππούλη, να ‘ρθουμε κι εμείς μέσα; του φωνάζει απ’ έξω το κορίτσι.
— Έρχουμαι εγώ, έρχουμαι! Λέει ταραγμένος.
      Τους έφερε γλυκό, αμύγδαλα, κρύο νερό.
— Δεν έχω τίποτα άλλο..., μουρμουρίζει, σαν να θέλει να τον συχωρέσουν.
— Κάθισε, κάθισε, παππούλη, — τον πιάνει το κορίτσι απ’ το χέρι να καθίσει πλάι του.
      Κάθισε.
— Ελάτε και αύριο, τους λέει δειλά. Θα ψαρέψω για σας τη νύχτα. Αύριο φεύγουμε, απαντά το κορίτσι με λύπη. Κρίμα, τόσες μέρες που ήμαστε εδώ να μην ερχόμαστε! Είσαι πάντα έτσι έρημος, παππούλη;
— Πάντα, παιδί μου.
— Α. τώρα καταλαβαίνω τι ήταν οι γλάροι..., μουρμουρίζει το αγόρι.
— Ναι, παιδί μου, αυτό είναι. Η ερημιά.
— Θα πρέπει να τους συχωρέσεις, παππούλη, λέει πάλι το αγόρι σε λίγο. Αν ήξεραν, δε θα το έκαναν ποτέ.
      Ο γέρος δεν καταλαβαίνει. Στέκει με απορία.
— Για ποιους λες, παιδί μου;
—Γι’ αυτούς που σκοτώσαν τους γλάρους σου λέω, μπαρμπα-Δημήτρη. Είναι φίλοι μας.
      Καταλαβαίνει τα γόνατά του να τρέμουν, η καρδιά του χτυπά.
— Τους σκοτώσαν είπες;
— Α, δεν το ήξερες ακόμα;...
      Το παιδί δαγκάνει τα χείλια του, μα είναι αργά. Του λέει την ιστορία: πως κυνηγούσαν, όλη η νεολαία, ύστερα κατεβήκαν στην ακρογιαλιά· οι δυο γλάροι χαμήλωσαν απ’ το άλλο κοπάδι, ο φίλος τους τράβηξε εκεί σιμά, γνώρισαν τις σταχτιές φτερούγες.
      Ο γέρος ακούει, ακούει, — δεν είναι τίποτα, δυο γλάροι ήταν.
— Δεν ήξεραν, παππούλη..., λέει με θερμή φωνή το κορίτσι, συγκινημένο απ’ τη βουβή λύπη που βλέπει στο γερασμένο πρόσωπο. Δεν ήξεραν...
      Κι εκείνος κουνά μόλις, αργά, το κεφάλι του, συγκατανεύοντας:
— Ναι, ναι, παιδί μου. Δε θα ξέραν...
      Αρκετή ώρα πέρασε.
— Πρέπει να φύγουμε, λέει το αγόρι. Το κορίτσι σηκώνεται.
— Να φύγουμε.
      Πηγαίνουν μπροστά, ο γέρος έρχεται λίγο πίσω τους. Φτάσαν στην ακρογιαλιά.
— Σε χαιρετούμε, παππούλη, λέει πρώτο το κορίτσι.
      Πιάνει το χέρι του, σκύβει να το φιλήσει. Κι αυτός της χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά.
— Να σας βλογά ο Θεός, μουρμουρίζει συγκινημένος.
      Έφυγαν. Παρακολουθεί πολλή ώρα το μικρό αυλάκι που κάνουν τα κορμιά τους στη θάλασσα. Ώσπου όλα σβήνουν απ’ τα μάτια του. Και το πέλαγο είναι πάντα έρημο. Και ατελείωτο.

     Νυχτώνει. Έχει καθίσει στο πεζούλι, σι ώρες περνούν. Όλα περνούν απ’ τα θολωμένα μάτια του: τα μικρά του τα χρόνια, τα παιδιά που μεγάλωσε και χάθηκαν, οι άνθρωποι που τον πικράνανε. Όλα περνούν κι όλα σβήνουν. Και τα δυο παιδιά κι ένα κοπάδι γλάροι που πετούν ψηλά. Δυο γλάροι έχουν σταχτιές φτερούγες. Κι αυτοί περνούν και χάνουνται. Δεν είναι πια να γυρίσει τίποτα. Έχει χαμηλώσει το κεφάλι και τα δάκρυα στάζουν στην ξερή γη. Από πάνω του το φως του φάρου ανάβει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα, αυστηρά και αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.
 
 
 (δανεισμένο από το αρχείο του Νίκου Σαραντάκου)

 

         
Ηλίας Βενέζης (πραγματικό όνομα: Ηλίας Μέλλος, Αϊβαλί, 4 Μαρτίου 1904 - Αθήνα, 3 Αυγούστου 1973) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Έγινε γνωστός με τα μυθιστορήματά του Το νούμερο 31328,και Γαλήνη. Στη διάρκεια της πολύχρονης παρουσίας του στα  γράμματα, ασχολήθηκε με όλες σχεδόν τις μορφές γραπτού λόγου. Δημοσίευσε και εξέδωσε μυθιστορήματα, διήγηματα, μελέτες, χρονογραφήματα, βιογραφίες, οδοιπορικά, ταξιδιωτικές εντυπώσεις και έγραψε και το θεατρικό έργο «Μπλοκ C».