Κυριακή, 16 Ιουνίου 2019

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: Τὰ Δαιμόνια στὸ ρέμα (1900)


(Tο διάβασα για χαλάρωση μετά από ένα απελπιστικό αφιέρωμα της εφημερίδας για το πλαστικό των θαλασσών!)


                                    Αέξανδρου Παπαδιαμάντη                  

Τὰ Δαιμόνια στὸ ρέμα (1900)

ΔΙΗΓΗΜΑ


Δύο πειρασμοὶ μοῦ ἐπενέβησαν καὶ δύο δοκιμασίας ὑπέφερα εἰς μίαν ἡμέραν, κατ᾽ ἐκείνην τὴν ἐκδρομήν. Ἤμην δεκαετὲς παιδίον. Ἅμα ἐφθάσαμεν, μόλις εἶχον ἀναλάβει ἀπὸ τὸν πρῶτον κλονισμόν, ᾐσθάνθην τόσην χαρὰν καὶ δρόσον ἀπὸ τὴν ἐκλάμπρου ὡραιότητος ἐκείνην τοποθεσίαν, τὴν ὁποίαν τὸ πρῶτον ἔβλεπα, ὥστε ἐξεκλέφθην παρευθὺς ἀπὸ τὴν ἄγρυπνον ἐπίβλεψιν τοῦ πατρός μου, ὅστις θὰ ἐπίστευεν ἴσως ὅτι εἶχα σωφρονισθῆ ἀπὸ τὴν τρομάραν τῆς πρωίας, κ᾽ ἐπῆγα τρελὰ νὰ τρέξω, νὰ χαζέψω, νὰ περιπλανηθῶ, μαζὶ μὲ ἄλλα παιδιά, στοῦ Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα.
Ὑψηλὰ ἐπὶ τοῦ λόφου τοῦ περιφανοῦς, τοῦ βλέποντος πρὸς βορρᾶν εἰς τὸ πέλαγος, ἵσταται ὁ ναΐσκος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Ἄνω καὶ κάτω καὶ ὁλόγυρα, πολυσχιδεῖς λόφοι καὶ ράχεις καὶ δειράδες, ὅπου γυμνοί, ἀμαυροί, ἀνεμόπληκτοι βράχοι ἐναλλάσσουσιν ἁρμονικῶς μὲ πλουσίας λόχμας καὶ συστάδας θάμνων, ἀπὸ πρίνους καὶ ἀγριελαίας, καὶ πελωρίους σχοίνους δακρύοντας ἀγριομαστίχην, σχηματίζοντας εἰς καλύβην τοὺς μακροὺς κατηρεφεῖς κλῶνάς των, ὅπου ὄχι σπανίως εὑρίσκουσι πρόχειρον μάνδραν διὰ τὰ κοπάδια των οἱ λιναρόξανθοι μὲ τὰς μακρὰς ράβδους βοσκοί. Κάτω, τὰ κράσπεδα ὅλης τῆς ἀκτῆς φιλοῦσι μὲ ὑγρά, σιαλώδη, μεθυσμένα φιλήματα, μὲ ἀγρίους πόθους καὶ μὲ ἐξάλλους ὁρμάς, μαῦρα καὶ γαλανὰ τὰ κύματα· μέλη σειρήνων εἰς τὴν ἐπιφάνειαν καὶ κάλλη σειρήνων, καὶ νηρηίδων ἀνεκλάλητα μυστήρια εἰς τὸ βάθος.
Ἦτο τότε ἡ παραμονὴ τῆς 29 Αὐγούστου, Ἀποτομῆς τοῦ Προδρόμου, καὶ ὁ παλαιὸς ναΐσκος, ἐπὶ τοῦ ἐρήμου λόφου, ὕπερθεν τῆς θαλασσοπλῆγος ἀκτῆς, θὰ προσείλκυε τὰ πλήθη τῶν προσκυνητῶν. Κατὰ συνοδίας τὰ πλήθη, νέοι, γυναῖκες καὶ παιδία, ἤρχοντο. Μυρμηκιὰ ὀφθαλμοφανὴς ἐσχηματίζετο εἰς τὸν κατήφορον, ἅμα ἀνέβλεπέ τις ἄνω πρὸς τὴν ποδιὰν τοῦ βουνοῦ, ἐκ μεσημβρίας, ὁπόθεν κατήρχοντο φαιδροί, κάθιδροι, μὲ ροδιζούσας παρειὰς καὶ ἀσθμαινούσας πνοάς, οἱ πανηγυρισταί.
Ἡμεῖς εἴχομεν κατέλθει τὴν αὐτὴν ἐκείνην κατωφέρειαν πρωί, ἅμα τῇ ἀνατολῇ. Εἴχομεν ἐκκινήσει τὰ χαράγματα ἀπὸ τὸ χωρίον μας, ἀπέχον τριῶν ὡρῶν δρόμον, πρὸς μεσημβρίαν· ἐγὼ ἤμην καβάλα ἐπὶ τῆς φορβάδος. Ὁ ἀγωγιάτης, ὁ Μῆτρος ὁ Πρανᾶς, ἐκράτει τὴν τριχιὰν τοῦ χαλινοῦ προπορευόμενος, κατ᾽ ἐπίμονον ἀπαίτησιν τοῦ πατρός μου, ἂν καὶ μετὰ γογγυσμοῦ, ὡς ἀγγαρείαν τὸ ἔκαμνε. Τοῦ ἐφαίνετο ὡς νὰ ἔσυρεν ἐπ᾽ ὤμων τὴν φοράδα μὲ τὸ σαμάρι της, κ᾽ ἐπάνω στὸ σαμάρι ἐμέ. Θὰ ἐπροτίμα νὰ ἀκολουθῇ σφυρίζων ὄπισθεν, ὡς συνηθίζουν οἱ συνάδελφοί του ὅλοι.
Ὄπισθέν μας ἤρχοντο πεζοὶ ὁ πατήρ μου καὶ τρεῖς ἢ τέσσαρες γυναῖκες, κρατοῦσαι τὰ καλαθάκια των. Ἐπρόκειτο νὰ λειτουργήσωμεν ἰδιαιτέρως τὴν ἡμέραν ἐκείνην, παραμονὴν τῆς ἑορτῆς, εἶτα δὲ θὰ ἐμένομεν εἰς τὴν πανήγυριν.
