Κυριακή, 5 Απριλίου 2020

Λέων Τολστόϊ: Οι τελευταίες στιγμές ενός καταδίκου





Λέων Τολστόϊ


                   Οι τελευταίες στιγμές ενός καταδίκου


     O Θεός, ο οικτίρμων και πολυεύσπλαχνος…» άρχισε να λέει ο παπάς με πένθιμη, αργόσυρτη φωνή, βγάζοντας έναν βαθύ αναστεναγμό.
Ο Σβιέτλομπουργκ τον κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα από τρόμο.
«Δεν είναι δυνατόν!» κραύγασε άξαφνα, με λαχανιασμένη φωνή. «Δεν είναι δυνατόν να με καταδικάσανε σε… Είναι, λοιπόν, αλήθεια, παπά μου, ότι με καταδικάσανε σε θάνατο;»
«Ήρθα εδώ, τέκνο μου, με την ιδιότητα του αντιπροσώπου του Υψίστου, για να σε παρηγορήσω στις τελευταίες σου στιγμές, για να σου δείξω το δρόμο της σωτηρίας και της αλήθειας» αποκρίθηκε ο παπάς, με την ίδια πένθιμη και αργόσυρτη φωνή.
«Δεν χρειάζομαι τίποτα!...» φώναξε ο κατάδικος. «Δεν χρειάζομαι τίποτα! Θέλω να μείνω μόνος…» Χαμένες πήγανε οι προσπάθειες του παπά να πείσει τον μελλοθάνατο, ότι η παραμονή του στο κελί του θα του έκανε καλό. Ο Σβιέτλομπουργκ τον παρακάλεσε με τόση επιμονή να τον αφήσει μόνο, ώστε ο παπάς αποφάσισε στο τέλος να φύγει.
«Μην ξεχνάς, τέκνο μου», είπε, «ότι, όποια ώρα με χρειαστείς, είμαι πάντοτε στη διάθεσή σου»
«Ναι, ναι, ξέρω, παπά μου…» τραύλισε ο μελλοθάνατος. «Αργότερα, ίσως σε καλέσω. Μα τώρα θέλω να μείνω μόνος. Θέλω να μείνω μόνος!»
Μόλις ο παπάς έφυγε από το κελί, ο μελλοθάνατος έκλεισε τα μάτια του κι έπεσε στο στρώμα του. Δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει ότι επρόκειτο γι’ αυτόν, όπως επίσης δεν μπορούσε να πιστέψει πως ήταν φυλακισμένος, πως ο παπάς τον επισκέφθηκε πράγματι στο κελί του για να του ανακοινώσει ότι τον καταδικάσανε σε θάνατο.
«Θα βλέπω όνειρο, ένα κακό όνειρο!» σκέφτηκε. «Πρέπει να ξυπνήσω!»
Πήδησε από το στρώμα του κι έκανε μερικά βήματα στο κελί του.
Μα όχι, όχι! Δεν έβλεπε όνειρο! Ήταν ξυπνητός! Βρισκότανε στο κελί του, έβλεπε τους τέσσερις γυμνούς τοίχους, το ψηλό καγκελόφραχτο παράθυρο, τα’ απομεινάρια του φαγητού του.
Χαμένες πήγανε οι προσπάθειες του παπά να πείσει τον μελλοθάνατο, ότι η παραμονή του στο κελί του θα του έκανε καλό. Ο Σβιέτλομπουργκ τον παρακάλεσε με τόση επιμονή να τον αφήσει μόνο, ώστε ο παπάς αποφάσισε στο τέλος να φύγει.
«Μην ξεχνάς, τέκνο μου», είπε, «ότι, όποια ώρα με χρειαστείς, είμαι πάντοτε στη διάθεσή σου»
«Ναι, ναι, ξέρω, παπά μου…» τραύλισε ο μελλοθάνατος. «Αργότερα, ίσως σε καλέσω. Μα τώρα θέλω να μείνω μόνος. Θέλω να μείνω μόνος!»
Μόλις ο παπάς έφυγε από το κελί, ο μελλοθάνατος έκλεισε τα μάτια του κι έπεσε στο στρώμα του. Δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει ότι επρόκειτο γι’ αυτόν, όπως επίσης δεν μπορούσε να πιστέψει πως ήταν φυλακισμένος, πως ο παπάς τον επισκέφθηκε πράγματι στο κελί του για να του ανακοινώσει ότι τον καταδικάσανε σε θάνατο.
«Θα βλέπω όνειρο, ένα κακό όνειρο!» σκέφτηκε. «Πρέπει να ξυπνήσω!»
Πήδησε από το στρώμα του κι έκανε μερικά βήματα στο κελί του.
Μα όχι, όχι! Δεν έβλεπε όνειρο! Ήταν ξυπνητός! Βρισκότανε στο κελί του, έβλεπε τους τέσσερις γυμνούς τοίχους, το ψηλό καγκελόφραχτο παράθυρο, τα’ απομεινάρια του φαγητού του.
«Θα πεθάνω λοιπόν;» αναρωτήθηκε ο Σβιέτλομπουργκ, ρίχνοντας γύρω του ένα βλέμμα αγωνίας. «Θα πεθάνω, θα εξαφανιστώ από τον κόσμο; Μα είναι δυνατόν να πάψω να ζω; Τι θα γίνει ο κόσμος από τη στιγμή που θα πάψω ν’ αναπνέω εγώ; Δεν είναι δυνατόν να γίνει αυτό, δεν είναι δυνατόν!»
Όρμησε στην πόρτα του κελιού του και άρχισε να τη χτυπάει με τις γροθιές και με τα πόδια φωνάζοντας «Δεσμοφύλακα! Δεσμοφύλακα!»
Ένα χέρι παραμέρισε το κουρτινάκι που σκέπαζε το μικρό παράθυρο της πόρτας. Και στο άνοιγμά του παρουσιάστηκε η παγερή και αδιάφορη φυσιογνωμία του δεσμοφύλακα.
«Θέλω να δω τον επιστάτη των φυλακών!» του είπε ο μελλοθάνατος.
Το κουρτινάκι ξανάπεσε. Σε λίγο, άνοιγε η πόρτα του κελιού κι έμπαινε μέσα ο επιστάτης.
«Είναι αλήθεια πως με καταδίκασαν σε θάνατο;» τον ρώτησε με απότομο ύφος ο κατάδικος.
«Δεν ξέρω τίποτα!» αποκρίθηκε ο επιστάτης. «Με θέλεις τίποτ’ άλλο;»
«Όχι» τραύλισε ο Σβιέτλομπουργκ.
«Καληνύχτα λοιπόν»
Και ο επιστάτης ξανάκλεισε την πόρτα πίσω του.
Μόλις ο Σβιέτλομπουργκ έμεινε μόνος του στο κελί, μια άγνωστη δύναμη τον έσπρωξε να καθίσει στο στρώμα του και ν’ αρχίσει να γράφει ένα γράμμα στο κορίτσι που αγαπούσε και κείνο, αδιάφορο αν διαφωνούσανε στις πολιτικές πεποιθήσεις. Στην τελευταία αυτή επιστολή, ο κατάδικος προσπαθούσε ν’ αποδείξει στην αγαπημένη του γιατί έλαβε μέρος στο επαναστατικό κίνημα της Ρωσίας και γιατί πέθαινε με τη συνείδηση ήσυχη ότι έκανε το καθήκον του απέναντι του καταδυναστευομένου λαού.