*
* *
Ἐπάνω εἰς τὴν ράχιν τοῦ βουνοῦ, καθὼς ἐμέλλομεν νὰ κατηφορίσωμεν πρὸς τὴν βορειοδυτικὴν κλιτύν, ἀνάμεσα εἰς πυκνοὺς φράκτας καὶ εὐώδεις λόχμας, ὅπου ὁ δρόμος γίνεται οἱονεὶ σκιάς τις δροσοστάλακτος καὶ ἀδιαπέραστος εἰς τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου, ὁ Μῆτρος ὁ Πρανᾶς ἤθελε ν᾽ ἀφήσῃ εἰς βάρος μας τὴν φοράδα του, καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς ἕνα ἀγρὸν ὑψηλότερα, εἰς τὴν κορυφήν, πρὸς τὸν Ἁι-Θανάση. Ἐκεῖ, καθὼς μᾶς ἀπεχαιρέτισε κ᾽ ἔφυγε, δὲν ἐφρόντισε νὰ παραδώσῃ τὸν χαλινὸν τοῦ ζῴου εἰς χεῖρας τοῦ πατρός μου, ἀλλ᾽ ἔρριψε τὴν ἄκρην τῆς τριχιᾶς κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, ὅπως ἔτυχεν, ἄνοιξε τὰ πόδια του τὰ ὑποδεμένα καλὰ μὲ φασκιές, κ᾽ ἔφυγε δρομαῖος.
Ἡ φοράδα, μόλις ᾐσθάνθη τὴν ἐλευθερίαν της ―φαίνεται κάπου ἐγνώρισεν ὅτι πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος ἦσαν τὰ κατατόπια της― δὲν ἐκρατήθη, κ᾽ ἐπηλάλησεν εἰς τὰ τέσσερα, τὸν κατήφορον· κ᾽ ἐγώ, χωρὶς νὰ ἔχω τὸν χαλινὸν εἰς τὰς ἀσθενεῖς χεῖράς μου, καβάλα στὸ σαμάρι…
Αἱ γυναῖκες ἔβαλαν τὰς φωνάς.
― Ἄχ! Παναϊά μ᾽!
― Τὸ παιδί! τὸ παιδί!
― Εἶδες, ὁ χαζός! ἄφσε κατὰ γῆς τὴν τριχιὰ κ᾽ ἔφυγε…
― Μπά! ὁ ἀθεόφοβος…
― Πώ, πώ! τὸ παιδί…
― Νά, τώρα θὰ τὸ πετάξ᾽ κάτω!
― Βαστάξ᾽, Ἀλέκο!
― Βαστάξου, παιδί μ᾽!
― Χριστέ μ᾽! Παναγία μ᾽!
Ὁ πατήρ μου, ἔξαλλος ἐκ τρόμου, ἔτρεξε τὸν κατήφορον. Ἐπῆρ᾽ ἓν μονοπάτι πλάγιον· ἔπειτα τὸ ἔχασε, κ᾽ ἔτρεχε μέσα στὰ χωράφια. Ἐπροσπάθει ἀπελπιστικῶς νὰ κόψῃ τὸν δρόμον τῆς φοράδας. Ἐπεθύμει νὰ τρέχῃ, εἰ δυνατόν, παραλλήλως. Ἔμενεν ὀπίσω, εἴκοσι βήματα κατ᾽ ἀρχάς· εἶτα ἑκατόν, εἶτα πεντακόσια βήματα. Ἔτρεχε κάθιδρος, πνευστιῶν, πότε ἐρυθρός, πότε πελιδνός, βλοσυρός, ἔκφρων.
― Βαστάξου καλά! παιδί μ᾽, βαστάξου!
Ἐγὼ ὁρμεμφύτως ἐκρατούμην ἀπὸ τὰ δύο προεξέχοντα παγίδια, οἱονεὶ τὰ κέρατα, τοῦ σάγματος. Καὶ ἡ φοράδα ἔτρεχε τρελή, κ᾽ ἡ τριχιὰ ἐσύρετο κάτω, καὶ δὲν ἔτυχε νὰ πιασθῇ πουθενά, εἰς σχισμάδα ἢ χαμόκλαδον ἢ παλουκοειδὲς ξύλον. Καὶ τίς ἠξεύρει ἂν θὰ ἦτο διὰ καλὸν ἢ διὰ κακόν, ἂν ἐπιάνετο; Ἢ τὸ σχοινίον θὰ ἐκόπτετο, μὲ τὴν ὁρμὴν τοῦ ἐξηγριωμένου ζῴου, καὶ τότε ἡ μανία του θὰ ηὔξανεν, ἢ τὸ σχοινίον θ᾽ ἀντεῖχε, καὶ τότε ἐγώ, μὲ τὰ ἄτακτα λοξὰ πηδήματα τῆς φοράδας, πιθανὸν νὰ ἐξεσφενδονιζόμην πουθενά, εἰς βράχον ἢ κρημνόν, ἢ ἀκανθώδεις θάμνους καὶ αἰχμηροὺς κορμοὺς κομμένων δένδρων.
Δὲν ἐνθυμοῦμαι πλέον τί ᾐσθανόμην, ὁ φόβος τὸν ὁποῖον ἐδοκίμαζα, μετεῖχε θελγήτρου τινός, καὶ δὲν μὲ παρέλυε. Μοῦ ἤρεσκε τὸ χοροπήδημα ἐκεῖνο ἐπάνω στὸ σαμάρι, καὶ μ᾽ ἔτερπον καθ᾽ ὑπερβολὴν αἱ ἐναγώνιοι κραυγαὶ τῶν γυναικῶν. Ὁ πατήρ μου, ἔκφρων, ἔτρεχε, φορῶν μόνον τὸ ζωστικόν του, ἀσκεπὴς τὴν κεφαλήν, μὲ τὴν κόμην ἀνεμίζουσαν. Ὤ, ἐπίστευε τάχα ὅτι ἤμην ἄξιος τόσης μερίμνης; Κ᾽ ἐκολακευόμην ὅτι ἤμην πρᾶγμα πολύτιμον, φεῦ, τῆς πλάνης!
Κ᾽ αἱ γυναῖκες πάντοτε ἔκραζον:
― Παναγιά μ᾽! Παναγιά μ᾽!
Ἄχ! ἀπὸ πόσας συμφορὰς πόσον κόσμον νὰ ἔσωσεν ἡ εὐσεβής, ἡ αὐθόρμητος αὕτη κραυγὴ τῶν χριστιανῶν γυναικῶν!
Ὁ δρόμος ἔβαινε πάντοτε ἀνώμαλος κατὰ μῆκος τῶν δειράδων καὶ ποδιῶν τῶν λόφων. Δεξιόθεν ἦτο ἀνήφορος, ἀριστερόθεν κατήφορος, καὶ κρημνός. Διὰ τοῦ κρημνοῦ καὶ τοῦ κατηφόρου ἐκείνου ἔτρεχεν ἔξαλλος ὁ πατήρ μου. Ἐγώ, βλέπων ὅτι ἐσχηματίζοντο δεξιόθεν πολλοὶ ἐξέχοντες ὄχθοι, ἐνῷ ἐκαθήμην ἕως τότε περιβάδην, μετεκάθισα μονόπλευρα ἐπὶ τοῦ σάγματος, δεξιά, καὶ εἰς τὸν πρῶτον ὄχθον, ἐπήδησα ἐλαφρὸς καὶ ἐστάθην σῷος καὶ ἀβλαβής.
Πάραυτα ἡ φοράδα ἐσταμάτησε, καὶ ἤρχισε νὰ βόσκῃ ἥσυχα εἰς τὸ χόρτον.
Ὁ πατήρ μου καὶ αἱ συνοδοί μας δὲν ἐφαίνοντο πλέον ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἀλλ᾽ αἱ φωναί των ἠκούοντο.
― Μὴ φοβᾶσθε! Ἐδῶ εἶμαι! Πήδησα κάτω! ἐφώναξα θριαμβεύων ἐγώ.
Εὐθὺς τότε ἔφθασαν ὅλοι πλησίον μου. Ὁ πατήρ μου μόλις ἠδύνατο πλέον νὰ σταθῇ ἀπὸ τὸν κόπον.
― Πῶς ἔκαμες;
Διηγήθην πῶς ἐξεπιάσθηκα τὸ ἀριστερὸ χέρι ἀπὸ τὸ ἀριστερὸ παγίδι, πῶς ἐπιάσθηκα μὲ αὐτὸ τὸ ἴδιο χέρι ἀπὸ τὸ παγίδι τὸ δεξί, πῶς μετέφερα τὸ δεξὶ χέρι πρὸς τὰ ὀπίσω τοῦ σαμαριοῦ, πῶς μετεκάθισα μονόπλευρα ἐπάνω στὸ σαμάρι, καὶ πῶς εἶδα ἕνα μικρὸν ὄχθον κ᾽ ἐπήδησα.
― Δόξα σοι, ὁ Θεός!
―Ἐγὼ ἔκαμα τάμα στὸν Ἁι-Γιάννη.
―Ἐσὺ ἔταξες, παιδί μ᾽, τίποτα;
― Τί νὰ τάξω; Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀσήμι γιὰ νὰ κάμω παιδιά.
Ἐγέλασαν αἱ γυναῖκες μὲ τὸν παιδικὸν τοῦτον λόγον. Ἐσήμαινε δὲ τοῦτο τὰ ἀσημένια «παιδιά», τὰ ὁποῖα προσφέρουν αἱ μητέρες συνεπείᾳ ταξίματος εἰς θαυματουργοὺς εἰκόνας τῶν Ἁγίων. Ὑπῆρχον εἰς τὸ χωρίον μας δύο χρυσοχόοι ἀδελφοί, τῶν ὁποίων τὰς ἐργασίας παρηκολούθουν μετὰ περιεργείας, τοὺς ἐζήτουν ἕνα μικρὸ κομματάκι ἀσήμι, καὶ δὲν μοῦ ἔδιδαν.
*
* *
Ἡ ἐντύπωσις ἐκείνη τοῦ φόβου δὲν εἶχε διαρκέσει εἰς τὸ πνεῦμά μου οὐδὲ ὅσον διήρκεσεν ἡ ἀνωτέρω διήγησις. Μίαν ὥραν ὕστερον, ἐνῷ ὁ πατήρ μου ἱερούργει εἰς τὸν ναΐσκον, καὶ πρὶν ἀπολύσῃ ἀκόμη ἡ λειτουργία, ἔφυγα, ὡς εἶπον, μὲ τἆλλα παιδιά, κ᾽ ἐπήγαμεν νὰ τρέξωμεν εἰς τοῦ «Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα».
Τἆλλα παιδιά, ὅσον σέβας καὶ φόβον ἐδείκνυον ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν πρεσβυτέρων μελῶν τῆς οἰκογενείας μου, ὅλον τὸ ἐξέσπων εἰς φθόνον καὶ ἐπιβουλὴν κατ᾽ ἐμοῦ.
Τοῦ «Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα» βαθύνεται καὶ κατέρχεται ὄπισθεν ἀκριβῶς τοῦ λόφου, ἐφ᾽ οὗ ἐγείρεται ὁ ναΐσκος τοῦ Προδρόμου. Ἡ ὀφρὺς τοῦ βουνοῦ καμπυλοῦται ἄνωθεν, ἐπιστέφουσα βαθεῖαν πτυχὴν τῆς γῆς, σχηματίζεται δὲ βαθυτάτη χαράδρα, κατερχομένη μέχρι τοῦ αἰγιαλοῦ· εἰς τὴν κορυφὴν τῆς χαράδρας ὑπῆρχεν ἕνα καιρὸν μικρὸν ἐξωκκλήσιον, μὲ ἓν γειτονεῦον ἀσκητήριον, τοῦ ὁποίου τὰ ἴχνη φαίνονται, καὶ μία παλαιὰ κρήνη, ξηρὰ τώρα. Εἰς τὸ ἀσκητήριον ἐκεῖνο, καθὼς διηγεῖτο ὁ πατήρ μου εἰς τὴν οἰκίαν μας, ὀλίγας ἡμέρας πρίν, ὅταν ἐμελετούσαμεν τὴν ἐν λόγῳ ἐκδρομήν, ἀσκήτευε τὸν παλαιὸν καιρὸν ἐνάρετος μοναχός, ἐρημίτης, ὅστις ἔφερεν ἓν ὄνομα καλογηρικὸν ὄχι πολὺ σύνηθες, καὶ ἀπὸ τὸ ὄνομα ἐκεῖνο ὠνομάσθη ὅλη ἡ κοιλάς, καὶ ἡ βρύσις, καὶ τὸ ποτάμιον, «τοῦ Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα».