Αφού σφράγισε το γράμμα, ο Σβιέτλομπουργκ άνοιξε ένα Ευαγγέλιο, που του το έδωσε ο επιστάτης και άρχισε να το ξεφυλλίζει, διαβάζοντας εδώ κ’ εκεί διάφορες περικοπές. Άλλοτε, όταν ολόκληρη τη σκέψη του την απασχολούσε η οργάνωση του επαναστατικού κινήματος, δεν έδινε ποτέ προσοχή στα ιερά βιβλία. Σώρα όμως, που του δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσει το Ευαγγέλιο, μέσα στη μόνωση του κελιού του, βρήκε σ’ αυτό πολλές αλήθειες που του προξένησαν κατάπληξη με τη δύναμη και την παραστατικότητά τους. Ιδιαιτέρως του άρεσαν τα σημεία εκείνα, στα οποία γινότανε λόγος για τον θάνατο και τη μέλλουσα ζωή…
Πέρασε έτσι κάμποση ώρα. Σο Ευαγγέλιο έπεσε, ξαφνικά, απ’ τα χέρια του Σβιέτλομπουργκ. Και ο μελλοθάνατος, γέρνοντας το κεφάλι του στο σκληρό προσκέφαλό του, έπεσε σ’ έναν βαθύ ύπνο… Η τελευταία σκέψη που έκανε, πριν κλείσει τα μάτια του, ήταν πολύ παρηγορητική: Φαντάστηκε πως ή θα του έδιναν χάρη ή θα ερχόντουσαν οι σύντροφοί του να τον γλιτώσουν από τα χέρια των δημίων του.
Θα ήταν η ώρα έξι το πρωί, όταν ο Σβιέτλομπουργκ ξύπνησε απότομα από ένα παράξενο θόρυβο. Ανακάθισε στο στρώμα του, τέντωσε τ’ αυτί του και ξεχώρισε κρότο πολλών βημάτων. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά… Ένα κλειδί μπήκε στην κλειδαρότρυπα της πόρτα του κελιού. Ένα παραπονετικό τρίξιμο ακούστηκε, η θύρα άνοιξε και μπήκανε μέσα ο επιστάτης των φυλακών, ακολουθούμενος από δυο μουζίκους, τους βοηθούς του δημίου, τρεις στρατιώτες και τον παπά.
«Ντύσου!» είπε ο επιστάτης στον κατάδικο, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει στα μάτια.
Ο Σβιέτλομπουργκ υπάκουσε σαν μικρό παιδάκι. Ένοιωθε ένα σιδερένιο χέρι να του σφίγγει το λαιμό κ’ ένα ανυπόφορο πόνο στην καρδιά. Ωστόσο, το θεώρησε περιττό να κλάψει, να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί, γιατί είχε ακόμα τη βεβαιότητα πως δεν ήταν δυνατό να τον θανατώσουν, αφού δεν είχε βλάψει κανένα!
Ανέβηκαν όλοι μαζί σ’ ένα κάρο, που περίμενε έξω από τις φυλακές, και ξεκίνησαν για τον τόπο της εκτελέσεως.
Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό του Μαΐου. Η φύση όλη έλαμπε και γελούσε από τη χαρά της.
Ο Σβιέτλομπουργκ κοίταζε τους διαβάτες που του έριχναν βλέμματα περιφρονήσεως και οργής —ενώ το κάρο περνούσε από τους δρόμους της μικρής πολιτείας— και ξαφνικά, έκανε χωρίς να το θέλει την εξής σκέψη:
«Γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι με κοιτάνε τώρα με τόσο μίσος;… Τι κακό τους έκανα; Ο τσάρος με καταδίκασε σε θάνατο, επειδή αγωνιζόμουν για το καλό αυτών των ανθρώπων κι αυτοί με κοιτάζουν τώρα περιφρονητικά, χωρίς να εκτιμούν τη θυσία μου… Υπήρχε κανένας λόγος να θυσιαστώ γι’ αυτούς τους αχάριστους;
Το κάρο εξακολουθούσε να προχωρεί.
Στα παράθυρα των σπιτιών παρουσιαζόντουσαν διάφοροι περίεργοι, για να δουν τον μελλοθάνατο. Μερικοί από αυτούς έκαναν το σταυρό τους. Μα οι περισσότεροι, του έριχναν ένα βλέμμα αδιαφορίας και ξανάμπαιναν μέσα, κλείνοντας με δύναμη το παράθυρο.
Ξαφνικά τα βλέμματα του Σβιέτλομπουργκ συναντήθηκαν με τις τρομαγμένες ματιές ενός μικρού παιδιού, που στεκότανε δίπλα στη μητέρα του, στη γωνιά ενός δρόμου. Ο μελλοθάνατος χαμογέλασε στο μικρό και του έστειλε έναν χαιρετισμό με μια κίνηση του χεριού του… Ο μικρός ξεθαρρεύτηκε και του χαμογέλασε και αυτός. Σο αφελές χαμόγελο του έκανε την ψυχή του ΢βιέτλομπουργκ να πλημμυρίσει από αγαλλίαση…
Όταν η θλιβερή συνοδεία έφτασε τέλος, στον τόπο της εκτελέσεως, κατέβασαν τον κατάδικο από το κάρο. Σο πρώτο πράγμα που είδε τότε μπροστά του ο μελλοθάνατος, ήταν μια αγχόνη, στημένη λίγο παραπέρα. Σο θέαμα αυτό ερέθισε τον αποκοιμισμένο κάπως πόνο του. Ο ΢βιέτλομπουργκ ανατρίχιασε σύγκορμος… Ψστόσο, δεν άργησε να ξαναβρεί την ψυχραιμία του και άρχισε να προσεύχεται. Σα χείλη του αναδευόντουσαν με νευρικές κινήσεις.
«Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς…»
Σην προσευχή αυτή του την είχαν μάθει όταν ήταν μικρό παιδάκι και την ξαναθυμήθηκε τώρα τελευταία, στη φυλακή, διαβάζοντας ένα παλιό θρησκευτικό βιβλίο.
«Γεννηθήτω το θέλημά σου, ως εκ ουρανώ και επί της γης…»
Ο ΢βιέτλομπουργκ δεν είχε πιστέψει ποτέ στα θεία. ΢υνήθιζε, μάλιστα, να κοροϊδεύει τους ανθρώπους που έδειχναν υπερβολική θρησκευτική πίστη. Και τώρα ακόμα, στις υπέρτατες αυτές στιγμές της ζωής του, εξακολουθούσε να μην πιστεύει σε Θεό, γιατί δεν μπορούσε να κατανοήσει το μεγαλείο της ανώτατης αυτής δυνάμεως. Μα ήταν τόσο βαθειά ταραγμένες, ώστε ένοιωθε την ανάγκη ν’ απευθυνθεί σε κάποιον, να πει σε κάποιον τον πόνο του. Και γι’ αυτό η προσευχή βγήκε αυθόρμητα από τα χείλη του!
Οι βοηθοί του δημίου έπιασαν τον μελλοθάνατο κάτω από τις μασχάλες και τον βοήθησαν ν’ ανέβει στην πρόχειρη εξέδρα, στην οποία ήταν στημένη η αγχόνη. Ο παπάς τους ακολούθησε, κρατώντας ένα σταυρό στο τρεμάμενο χέρι του. Πλησίασε τον κατάδικο, ακούμπησε σχεδόν το σταυρό στο μέτωπό του και άρχισε να ψιθυρίζει μια προσευχή.
«Άφησε, παπά μου, άφησε!...» του είπε ο Σβιέτλομπουργκ, χαμογελώντας μελαγχολικά. «Εσύ πιστεύεις, εγώ δεν πιστεύω. Εξάλλου, δεν έχω ανάγκη να πιστεύω. Δεν χρειάζομαι πια τίποτα αυτή τη στιγμή…»
Ωστόσο, ο παπάς εξακολούθησε:
«Ο Θεός ο οικτίρμων και πολυεύσπλαχνος…»
«Ευχαριστώ, παπά μου!» τον διέκοψε και πάλι ο μελλοθάνατος. «Σ’ ευχαριστώ, παπά μου, από τα βάθη της καρδιάς μου…»
Άρπαξε ύστερα ξαφνικά το χέρι του παπά, το ‘σφιξε με δύναμη, τον φίλησε και ύστερα γύρισε αλλού το κεφάλι του.
Την ίδια στιγμή, ένας χωρικός με κοντή κόκκινη γενειάδα, πλησίασε τον Σβιέτλομπουργκ, με ύφος πολυάσχολου ανθρώπου. Οι ψηλές μπότες του έτριζαν πάνω στα σανίδια της εξέδρας. Φωρίς να πει τίποτα, βγάζοντας μονάχα από το ανοιχτό στόμα του μια ανυπόφορη μυρωδιά κρασίλας, άρπαξε τον μελλοθάνατο, με τα ιδρωμένα χέρια του, από τα μπράτσα, κάτω από τους αγκώνες, και του τα ‘σφιξε με τόση δύναμη, ώστε τον έκανε να ξεφωνίσει από τον πόνο. Κατόπιν, ο μεθυσμένος χωρικός δίπλωσε τα μπράτσα του ΢βιέτλομπουργκ πίσω από τις πλάτες του και του τα έδεσε μ’ ένα σχοινί. Ο κατάδικος θέλησε να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί, να πει ότι δεν υπήρχε λόγος να τον μεταχειρίζονται με τόση βαναυσότητα. Μα δεν πρόφτασε ν’ ανοίξει το στόμα του. Ο δήμιος —γιατί αυτός ήταν ο μεθυσμένος μουζίκος με την κόκκινη γενειάδα— τον ανάγκασε να κάνει δυο βήματα μπροστά.
Ο κατάδικος κατάλαβε τότε πως έφτασε το τέλος του. Και ξαναδοκίμασε την εντύπωση που ένοιωσε και όταν άκουγε την καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου, ότι δηλαδή ζούσε τότε τις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής του. Δεν είχε όμως, ακόμα, σαφή συναίσθηση τι επρόκειτο να γίνει — ή, μάλλον, δεν τολμούσε να το φανταστεί.
Η τελευταία φράση που θυμήθηκε και ψιθύρισε τη στιγμή αυτή, ήταν:
«Εις σε παραδίδωμι το πνεύμα μου…»
Διαισθανότανε, ότι σε λίγο θα γινότανε μια τρομακτική αλλαγή στη ζωή του, μια αλλαγή την οποία καμιά δύναμη στον κόσμο δεν θα μπορούσε να την μαλακώσει ή να την αποτρέψει…
Παρ’ όλες όμως τις εντατικές, τις οδυνηρές προσπάθειές του, δεν μπορούσε να κατανοήσει τη σημασία αυτής της αλλαγής.
Η αλήθεια είναι, ότι η σκέψη του δεν έβρισκε τίποτα το τρομερό στο θάνατο. Μα το ένστικτό του, οι πλούσιοι χυμοί που κυκλοφορούσανε στο νεανικό άλκιμο σώμα του, δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι ήταν δυνατόν να κοπεί απότομα το νήμα που τους συγκρατούσε με τον ήλιο, με τον αέρα, με τη χαρά της ζωής.
Και ολόκληρη η ύπαρξη του Σβιέτλομπουργκ επάλευε απεγνωσμένα κατά του θανάτου ως την τελευταία της στιγμή…
Και όταν έφτασε η τελευταία αυτή στιγμή, όταν ο δήμιος πέρασε τη θηλειά από το λαιμό του καταδίκου και τον έσπρωξε ύστερα στο κενό, ο Σβιέτλομπουργκ έβγαλε ένα σπαραχτικό ξεφωνητό κι έκανε ν’ απλώσει τα χέρια του. Μα τα χέρια του ήσαν δεμένα πισθάγκωνα και δεν μπορούσε να πιάσει το σιδερένιο χέρι που τον έσφιγγε από τον λαιμό!...
Ο δήμιος τον έσπρωξε για μια ακόμα φορά στο κενό…
Μια δυνατή καμπανοκρουσία αντήχησε τότε στ’ αυτιά του Σβιέτλομπουργκ. Σο κεφάλι του πλημμύρισε αίμα. Σο σιδερένιο χέρι του έσφιξε το λαιμό με υπεράνθρωπη δύναμη και, ξαφνικά, ο κατάδικος δοκίμασε μια αίσθηση χαράς και λυτρωμού!
Ο δήμιος θέλοντας να βεβαιωθεί ότι εξετέλεσε καλά το καθήκον του, κρεμάστηκε από τα πόδια του πτώματος και τα τράβηξε απότομα προς τα κάτω. Έμεινε έτσι ικανοποιημένος από τον εαυτό του, γιατί εξακρίβωσε πως ο κατάδικος πέθανε χωρίς να υποφέρει πολύ. Μακάρι να ήσαν όλοι οι δήμιοι τόσο ευσυνείδητοι στη δουλειά τους. Μακάρι…
Ύστερ’ από μια ώρα, κατέβασαν το πτώμα από την αγχόνη και το μετέφεραν σ’ ένα κοιμητήριο, στο οποίο δεν πατούσε ποτέ το πόδι του παπάς, σ’ ένα κοιμητήριο στο οποίο έθαβαν μονάχα τους επαναστάτες, τους εγκληματίες και τους αυτόχειρες.