Πέραν τῆς κρήνης ἐξέρχεται τώρα ἡ πηγὴ τοῦ νεροῦ, ὡς νὰ ἔχῃ ἀποπλανηθῆ καὶ ζητῇ τὴν μοναξίαν. Ἡ βρύσις βγαίνει ἀπὸ ἕνα βράχον, καλυπτόμενον ἀπὸ μέγαν φουντωτὸν σχοῖνον. Γύρω, γύρω, πλουσία χλόη πρασινίζουσα, κοσμοῦσα τὴν γῆν καὶ τὰς πέτρας, εἰς τὸ βασίλειον αὐτὸ τῶν βράχων. Ἀποστάζει ἀδάμαντας ρευστοὺς τὸ πολυτρίχι, λεπτοφυές, περίεργον χόρτον, τὸ ὁποῖον λέγουν ὅτι ἦτο καλὸν βότανον διὰ τὰς λεχούς. Πελώριος βράχος φράττει ἐν μέρει τὴν θέαν, κάθετος, ὄρθιος, ὡς τοῖχος. Ἄλλοι βράχοι χθαμαλώτεροι, σχιστοί, αἰχμηροί, ἀμαυροί, ὑψοῦνται, κύπτουν, πλαγιάζουν τριγύρω. Ἀπὸ τὰ στήθη των τὰ λάσια ἀπὸ χλόην, κάτω εἰς τοὺς γυμνοὺς πόδας των, ρέει τὸ νερόν. Πότε σχηματίζει ρυάκια καὶ ρεύματα, πότε μικρὰς λίμνας καὶ λεκάνας. Εἰς τὸ μέσον δύο βράχων, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἵσταται ὑπερήφανος, ὁ ἄλλος κυρτός, γονυπετής, ὡς ἐν σχήματι μετανοίας, ἀρχίζει νὰ κροτῇ καὶ νὰ ροχθῇ καὶ νὰ πλαταγῇ ὁ καταρράκτης, ραγδαῖος πίπτων κάτω εἰς τὴν λεκάνην, ὅπου φαίνεται τὸ νερὸν νὰ καταπίνεται. Ὀλίγας σπιθαμὰς παρακάτω ἀναθρῴσκει πάλιν. Πόθεν ἀναβρύει, ἄδηλον.
Πολλὰς ὀργυιὰς κάτω, ἡ κοιλὰς διχάζεται εἰς δύο, καὶ τὰ δίδυμα ρεύματα συμβάλλουσιν εἰς ἕνα ποταμόν, ἐκβάλλοντα εἰς τὴν θάλασσαν· τὸ ἄλλο ρεῦμα, πλουσιώτερον πολύ, ἔρχεται ἀπὸ τὴν βρύσιν τῆς Παναγίας τῆς Ζωοδόχου. Ἡ πηγὴ ἐκείνη εἶναι τόσον ἄφθονος, ὥστε, λέγουσιν οἱ βοσκοὶ τοῦ τόπου, ὅταν εἶναι ἀνομβρία, τότε τὰ νερά της πληθύνονται.
*
* *
Τὰ παιδιά, ἡ ἀσυμπαθὴς καὶ ἄστοργος συντροφιά μου, κατέβαινον, ἔτρεχον, ἐχάνοντο· ἐκυλίοντο, οἱονεί, τὸν κατήφορον, κ᾽ ἐκυνηγοῦσαν τὰ καβούρια, μέσα εἰς τοὺς διαφόρους λάκκους τοῦ νεροῦ. Ἔτρεχα, ἐπλανώμην κ᾽ ἐγὼ κατόπιν των. Ἔψαχνα νὰ εὕρω καβούρια.
Μὲ τὸ σήκωμα τῆς πέτρας, ἐθόλωναν τὰ νερά, καὶ τὰ καβούρια ἐκρύπτοντο. Ἂν ἐδοκίμαζα νὰ ἁρπάσω ἓν εἰς τὰ τυφλά, μοῦ ἐδάγκανε τὰ δάκτυλα· ἐπόνουν, τὸ ἄφηνα, κ᾽ ἐκεῖνο ἔφευγε. Νὰ τὸ πιάσω μὲ προφύλαξιν, νὰ φυλαχθῶ ἀπὸ τὰ δύο κυκλοτερῆ, μακρὰ στόματά του, δύσκολον ἦτο, ἐπειδὴ δὲν τὸ ἔβλεπα καλά· τὰ νερὰ θολωμένα.
Καθὼς μ᾽ ἐδάγκαναν τὰ καβούρια, οὕτω μὲ ὠνείδιζαν καὶ τὰ παιδιά. Δύο ἢ τρία ἐξ αὐτῶν, ἄνευ αἰτίας, ἤρχισαν νὰ μὲ «ἀναγορεύουν»*, ὅπως λέγουν εἰς τὴν γλῶσσάν των, νὰ μὲ προσφωνοῦν δηλαδὴ μὲ ὑβριστικὰ ἐπίθετα. Ἐγὼ ἤρχισα νὰ κλαίω.
Καθὼς μ᾽ ἔφευγαν τὰ καβούρια, οὕτω μ᾽ ἔφυγαν, μετ᾽ ὀλίγον, καὶ τὰ παιδιά. Εἶχαν ἀλλάξει διεύθυνσιν ἔξαφνα, κ᾽ ἐπήγαιναν πρὸς τὰ ἄνω τοῦ ρεύματος. Ἐκεῖνα ἔτρεχαν, ἐγὼ ἔμενα ὀπίσω.
Δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν περίπου συνομήλικά μου. Ἄλλοι τρεῖς ἢ τέσσαρες ἦσαν ἀπὸ δώδεκα ἕως δεκατεσσάρων ἐτῶν. Ἦσαν δέ, ὅσον δὲν ἠμποροῦσα νὰ ἐκτιμήσω, πανοῦργοι, παμπόνηροι. Ἐθόλωναν τὰ νερά, ἐστραβοπατοῦσαν, ἔφευγον τρέχοντα. Ὡμοίαζον πολὺ μὲ τοῦ ρεύματος τὰ καβούρια.
Ἔτρεχον ἐγὼ ἀπηλπισμένος κατόπιν των.
― Καρτερεῖτε κ᾽ ἐμέ!