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

ΓΚΥ ΝΤΕ ΜΩΠΑΣΑΝ: ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ ΤΟΥ ΒΟΣΚΟΥ


Γκυ ντε Μωπασάν

                   ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ ΤΟΥ ΒΟΣΚΟΥ

     Από τη Διέππη ίσαμε τη Χάβρη, η ακτή είναι συνεχώς απόκρημνη, έχει ύψος εκατό περίπου μέτρα και είναι ίσια σαν τείχος. Εδώ κι εκεί, αυτή η μεγάλη σειρά άσπρων βράχων, χαμηλώνει απότομα, και τότε βλέπεις μια μικρή στενή κοιλάδα με απότομες πλαγιές, καλυμμένες με γρασίδι και παραθαλάσσια σκίνα, να κατεβαίνει από το καλλιεργημένο πλάτωμα προς μια παραλία με βότσαλα, όπου απολήγει μέσα από μια σούδα όμοια με κοίτη χειμάρρου. Η φύση διαμόρφωσε αυτές τις κοιλάδες, και οι νεροποντές τις ολοκλήρωσαν με αυτά τα φαράγγια, τέμνοντας ό,τι απόμεινε από την απόκρημνη ακτή, σκάβοντας ως τη θάλασσα τις ρεματιές που χρησιμεύουν για πέρασμα στους ανθρώπους.
     Που και που κάποιο χωριό κουρνιάζει σ’ αυτά τα λαγκάδια όπου χυμάει με ορμή ο άνεμος του πελάγους.
     Πέρασα το καλοκαίρι σε μιαν από αυτές τις θαλασσοφαγωμένες ακτές, στο σπίτι ενός χωρικού, που, όπως ήταν στραμμένο προς τη θάλασσα, μου επέτρεπε να βλέπω από το παράθυρό μου ένα μεγάλο γαλάζιο τρίγωνο νερού, πλαισιωμένο από τις πράσινες κατωφέρειες της κοιλάδας και κατάστικτο από άσπρα πανιά κάθε φορά που περνούσαν στ’ ανοιχτά, λουσμένα στον ήλιο.
     Ο δρόμος που οδηγούσε στη θάλασσα ακολουθούσε το βάθος του φαραγγιού και βυθιζόταν ξαφνικά ανάμεσα σε δυο τοιχώματα από ασβεστόλιθο, γινόταν σαν βαθιά αυλακιά, προτού καταλήξει σε μια ωραία απλωσιά από κροκάλες που τις κύλησε, τις στρογγύλεψε και τις λείανε το προαιώνιο χάδι των κυμάτων.
     Αυτό το στενόστρατο ονομάζεται «το πήδημα του βοσκού».
     Ακούστε τώρα την τραγική ιστορία που του έδωσε αυτό το όνομα.

                                                       *

     Διηγούνται ότι άλλοτε το χωριό αυτό το διαφέντευε ένας νεαρός ιερέας, αυστηρός και βίαιος. Είχε αποφοιτήσει από την ιερατική σχολή γεμάτος μίσος γι’ αυτούς που ζούνε σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους και δεν ακολουθούν τους νόμους του δικού του Θεού. Άκαμπτης αυστηρότητας για τον ίδιο του τον εαυτό, επέδειξε αμείλικτη αδιαλλαξία για τους άλλους. Ένα προπαντός πράγμα τον εξόργιζε και τον αηδίαζε: ο έρωτας. Αν ζούσε στις πόλεις, ανάμεσα σε πολιτισμένους και εκλεπτυσμένους ανθρώπους, οι οποίοι κρύβουν πίσω από τα λεπτεπίλεπτα πέπλα του συναισθήματος και της τρυφερότητας τις ζωώδεις πράξεις που επιβάλλει η φύση, αν εξομολογούσε μέσα στο ημίφως των μεγαλοπρεπών καθεδρικών ναών τις παρφουμαρισμένες αμαρτωλές, που τα λάθη τους μοιάζουν να μετριάζονται από τη χάρη της πτώσης τους και την εξιδανίκευση με την οποία περιβάλλουν το φυσικό φίλημα, δεν θα είχε ίσως νοιώσει αυτήν την τρελή αναστάτωση, αυτήν την ανεξέλεγκτη οργή που τον καταλάμβανε μπροστά στο βρομερό σμίξιμο των κουρελήδων μέσα στη λάσπη ενός χαντακιού ή πάνω στ’ άχυρα ενός στάβλου.
     Τους παρομοίαζε με κτήνη αυτούς τους ανθρώπους που αγνοούσαν παντελώς την αγάπη και έσμιγαν μονάχα με τον τρόπο των ζώων, και τους μισούσε για τη χυδαιότητα της ψυχής τους, για τον ρυπαρό κορεσμό των ενστίκτων τους, ακόμη και για την αηδιαστική ευθυμία των γεροντότερων από αυτούς όταν μιλούσαν γι’ αυτές τις σιχαμερές απολαύσεις.
     Ίσως κιόλας να βασανιζόταν, άθελά του, από το άγχος ανικανοποίητων ορέξεων και να καταδυναστευόταν κρυφά απ’  την πάλη του επαναστατημένου κορμιού του ενάντια στο τυραννικό και πουριτανικό πνεύμα.
    Πάντως, κάθε τι που σχετιζόταν με τη σάρκα τον δαιμόνιζε, τον έκανε έξω φρενών, και τα σφοδρά κηρύγματά του, γεμάτα απειλές και τρομερούς υπαινιγμούς, έκαναν να σαρκάζουν οι κοπέλες και οι νεαροί που ανταλλάσσανε μεταξύ τους κλεφτές ματιές στην εκκλησία, και οι χωριάτες με την μπλε μπλούζα και οι γυναίκες τους με τη μαύρη μπέρτα έλεγαν στο τέλος της λειτουργίας, καθώς επέστρεφαν στα χαμόσπιτά τους, που η καπνοδόχος έστελνε στον ουρανό τολύπες γαλάζιου καπνού: «Δε χωρατεύει με τέτοια πράγματα ο παπάς».
     Μια φορά μάλιστα, για το τίποτα, φρένιασε σε βαθμό τρέλας. Πήγαινε να δει κάποιαν άρρωστη. Μόλις μπήκε, που λέτε, στην αυλή της αγροικίας, είδε ένα τσούρμο παιδιά, του σπιτιού και των γειτόνων, μαζεμένα γύρω από το σπιτάκι του σκύλου. Κοίταζαν όλο περιέργεια κατιτί, ακίνητα και σιωπηλά, με τεταμένη προσοχή. Ο παπάς σίμωσε. Ήταν η σκύλα που γεννούσε. Μπρος στο σπιτάκι της, πέντε κουτάβια μάρμαζαν γύρω από τη μάνα τους, που τα έγλυφε στοργικά, και τη στιγμή που ο παπάς τέντωνε το κεφάλι του για να κοιτάξει κι αυτός πάνω από τα κεφάλια των παιδιών, γεννήθηκε κι ένα έκτο κουταβάκι. Όλα τα χαμίνια βάλθηκαν τότε κατενθουσιασμένα να φωνάζουν χτυπώντας παλαμάκια: «Κι άλλο ένα, να κι άλλο ένα». Ήταν ένα παιχνίδι γι’ αυτά, ένα φυσικό παιχνίδι όπου τίποτα το ακάθαρτο δεν υπεισερχόταν. Παρακολουθούσαν αυτήν την γέννηση όπως θα παρατηρούσαν τα μήλα να πέφτουν. Όμως ο άντρας με το μαύρο ράσο συσπάστηκε από αγανάκτηση και, χάνοντας κάθε έλεγχο, σήκωσε τη μεγάλη μπλέ ομπρέλα του και άρχισε να κοπανάει τα παιδιά, που σκόρπισαν πιλαλώντας. Τότε, μένοντας ολομόναχος με την ετοιμόγεννη σκύλα, άρχισε να την χτυπάει και δώσ’ του να την χτυπάει. Η σκύλα, καθώς ήταν δεμένη, δεν μπορούσε να το σκάσει, και, ενώ σπάραζε βογκώντας, ο παπάς ανέβηκε πάνω της, την ποδοπάτησε, την έκανε να φέρει στον κόσμο ένα τελευταίο κουτάβι και την αποτέλειωσε με χτυπήματα της φτέρνας. Κατόπιν την παράτησε αιμόφυρτη ανάμεσα στα νεογέννητα που έσκουζαν ζητώντας κιόλας να βυζάξουν.
     Έκανε μακρινούς περιπάτους, ολομόναχος, με γοργό βήμα, μεγάλες δρασκελιές και αγριεμένη θωριά.
     Εκεί που επέστρεφε, κάποια μαγιάτικη βραδιά, από έναν μακρινό περίπατο, και ακολουθούσε την απόκρημνη ακτή, για να γυρίσει στο χ  ωριό, τον έπιασε στο δρόμο δυνατό χαλαζόβροχο. Δεν υπήρχε σπίτι, παντού η γυμνή ακτή που η μπόρα την τρυπούσε με υδάτινα βέλη.
     Η τρικυμισμένη θάλασσα άφριζε, και τα βαριά μαύρα σύννεφα, που έρχονταν γοργά από τον ορίζοντα, έκαναν τη βροχή να δυναμώνει. Ο αγέρας σφύριζε, φυσομανούσε, πλάγιαζε τις νέες σοδειές και παράσερνε τον ιερέα που είχε γίνει παπί, κολλούσε το μουσκεμένο του ράσο στους μηρούς του και γέμιζε με βόμβο τ’ αυτιά και με αχό την ταραγμένη του καρδιά.
     Ξεσκέπασε το κεφάλι του, αφήνοντας το μέτωπό του στην καταιγίδα και σιγά σιγά πλησίαζε τον κατήφορο για το χωριό. Όμως τον πρόφτασε ένα τέτοιο δρολάπι, που δεν μπορούσε πια να προχωρήσει. Έξαφνα πήρε το μάτι του πλάι σ’ ένα μαντρί την κινητή καλύβα ενός βοσκού. Έτρεξε προς τα κει να βρει καταφύγιο.
     Τα σκυλιά που τα μαστίγωνε η ανεμοζάλη δεν σάλεψαν καθώς τα πλησίασε, κι έτσι έφτασε ίσαμε το ξύλινο καλύβι, κάτι σαν παράπηγμα πάνω σε ρόδες, που οι τσοπαναραίοι σέρνουν το καλοκαίρι από το ‘να βοσκοτόπι στο άλλο.
     Πατώντας σ’ ένα σκαμνί, έφτανες στη χαμηλή πόρτα που ήταν ανοιχτή και άφηνε να φαίνεται η ψάθα που ήταν στρωμένη μέσα.
     Ο παπάς ετοιμαζόταν να μπει όταν διέκρινε στο μισοσκόταδο δυο ερωτευμένους να χαϊδολογούνται. Τότε έκλεισε απότομα την πόρτα και την μαντάλωσε, ύστερα ζεύτηκε τα μπράτσα κυρτώνοντας το αχαμνό κορμί του, τραβώντας σαν άλογο και λαχανιάζοντας μεσ’ στο καταμουσκεμένο ράσο του, έτρεξε παρασύροντας προς την απότομη ακτή, τη θανάσιμη ακτή, τους νέους ερωτευμένους που πιάστηκαν στα πράσα σφιχταγκαλιασμένοι και που χτυπούσαν τώρα τα τοιχώματα με τις γροθιές τους, νομίζοντας αναμφίβολα πως κάποιος περαστικός τους έκανε φάρσα.
     Σαν έφτασε στην κορυφή της πλαγιάς, ξαμόλησε την ελαφριά κατοικία που άρχισε να ροβολάει την απότομη κατηφοριά.
     Η άμαξα επιτάχυνε την πτώση της, καθώς παρασυρόταν ξέφρενα από το βάρος της, κατρακυλώντας όλο και πιο γρήγορα, πηδώντας, σκοντάφτοντας σαν ζώο, χτυπώντας τη γη με τα μπράτσα της.
     Κάποιος γεροζητιάνος κουρνιασμένος μέσα σ’ ένα χαντάκι, την είδε να περνάει με φόρα πάνω από το κεφάλι του και άκουσε φρικιαστικές κραυγές να βγαίνουνε από αυτό το ξύλινο κιβώτιο.
     Ξαφνικά έχασε η άμαξα μια ρόδα που αποσπάστηκε εξαιτίας του τράκου, έγειρε στο πλάι και άρχισε να κατρακυλάει σαν τόπι, όπως θα κατρακυλούσε ένα ξεθεμελιωμένο σπίτι από μια βουνοκορφή ύστερα, φτάνοντας στο φρύδι του τελευταίου γκρεμού, τινάχτηκε διαγράφοντας καμπύλη και, πέφτοντας στο βάθος, τσακίστηκε σαν αβγό.
     Τους περιμάζεψαν και τους δύο εραστές συνθλιμμένους, κομματιασμένους, με τσακισμένα όλα τους τα μέλη, αλλά πάντοτε αγκαλιασμένους, με τα χέρια του ενός τυλιγμένα στο λαιμό του άλλου, μές στον τρόμο τους ή στην ηδονή.
     Ο παπάς αρνήθηκε να επιτρέψει την είσοδο των πτωμάτων τους στην εκκλησία και να ευλογήσει τα φέρετρά τους.
     Και την Κυριακή στο θείο κήρυγμα, μίλησε με παραφορά για την έβδομη εντολή του Θεού, απειλώντας τους ερωτευμένους μ’ ένα εκδικητικό και μυστηριώδες χέρι και αναφέροντας το τρομερό παράδειγμα των δύο δυστυχισμένων που σκοτώθηκαν την ώρα πάνω που αμάρταιναν.
     Εκεί που έβγαινε όμως από την εκκλησία, τον συνέλαβαν δύο χωροφύλακες.
     Ένας τελωνοφύλακας που παραφύλαγε μέσα σ’ ένα παρατηρητήριο, είχε δει τα πάντα. Ο παπάς καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα.