Τοῦ κάκου. Ἔτρεχαν, ἔτρεχαν. Δὲν ἠμποροῦσα νὰ τοὺς φθάσω. Ἔκλαιον εἰς μάτην.
―Ἐσὺ δὲν εἶσαι γιὰ νὰ πιάνῃς καβούρια· εἶσαι γιὰ νὰ τρῷς χαράμια!
― Εἶσαι γιὰ τυφλοψώμια!
Ὠνόμαζαν οὕτω τὰ πρόσφορα, τοὺς ἄρτους τοὺς προσφερομένους εἰς τοὺς ναούς. Μὲ ἐμίσουν διότι ἤμην παπαδοπαίδι. Ἐκεῖνοι ἦσαν τέκνα ναυτικῶν, πορθμέων, ναυπηγῶν, γεωργῶν. Οἱ πατέρες ἐθαλασσοπνίγοντο ἢ ἵδρωναν πολὺ γιὰ νὰ βγάλουν τὸ ψωμί, καὶ οἱ υἱοὶ τὸ εἶχον διὰ καύχημα. Καὶ διὰ τοῦτο ἐμὲ μ᾽ ἐπεριφρονοῦσαν,
― Καρτερεῖτε κ᾽ ἐμένα!
― Νά! τώρα θὰ σὲ φᾶνε τὰ κρούσματα*…
― Μιὰ στιγμή, καρτερεῖτε!
― Θὰ σὲ φᾶνε τὰ στοιχειά…
Ἔβαλα κλαυθμηρὰς φωνάς, ἀλλ᾽ εἰς μάτην. Ὅσην ἀκρόασιν ἔδωκε τὸ πάλαι τὸ εἴδωλον τοῦ Βάαλ εἰς τοὺς ἱερεῖς τῶν ἀλσῶν, τοὺς ἐπικαλουμένους ἀπὸ πρωίας ἕως ἑσπέρας, ἄλλην τόσην ἔδωκαν εἰς τὰς φωνὰς τὰς ἰδικάς μου οἱ μικροὶ ἐκεῖνοι ἔνσαρκοι δαίμονες τοῦ ρεύματος καὶ τῶν βράχων. «Ἐπάκουσον ἡμῶν, ὁ Βάαλ, ἐπάκουσον ἡμῶν!». Καὶ οὐκ ἦν φωνή, καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις.
Ἔγιναν ἄφαντοι. Καὶ μακρόθεν ἐκάγχαζον εἰς τοὺς κλαυθμούς μου.
Τότε ἀπεπλανήθην. Καθὼς εἶχα γυρίσει διὰ νὰ ἐπιστρέψω ἀκριβῶς πρὸς αὐτὴν τὴν βρύσιν τοῦ Χαιρημονᾶ, ὁπόθεν ἀρχίζει εὐχάρακτος ὁπωσοῦν δρομίσκος, πρὸς ἐπιστροφὴν εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, ἔχασα τὸν δρόμον· ἀντὶ νὰ λάβω τὴν ἄγουσαν πρὸς τὰ δεξιά, ἐτράπην πρὸς τ᾽ ἀριστερά, εἰς τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας τῆς Ζωοδόχου.
Ἦτο δὲ μέγα, ἀτελείωτον, τὸ ρεῦμα ἐκεῖνο. Ὅταν ἐνθυμοῦμαι τώρα τὸ συμβὰν ἐκεῖνο τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας, μοῦ φαίνεται ὡς νὰ ἦτο ἀλληγορία ὅλης τῆς ζωῆς μου.
Chè la dirrita via era smarrita*.
Ἀνέβαινα καὶ ἀνέβαινα τὸ ρεῦμα, καὶ ὁλονὲν ἐχανόμην. Δὲν ἐπανεύρισκα, ὄχι, τὸν ἑαυτόν μου, ἀλλὰ μᾶλλον τὸν ἔχανα. , ναί, εἶχε χαθῆ δι᾽ ἐμὲ εὐθεῖα ὁδός. La dirrita via era smarrita.
Πότε ἔπεφτα μέσα εἰς διαφόρους λάκκους καὶ λεκάνας τοῦ νεροῦ, μὴ εὑρίσκων ὁρατὸν μονοπάτι, ἐπειδὴ οἱ λάκκοι οὗτοι ἐφράττοντο ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἀπὸ βράχους ὀλισθηρούς, αἰχμηρούς, ἀπὸ ἀγρίους ἀκανθώδεις θάμνους. Πότε ἐπροσπάθουν ν᾽ ἀναρριχηθῶ εἰς βράχους χθαμαλούς, ὁπωσοῦν βατούς, ὁπόθεν οὐδεμία ὑπῆρχε θέα. Οἱονεὶ σκότος ἡπλοῦτο ἐν μέσῃ ἡμέρᾳ, τῆς ἀγνωσίας τὸ σκότος.
Ἀριστερά, εἰς ἀπόστασιν μιλίου, εἰς τὴν ρίζαν τοῦ πρὸς ἀνατολὰς βουνοῦ, ἔβλεπα ἓν παλαιὸν ἡμιερειπωμένον κτίριον. Ἐκαλεῖτο Μύλος τῆς Καμινίτσας. Ἦτο παλαιὸς νερόμυλος, ἄχρηστος καὶ ἔρημος τώρα.
Κατ᾽ ἀρχὰς ἔκλαυσα ἀκράτητα. Εἶτα τὰ δάκρυά μου ἐστείρευσαν. ᾘσθανόμην μέγαν φόβον. Προσεπάθουν νὰ εὕρω διέξοδον. Ἐνθυμούμην τὰ «κρούσματα», τὰ ἄλλως «στοιχειά», τὰ ὁποῖα μοῦ ἠπείλησαν τὰ φεύγοντα παιδία. Καὶ ἑπόμενον ἦτο νὰ εὑρίσκοντο πολλὰ εἰς τὸ ἄγριον ἐκεῖνο ρεῦμα. Ὁ τόπος «ἐκρότιζε»*. Καὶ πᾶς μικρὸς θόρυβος, πνοὴ ἢ θροῦς, ἠκούετο μὲ πολλαπλασίαν ἔντασιν.