                                                        *

     Κι ο χωρικός που μου διγήθηκε την ιστορία πρόσθεσε σοβαρά: «Τον είχα γνωρίσει, εγώ, κύριε. Ήτανε τραχύς άνθρωπος και δεν του άρεσαν οι ξετσιπωσιές

___________________________________
Από τη συλλογή «Γκυ ντε Μωπασάν: Επίλεκτα Διηγήματα. Μετάφραση Φοίβος Ι. Πιομπίνος. Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ. 2005

Πληκτρολόγηση: Δημήτρης Κουκουλάς 19.03.2020

  

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2020

Ελένη Γιαννακάκη: Ρέκβιεμ για μια Οκτάβια



 



Ελένη Γιαννακάκη



                         Ρέκβιεμ για μια Οκτάβια


     Η Ελένη Γιαννακάκη με τα πέμπτο αυτό μυθιστόρημά της (Εκδόσεις Πατάκη σελ.180) δεν μας παραδίδει μόνο ένα επιπλέον δείγμα της συγγραφικής της δεινότητας αλλά μας αφήνει ένα άκρως διαχρονικό και μοναδικό στη σύλληψή του δημιούργημα παγκόσμιας εμβέλειας. Όλος ο αγώνας της γυναίκας από τον ερωτισμό και την εγκυμοσύνη μέχρι τον τοκετό μέσα από τους μονολόγους μιας θηλυκιάς χταποδίνας και η λέξη στον πληθυντικό δεν αναφέρεται μόνο στο «πολλές φορές» του κεφαλιού αλλά και σ’ αυτά που λένε τα πλοκάμια. Τα οποία η συγγραφέας άλλα αποκαλεί χεράκια και άλλα ποδαράκια, καθώς έχοντας μελετήσει πολύ καλά τη φυσιολογία των συγκεκριμένων μαλακίων, γνωρίζει πολύ καλά πως τα πλοκάμια διαθέτουν ένα αποκεντρωμένο νευρικό σύστημα αφού τα 2/3 από τους 130 εκατομμύρια νευρώνες του χταποδιού βρίσκονται στα νεύρα των πλοκαμιών.
     Αλλά όσο και να ακούγεται παράξενο, ενώ από την αρχή ξεκινάς με την πεποίθηση μιας μεταφυσικής αλληγορίας, σιγά-σιγά μένεις έκπληκτος από τη ρεαλιστική περιγραφή όλου αυτού του σφύζοντος υποθαλάσσιου κόσμου με τα χρώματά του. Κοράλλια, φυτά και ανεμώνες, οστρακοειδή, μαλάκια και ψάρια με πλήρη ονοματολογία και συμπεριφορές, τίποτα στο έτσι και στο περίπου.
     Μόνο που απλή αλληγορία δεν είναι και από νωρίς υποψιάζεσαι το έντονο ανθρώπινο στοιχείο που υποβόσκει γιατί αν η χταποδίνα  περιμένει μέσα στο θαλάμι να σκάσουν τ’ αυγά της να βγουν τα μικρά και μετά να πεθάνει –μοναδικές και συγκινητικές οι αναφορές της στον τελευταίο μονόλογό της—σε χοντρές γραμμές κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τη γυναίκα μητέρα. Και η υποψία επαληθεύεται κάπου στη μέση του βιβλίου όταν με το κεφάλαιο «Το όνειρο» και με ένα μοναδικό τρόπο  παραληρηματικής γραφής μακρόσυρτων προτάσεων, περιγράφεται ανατριχιαστικά μια έκτρωση.
     Για να έρθει στο τέλος εκείνη η απρόβλεπτη και ανατρεπτική «Περισπωμένη» και με έναν αφοπλιστικό τρόπο να βάλει τα πράγματα και τους αναγνώστες στη θέση τους.
     Μαζί με την παραίνεση ότι δεν πρέπει να χάσετε με τίποτα αυτό το βιβλίο, δεν είναι και κάνα «τούβλο», 180 σελίδες εγγυημένης γλαφυρότητας είναι, θα ήθελα να σας πω ότι κανένα από τα κύρια ονόματα που αναφέρονται δεν είναι τυχαίο. Όλα συνοδεύονται από πολύ βαρύ ιστορικό υπόβαθρο, όπως αυτό του τίτλου.
     Τέλος θα ήθελα να κάνω και μια πρόβλεψη: ότι το βιβλίο αυτό θα γίνει σημείο αναφοράς και θ’ αγαπηθεί από πολλά νέα παιδιά, ιδίως κορίτσια, αυτά τα καλά παιδιά που ενδιαφέρονται για τη φύση τα ζώα τον άνθρωπο και όχι μόνο από τα εδώ τα εγχώρια.