Πολλοὶ βράχοι ἵσταντο ὑπερήφανοι, ὑψηλοί, ὅπου «οὐκ ἀμβαίη βροτὸς ἀνὴρ οὐ καταβαίη». Εἷς τούτων ἦτο ὀλίγον χαμηλότερος τῶν ἄλλων, καὶ εἶχεν ὡς παραφυάδα εἰς τὴν πλευράν του ἄλλον βράχον κυρτόν, καλυπτόμενον ἀπὸ ἕρποντας θάμνους. Δὲν ἠξεύρω πῶς, τῇ βοηθείᾳ τῶν χονδρῶν κλάδων τῶν θάμνων τούτων ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐκρατούμην, κατώρθωσα ν᾽ ἀναρριχηθῶ εἰς τὸν δεύτερον, καὶ παραδόξως εἰς τὴν κορυφὴν τούτου ηὗρα πατήματά τινα, διὰ νὰ φθάσω εἰς τὸν βράχον τὸν ὑψηλότερον. Ἐκεῖ ἐστάθην κι ἀγνάντεψα. Ὑπῆρχε τέλος θέα.
Πρὸς βορρᾶν ἔβλεπα τὴν θάλασσαν, μακρὰν ἡπλωμένην, ἀπρόσιτον, ἄσχετον, χωρὶς αἰγιαλὸν ἢ ἀκτήν, χωρὶς ὄχθην. Ὁ ἥλιος ἔλαμπε πολὺ ἐκεῖ κάτω, κ᾽ ἐγυάλιζεν, ἐγυάλιζεν ὁ καταγάλανος πόντος. Ρεύματα ἔσχιζον δαιδαλοειδῶς τὴν ἐπιφάνειαν. Αἱ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου ἔπαιζαν, ἐβουτοῦσαν, ἐχόρευαν εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ κύματος.
Πρὸς τὰ βορειοδυτικὰ εἶδα τὸν λόφον ἀντικρύ. Ἦτο ἐκεῖ τὸ ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου. Ἀλλὰ πόσον μακράν, πόσον μακρὰν ἐφαίνετο! Εἶδα ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ ἕνα ἀνθρωπίσκον, ὡς ψύλλον, κολλημένον εἰς τὰς φαιὰς πλάκας τῆς στέγης. Ἐγίνετο, κατ᾽ αὐτὴν τὴν παραμονήν, ἐπισκευὴ τῆς ὀροφῆς τοῦ ναΐσκου. Ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον διέκρινα ἦτο χειρῶναξ, κτίστης ἢ τέκτων.
Ἔβαλα μίαν φωνήν.
―Ἒ ἒ ἔ! ᾽δῶ εἶμαι· ἐλᾶτε!
Ἀλλὰ ποῦ ν᾽ ἀκουσθῇ! Ἔπρεπεν ὄρνεόν τι ἢ πελεκὰν τῆς ἐρήμου νὰ εὑρεθῇ πρόθυμον νὰ παραλάβῃ ἐπὶ πτερύγων τὴν φωνήν μου, διὰ νὰ τὴν μεταφέρῃ ἐκεῖ κάτω ὡς κωδωνίζουσαν κλαγγήν.
Παραδόξως καὶ ἀπροσδοκήτως ἤκουσα ὡς ἠχώ τινα εἰς τὴν φωνήν μου:
― Ἀλέκο! ποῦ εἶσαι;
Ἐγνώρισα ἀμέσως τὰς φωνάς. Ἦσαν δύο γυναῖκες ἐκ τῆς πρωινῆς συνοδίας μας, καὶ προφανῶς ἤρχοντο πρὸς ἀναζήτησίν μου.
Δὲν ἐφαίνοντο ν᾽ ἀπέχουν πολὺ αἱ φωναί. Ἀλλὰ ψυχὴν δὲν ἔβλεπα. Εὑρίσκοντο κάτω, εἰς τὴν βρύσιν τοῦ Χαιρημονᾶ. Κ᾽ ἐγὼ ἤμην ἐπάνω ψηλά, πρὸς τὴν κορυφὴν τοῦ ἄλλου ρεύματος, κατὰ τὸν Μύλον τῆς Καμινίτσας, ὀνομασίαν τὴν ὁποίαν δὲν ἤξευρα τότε. Ἀδύνατον ἦτο νὰ μὲ ἴδωσιν ἐκεῖθεν ὅπου εὑρίσκοντο. Οὔτε ἤξευρα πῶς νὰ περιγράψω διὰ φωνῶν ποῦ ἤμην.
Ἐφώναξα ὅσον ἠδυνάμην:
―Ἐδῶ εἶμαι, ψηλὰ στὸ βράχο! Δὲν ξέρω ἀπὸ ποῦ νὰ κάμω… Ποῦ εἶσθε; Δὲν σᾶς βλέπω… Ἐλᾶτ᾽ ἐδῶ!
Ἤκουσα καὶ πάλιν ἀπάντησιν, ἀλλ᾽ αἱ φωναὶ ἀπεμακρύνοντο, ἀντὶ νὰ προσεγγίσουν. Αἱ γυναῖκες δὲν θὰ ἤξευραν πρὸς ποῦ νὰ μὲ ζητήσουν.
― Δὲν ἀκοῦτε;… Ἐδῶ ᾽μαι!
― Τώρα!… ἐρχόμαστε!
Καὶ ἡ φωνὴ ἀπεμακρύνετο ἀκόμη. Ἀντὶ νὰ ἔλθουν, ἔφευγαν. Μ᾽ ἐζητοῦσαν πρὸς τὰ κάτω τοῦ Χαιρημονᾶ, ἴσως πρὸς τὴν διεύθυνσιν τοῦ αἰγιαλοῦ, ὁπότε ἐγὼ εὑρισκόμην πρὸς τὰ ἄνω τοῦ ρεύματος τῆς Ζωοδόχου.
*
* *
Ἀφοῦ ἐπερίμενα ἐπὶ πολὺ τὰς ἀναζητούσας με γυναῖκας, καὶ δὲν ἤρχοντο, κατὰ τύχην, ἐκεῖθεν τοῦ βράχου, ἐφ᾽ οὗ ἰστάμην, ἀνεκάλυψα μικρὰν δίοδον, διὰ τῆς ὁποίας ἠδύνατό τις νὰ διαβῇ, νὰ φθάσῃ πέραν, πρὸς τοῦ Χαιρημονᾶ. Μὲ σχισμένας χεῖρας, μ᾽ αἱματωμένους πόδας, ἔφθασα ἀντικρύ, εἰς ἓν ὕψωμα, ἀντικρύζον εἰς τὸ ἐρειπωμένον ἀσκητήριον καὶ τὴν παλαιὰν κρήνην.
Ὅταν ἔφθασα ἐκεῖ, εἶδα ὅτι ὁ δρόμος πλέον ἐκόπτετο, κ᾽ ἐγίνετο ἄβατος. Ἀδύνατον ἦτο νὰ φθάσω ἀντιπέραν, πρὸς δυσμάς, εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀσκητηρίου καὶ τῆς ξηρᾶς κρήνης.
Μάτην εἶχα κοπιάσει. Ἔπρεπε νὰ κατέλθω ὀπίσω πάλιν, ὅλην τὴν κατωφέρειαν τῆς κοιλάδος, τὴν ὁποίαν μετὰ τόσου κόπου εἶχον ἀνέλθει, καὶ νὰ ζητήσω τὸν δρόμον μου ἐκεῖ ὅπου τὸν ἔχασα· ὅπου ἐδιχάζετο τὸ ρεῦμα καὶ μὲ εἶχεν ἐγκαταλίπει ἡ ἄστοργος συντροφία μου.
Ἀλλ᾽ ἤμην τόσον ἀποκαμωμένος, ὥστε δὲν ἀντεῖχον πλέον νὰ ὑποστῶ τὴν νέαν ταύτην δοκιμασίαν. Αἱ γυναῖκες, αἱ ἐλθοῦσαι πρὸς ἀναζήτησίν μου, δὲν ἐφάνησαν πουθενά. Εἶχαν λάβει ψευδῆ ἴχνη, καὶ εἶχον κατέλθει πρὸς τὴν παραθαλασσίαν, εἰς τὴν ἄλλην ἄκρην τοῦ ρεύματος. Πρὸ πολλοῦ ἔπαυσα ν᾽ ἀκούω τὰς φωνάς των.
*
* *
Τὴν ὥραν ἐκείνην, ἄνωθεν τῆς κεφαλῆς μου, ἤκουσα κωδωνισμοὺς καὶ συρίγματα καὶ τραχείας φωνάς. Ὄπισθέν μου, ἐσχηματίζετο πρὸς τὰ ἄνω μέγα πύργωμα γῆς, μία ἰδιόρρυθμος κορυφή, ὁμοιάζουσα μὲ ἐπάλξεις φρουρίου. Ἕνα κοπάδι αἰγῶν καὶ ἐριφίων ἀνέβαινε πρὸς τὰ ἐκεῖ, μὲ φωνὰς καὶ συριγμοὺς καὶ ἀτάκτους θορύβους. Πόθεν εἶχεν ἐξέλθει, δὲν ἐνόησα. Βεβαίως θὰ εἶχαν ποτίσει τὸ αἰπόλιον ἄνω εἰς τὴν μάνναν τοῦ νεροῦ, εἰς τὸ κορύφωμα τοῦ μεγάλου ρεύματος τῆς Ζωοδόχου. Καὶ τώρα ἀπεμακρύνοντο ἐν σπουδῇ πρὸς νοτιοδυτικὴν διεύθυνσιν. Ἀπεῖχον ἀπ᾽ ἐμοῦ ὑπὲρ τὰ χίλια βήματα.
Ἕνα βοσκόπουλον, τῆς ἡλικίας μου, μὲ τὸν λευκὸν χιτῶνα καὶ τὴν καπίτσαν του, κρατοῦν μίαν ράβδον διπλασίου ὕψους ἀπὸ τὸ ἀνάστημά του, τὸ εἶδα νὰ σταθῇ πρὸς στιγμὴν καταντικρύ μου, εἰς τὸ πλησιέστερον πρὸς ἐμὲ μέρος τοῦ βουνοῦ. Πλησίον του ἵστατο μία ἀδελφούλα του, ὣς ὀκτὼ ἐτῶν, μὲ τὴν ποδίτσαν της τὴν ἐρυθρὰν καὶ μαλλίνην, ἀνυπόδητη καὶ ἀκτένιστη.
Ἅμα εἶδα τὰ δύο ταῦτα πλάσματα, ἔλαβα θάρρος κ᾽ ἐφώναξα:
― Ἔ! ἐσεῖς, παιδιά!… Ἔχασα τὸ δρόμο… Δὲ μοῦ λέτε ἀπὸ ποῦ νὰ κάμω… πῶς νὰ βγῶ ἀποδῶ;…
Εἰς ἀπάντησιν, ὁ μικρὸς βοσκὸς ἔλαβε μέγα χαλίκιον ἀπὸ τοῦ ἐδάφους, καὶ τὸ ἐσφενδόνισε πρὸς τὸ μέρος μου. Τὸ χαλίκιον ἔπεσε μετὰ κρότου, κάτω εἰς τὸ κοίλωμα τοῦ ρεύματος. Δεύτερον λιθάριον καὶ τρίτον μοῦ ἔρριψεν ὁ μικρὸς βοσκός. Τὸ ἓν τούτων ὀλίγον ἔλειψε νὰ μὲ φοβίσῃ, ἐκτύπησε δὲ τὸν βράχον, ὅπου ἱστάμην, πέντε βήματα ἀπ᾽ ἐμοῦ.
Ἡ μικρὰ ἀδελφή του ἐγέλασε μὲ παιδικὴν χαρὰν εἰς τὸ κάμωμα τοῦ ἀδελφοῦ της. Ἐγὼ παρεμέρισα ὀλίγον, κ᾽ ἐκάθισα εἰς τὸ χαμηλότερον μέρος τοῦ βράχου, ἀνάμεσα εἰς τοὺς εὐώδεις θάμνους.
*
* *
Ἐκεῖ, καθὼς ἐκάθισα ἀποκαμωμένος, ἀφανισμένος, ἐπάνω εἰς τὴν ἀπάτητον χλόην, ἀκούμβησα τὴν κεφαλὴν εἰς ἕνα σχοῖνον, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν ἐκοιμήθην ἢ ὠνειρεύθην· ἀλλὰ παρουσιάσθη ἐνώπιόν μου γέρων τις σεβάσμιος, μὲ λευκὴν γενειάδα, καὶ μὲ μακρὸν ράσον. Τὸ πρόσωπόν του εἶχεν ἀκμὴν καὶ ἄνθος νεανικόν, ἂν καὶ ἦτο ὠχρὸν μᾶλλον, καὶ εἶχε κάλλος ὁποῖον μόνον αἱ εἰκόνες ἔχουν.