Δημήτρης Κουκουλάς
Μάρτης 2020

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2020

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ: Το Γάλα



Γιώργος Ιωάννου


                                                               Το Γάλα (απόσπασµα)

 Γάλα έχω χρόνια να πιω. Μου λένε πως το απεχθάνονται κυρίως οι µπεκρήδες. Μισώ κατά βάθος τους µπεκρήδες και τα πιοτά. Πολλούς παρόµοιους τύπους είδα στη ζωή µου και τους σιχάθηκα. Είµαι εξαιρετικά ευαίσθητος σí αυτό το θέµα. Τον καιρό της µεγάλης πείνας το γάλα, µαζί µε µερικά άλλα τρόφιµα, ήταν η µεγάλη ιδέα µου. ∆εν ξέρω πώς έγινε και τώρα το έχω ξεχάσει, χωρίς όµως να πάψω να το σέβοµαι ως κάτι το ιερό. Η λησµοσύνη µου αυτή δεν οφείλεται στα πιοτά. Παραχόρτασα ίσως και δόξα τω θεώ δεν έχω για πολλά χρόνια αρρωστήσει. Τρεις ή µάλλον δυο φορές µας έδωσαν όλο κι όλο τότε γάλα µε το δελτίο. Την τρίτη φορά πήγα αλλά µαταιώθηκε η διανοµή. Πήγαινα σí ένα γαλατάδικο µακρινό, στην άλλη άκρη. Το µοίραζαν απόγευµα, έπρεπε όµως να πας να πιάσεις ουρά σχεδόν απí το µεσηµέρι. Θυµάµαι πολύ ζωηρά την τρίτη και τελευταία µετάβασή µου στο ελεεινό αυτό γαλατάδικο. Έφτασα νωρίς εκεί και µπήκα αµέσως στην ουρά, που ήταν κιόλας µεγάλη. Το χτεσινό πάθηµα πολλών είχε γίνει µάθηµα σε όλους. Το στρίµωγµα εξαιτίας και του κρύου ολοένα µεγάλωνε. Ο γαλακτοπώλης όµως δε φαινόταν νí ανοίξει το γαλατάδικο. Στο µεταξύ έγιναν κάνα δυο επεισόδια λόγω της στενής επαφής µας. Παρí όλη την πείνα, όπως θα θυµούνται ελπίζω πολλοί, άνθιζε και λουλούδιζε τότε στις ουρές το κολλητήρι. Κάποια στιγµή ο γαλακτοπώλης µε το καρότσι του φάνηκε. Έρχονταν όµως πολύ γρήγορα και τα γκιούµια χοροπηδούσαν. Σαν έφταξε κοντά, µας φώναξε: ´Χύθηκε το γάλα στο δρόµοª. Κανείς δε διαµαρτυρήθηκε. Έλεγαν άλλωστε πως είναι ταγµατασφαλίτης. Τη νύχτα γυρνούσε και σκότωνε. ∆ιαλύσαµε περίλυποι την ουρά και πήραµε τους δρόµους. Ήταν φανερό πως είχε τελειώσει κι αυτή η υπόθεση. Ήµουν απαρηγόρητος. Στο γυρισµό άλλαξα δροµολόγιο για να µην ξαναπεράσω από κάτι πεθαµένους που είχα δει πρωτύτερα. Τους είχαν παρατήσει, ποιος ξέρει γιατί, εκεί που αρχίζει σήµερα η έκθεση κι ακριβώς στο σηµείο, θαρρώ, όπου τώρα υψώνεται το τεράστιο µοντέρνο γλυπτό που εκφράζει, καθώς λένε οι ειδικοί, την αιώνια ορµή του ανθρώπου για πρόοδο και ανάταση. Ήταν ένα µεγάλο ορθογώνιο κασόνι και τους είχαν µέσα πρόσωπο µε πρόσωπο. Επιστρέφοντας αργά από άλλους δρόµους γρήγορα ξεχάστηκα κι άρχισα, όπως συνήθως, να ονειρεύοµαι φαγητά. Τα φαγιά που τρώγαµε τότε ήταν κάτι απίστευτα πράγµατα. Όλα έµοιαζαν µε κάτι το προπολεµικό, µα κανένα δεν ήταν ακριβώς το ίδιο. Θαρρείς και το παν ήταν να διατηρηθεί η ονοµασία. Για το κατσαµάκι όµως ονοµασία ευγενική δε βρέθηκε. Θα , ξιζε να γραφτεί µια µελέτη για τα φαγιά της κατοχής. ∆εν αποκλείεται µερικά να γίνουν και της µόδας, όλα να τα περιµένεις. Τα πιο πολλά είχαν για βάση τους το καλαµπόκι. Είναι µυστήριο πράγµα από που ξεφύτρωσε ξαφνικά τόσο πολύ καλαµπόκι. Ακόµη και στις εκκλησίες αντίδωρο καλαµποκίσιο µοιράζανε. Όλοι έσπευδαν να πάρουν. Θυµάµαι ένα σωρό γωνιές που είδα ανθρώπους να πέφτουν. Περνώντας τους ξαναφέρνω στη µνήµη µου λέγοντας µια ευχή. Αν ήµασταν άνθρωποι, θα , πρεπε σε µερικά έστω σηµεία να υπάρχει κάτι, ένα σηµάδι για µαρτυρία και υπενθύµιση. Σε µια µεγάλη απεργία προπολεµική, εκεί όπου είχαν πέσει απεργοί, πάνω στα ξερά αίµατα, οι φίλοι τους και σύντροφοί τους είχαν βάλει από µια τραγιάσκα κι ένα κουλούρι. Σχεδόν αµέσως, βέβαια, εξαφανίστηκαν αγρίως όλα αυτά. Πολλοί άνθρωποι έχουν πεθάνει στους δρόµους αυτής της πόλης. Νοµίζω πως µε έχουν σώσει τα όνειρα, τα οράµατά µου µάλλον. Τότε µε είχε πιάσει µεγάλη µανία µε το γάλα και το κακάο. Φανταζόµουν καζάνια ολόκληρα µε γάλα και κακάο να τí ανακατεύω µε µια τεράστια ξύλινη χοντρή κουτάλα και να µε τυλίγει η θεσπέσια εκείνη ευωδιά. Έριχνα, βέβαια, µέσα και άφθονη ζάχαρη, γνήσια, όχι ζαχαρίνη, που τόση ζηµιά έκανε στην ερωτική ικανότητα πολλών. Ανεβοκατέβαζα συνεχώς τις δόσεις ώσπου στο τέλος µπούχτιζα, βαρυστοµάχιαζα σχεδόν, απí τα τόσο βαριά πράγµατα που έτρωγα µε το νου µου. Ο διεθνής ερυθρός σταυρός, ευτυχώς, µας µοίρασε µερικές φορές απí όλα αυτά τα πράγµατα. Τι έγιναν άραγε όλοι εκείνοι οι σεµνοί ξένοι που µε τόση κρυφή συγκίνηση κοίταζαν εµάς τα παιδιά όταν πηγαίναµε να πάρουµε τα είδη; Πολλές φορές τους πρόσεξα να µου ζυγιάζουν πολύ παραπάνω κάνοντας µάλιστα και τον αυστηρό. Όλοι τους έχουν λησµονήσει. Αν σκότωναν ανθρώπους, θα ήταν σήµερα πασίγνωστοι, ίσως και δοξασµένοι. Αλλά τι να µας κάνουν τα τρόφιµα του ερυθρού σταυρού; Η τροφή ήταν µια καθηµερινή υπόθεση που µόνο µια γεµάτη αγορά µπορούσε να τη λύσει. Γιí αυτό κι εγώ είχα καταφύγει στη φαντασία. Χρόνια και χρόνια, κι όχι µονάχα στην κατοχή, τέτοια ήταν τα νεανικά µου όνειρα. Όλο για φαγιά, για ψωµιά, για ρούχα και παπούτσια. ∆ε µου έµενε δυστυχώς καιρός ούτε ικµάδα για πράγµατα υψιπετή και λεπτεπίλεπτα. Αργά το διαπιστώνω, τι κρίµα! Ενώ κάτι συνοµήλικοί µου από χωριά ή πλουσιόσπιτα είναι σήµερα µέχρι λιποθυµίας λεπταίσθητοι ó και τι ντροπή! ó ακόµα και µπλαζέδες..