Μ᾽ ἐκάλεσεν ὀνομαστί, καὶ εἶπε:
― Πῶς ἦλθες ἐδῶ, τέκνον;
― Ἔχασα τὸ δρόμο, ἀπήντησα ἐγώ.
Ὁ γέρων ἔσεισε τὴν κεφαλήν.
― Ἔτσι χάνουν τὸν δρόμον τους, εἶπεν, ὅσοι δὲν ἠξεύρουν πόθεν ἔρχονται καὶ ποῦ πηγαίνουν. Μήπως σ᾽ ἔστειλαν πουθενὰ εἰς ὑπηρεσίαν καὶ λέγεις ἔχασα τὸν δρόμον; Διατί δὲν ἔκαμες ὑπακοήν; Δὲν σοῦ εἶπεν ὁ πατήρ σου ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃς ἐκεῖ μέχρι τέλους τῆς λειτουργίας; Διατί ἔφυγες;
Δὲν ἤξευρα τί νὰ τοῦ πῶ. Δὲν μοῦ ἤρχετο μάλιστα νὰ τὸν ἐρωτήσω πῶς τὸ ἠξεύρει.
― Καὶ δὲν σοῦ ἔφθανεν ὁ κίνδυνος ποὺ ἔτρεξες νὰ σὲ σκοτώσῃ ἡ φοράδα, σήμερον τὸ πρωί; Δὲν ἔπρεπε νὰ σωφρονισθῇς;
― Ἄ! ἤσουν ἀντίκρυ καὶ μ᾽ ἔβλεπες; εἶπα ἐγώ, μὴ γνωρίζων τί ἄλλο νὰ εἴπω.
Ἡμεῖς τὰ βλέπομεν, εἶπε παραδόξως ἐκεῖνος. Ἐγὼ εἶμαι ὁ Χαιρήμων μοναχός, διὰ τὸν ὁποῖον σοῦ διηγεῖτο προχθὲς ὁ πατήρ σου.
Δὲν ἐσκεπτόμην τίποτε. Οὐδ᾽ ἐστοχάσθην κἂν ὅτι ἐκεῖνος ὁ Χαιρήμων μοναχός, περὶ οὗ ἔλεγεν ὁ πατήρ μου, ἦτο πρὸ χρόνων πολλῶν ἀποθαμένος.
―Ὕπαγε, εἶπε· νὰ βάλῃς μετάνοιαν εἰς τὸν πατέρα σου, καὶ νὰ τοῦ εἴπῃς ἐκ μέρους μου ὅτι ὀφείλει νὰ εἶναι αὐστηρότερος πρὸς τὴν νεότητα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Δὲν ἐνόησα πῶς ἐξύπνησα, οὔτε ἰδέαν εἶχον ἂν εἶχ᾽ ἀποκοιμηθῆ. Εὑρέθην ἔχων ἀνοικτοὺς τοὺς ὀφθαλμούς. Βαθύ, ἄρρητον ἄρωμα, ὡσὰν ἀπ᾽ ὅλα τὰ θυμάρια, τὰς μυρσίνας, καὶ τ᾽ ἄγρια ἄνθη τοῦ βουνοῦ, μαζευμένα εἰς ἕνα σωρόν, μοῦ ἤρχετο εἰς τοὺς μυκτῆρας. Πλησίον μου ἵσταντο αἱ δύο γυναῖκες, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ πολλοῦ μ᾽ ἐζητοῦσαν. Ἦτο μεσημβρία ἤδη κ᾽ ἐγὼ ἀπὸ πέντε ὡρῶν ἔλειπα ἀπὸ τὸν περίβολον τοῦ ναΐσκου, ὅπου εὑρίσκετο ὁ πατήρ μου.
― Ἄχ! ἄπονε, ἀπόκοτε, εἶπεν ἡ μία τῶν δύο γυναικῶν. Πῆγες μὲ τὰ παλιόπαιδα κ᾽ ἐγύριζες στὰ χαμένα!
― Καὶ σ᾽ ἀφήσανε κ᾽ ἐχάθηκες μὲς στὸ ρέμα. Κ᾽ ἐκρύφτηκαν ἀπ᾽ τὸ πρόσωπο τοῦ πατέρα σου. Κ᾽ ἐμᾶς μᾶς εἶπαν πὼς δὲν σὲ εἶδαν!
― Τώρα, πῶς θὰ γλυτώσῃς τὸ ξύλο; εἶπεν ἡ πρώτη. Μ᾽ ὅλο τὸ δίκιο, σοῦ πρέπει νὰ τὶς φᾷς…
― Σιώπα σύ, εἶπεν ἡ ἄλλη. Ἔλα κ᾽ ἐμεῖς θὰ σὲ γλυτώσουμε. Ἐμεῖς οἱ γυναῖκες, προσέθηκεν ἀπευθυνομένη πρὸς τὴν ἄλλην, γιατί ἔχουμε πλατιὲς ποδιὲς μὲ πολλὲς δίπλες, γιὰ νὰ γλυτώνουμε τὰ παιδιὰ ὅταν θέλουν νὰ τὰ δείρουν οἱ πατεράδες τους.
Καὶ αἱ δύο ἐκάγχασαν θορυβωδῶς καὶ τὸ ρεῦμα ἀντήχησεν ἀπὸ τοὺς φαιδροὺς γέλωτας.
― Δὲν τὸν ἀφήνει, εἶπα ἐγώ, ὁ Χαιρήμων μοναχὸς νὰ μὲ δείρῃ.
― Ποιὸς Χαιρήμων μοναχός; Τί λές; Εἶσαι στὰ καλά σου; Μὴν ἔπαθες τίποτε, καὶ χτυπήθηκες μὲς στὸ ρέμα;…
Ἔστρεψα τὴν κεφαλὴν καὶ ἔρριψα βλέμμα πρὸς τὸ ἐρείπιον τοῦ παλαιοῦ, ἐρήμου ἀσκητηρίου. Τότε ἐφοβήθην. Ἐσιώπησα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ὁ πατήρ μου ἔμεινε σύννους, ἀκούσας τὴν διήγησιν.
― Σκληροτράχηλος εἶσαι! μοῦ λέγει.
(Ἐξ ἀντιγραφῆς)
(1900)