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2019

ΠΩΣ ΑΥΤΟΣ Ο ΕΥΤΡΑΦΗΣ ΚΥΡΙΟΣ ΜΕ ΤΟ ΕΛΚΗΘΡΟ ΕΣΒΗΣΕ ΤΗ ΦΑΤΝΗ!








     Ολόκληρο το αφήγημα των Χριστουγέννων έχει πλέον ισοπεδωθεί κάτω από έναν αχαλίνωτο καταναλωτισμό που τέτοιες μέρες υποδαυλίζεται άγρια από τις φωταψίες και τις διαφημίσεις της τηλεόρασης και όλων των υπόλοιπων μίντια. Δώρα, δώρα, δώρα και παιχνίδια πολλά παιχνίδια, θα προστεθούν στις κατάφορτες από τέτοια πράγματα παιδικές κρεβατοκάμαρες. Εκατοντάδες εκατομμύρια τόνοι πλαστικούρας, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, ανοίγουν νέες πληγές πάνω στο σώμα του κουρασμένου πλανήτη μας. Δάση βουνά και θάλασσες δεινοπαθούν.
      Και πως εμείς που μεγαλώσαμε στην επαρχία της προ TV εποχής να μην κατακλυζόμαστε από τη νοσταλγία αυτών των ημερών. Ζώντας μέσα στα άχυρα και τ’ αχούρια μαζί με άλογα μουλάρια πρόβατα και κατσίκες, νιώθαμε ιδιαίτερη χαρά σκεπτόμενοι πως το παιδάκι του Θεού γεννήθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον σαν το δικό μας. Και όταν στις 5 η ώρα το χάραμα βάραγε η καμπάνα και πηγαίναμε για την εκκλησία μέσα στην παγωνιά, σηκώναμε δειλά-δειλά το κεφάλι προς τον ουρανό μήπως και δούμε τo αστέρι των Μάγων.
     Όσο για δώρα, τα δέκα μπαλόνια με ένα πενηνταράκι, που είχανε πάνω τους ζωγραφισμένες δυο καμπάνες και άστρα, μας ήταν αρκετά. Την Πρωτοχρονιά ο πενιχρός μπουλαμάς από τους μεγάλους που περιλάμβανε ακόμη και τρύπιες δεκάρες. Από τον Αγιοβοσίλη, έτσι αδυνατούλη με ρουφηγμένα μάγουλα που τον βλέπαμε στην εικόνα, δεν περιμέναμε τίποτα παραπάνω από το ψεύτικο
φλουρί της πίτας.
     Τέλος, η νηστεία της σαρακοστής που την κρατάγανε όλες οι οικογένειες ανέβαζε τις προσδοκίες του γιορτινού τραπεζιού. Τα Χριστούγεννα είχε κάποια ποικιλία από σπίτι σε σπίτι με πιο σύνηθες το χοιρινό με σέλινο αυγολέμονο. Ενώ την παραμονή της Πρωτοχρονιάς σε όλα τα σπίτια κόκορας με χυλοπίτες.
Με τούτα και με τ’ άλλα άντε και: ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΕΣ ΤΟ ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ! (όπως το λέγαμε τότε)