Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2018

Ο Οβολός του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου


                                  Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος

Ο Οβολός

Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ σήκωσε τα άδεια πιάτα από το τραπέζι.
-- Σου άρεσε το φαγητό; με ρώτησε.
-- Παίρνεις πάντα το ωραιότερο μέρος, της είπα.
-- Τηλεφωνώ στον Κώστα, απέναντι, κι όταν έχει κατσικάκι μου στέλνει το λαιμό και τη σπάλα.
Την ώρα που την αποχαιρετούσα στην εξώπορτα, έβαλε το χέρι στην τσέπη της ρόμπας της — ακριβώς όπως παληά, όταν εξοικονομούσε λίγα χρήματα και μας έδινε για χαρτζηλίκι.
-- Παρ' τα αυτά, μου λέει με χαμηλωμένο κεφάλι, εσύ χρησιμοποιείς λεωφορεία.
Ήταν τρία εισιτήρια των αστικών συγκοινωνιών. Κατάλαβα τη σημασία της προσφοράς: η μάνα μου μου δήλωνε πως δεν μπορούσε, πλέον, να ανέβει σε λεωφορείο.
Πράγματι, την ίδια εκείνη άνοιξη αρρώστησε και, ξαφνικά, πέθανε τα ξημερώματα.
-- Εγώ φεύγω, μου είχε πει την παραμονή το βράδυ στο νοσοκομείο.
Κατεβήκαμε όλοι στον Πύργο, όπου και ο οικογενειακός μας τάφος. Προηγείτο το φέρετρο, και ακολουθούσαμε εμείς.
Μέχρις ότου έρθει η ώρα της κηδείας, άρχισα να τριγυρνώ στα πέριξ του νεκροταφείου. Στις άκρες των ελαιώνων, δίπλα από τη σιδηροδρομική γραμμή, έβλεπα με έκπληξη κόκκινες ανεμώνες, που δεν θυμόμουν να υπήρχαν, όταν παιδιά ζούσαμε στο κοντινό χτήμα.
Έφθασα και σε αυτό. Δεν είχε απομείνει, φυσικά, τίποτα. Το πουλήσαμε στην Κατοχή και τώρα είχε καταντήσει ένας γύφτικος οικισμός, εντός σχεδίου πια. Μια μπουλντόζα άνοιγε έναν ακόμη δρόμο.
Προχώρησα προς το μέρος όπου βρισκόταν το πατρικό μου. Ήταν μεσημεράκι, και επικρατούσε μια περίεργη ερημιά, ίσως γιατί όλοι κοιμόντουσαν, ή απουσίαζαν. Βρήκα το παληό μου σπίτι αγνώριστο, με προσθήκες από τσιμεντόλιθους και αλουμινένιες πόρτες. Από τα δέντρα και τον κήπο δεν είχε μείνει ούτε δείγμα.
Ξαφνικά είδα τη μανταρινιά! Μέσα σε όλον αυτό το χαλασμό, είχε καταφέρει να επιβιώσει. Γέρικη, σχεδόν αιωνόβια, με καταφαγωμένον τον κορμό και τα κλαδιά της χωρίς φύλλα, διατηρούσε ακόμη αρκετούς καρπούς, κάτι πολύ μικρά μανταρίνια, ίδια με εκείνα που έκανε και τότε, όταν σκαρφάλωνα επάνω της την άνοιξη κι έκοβα τα φρούτα της.
Τα καλοκαίρια με τις ζέστες υπέφερε πολύ. Αγωνιζόμουν να την διατηρήσω στη ζωή: δεν είχαμε αρκετό νερό, αλλά όταν μπορούσα της κουβαλούσα έναν δύο τενεκέδες να ξεδιψάσει.
Πλησίασα με συγκίνηση, ένιωθα σχεδόν τύψεις για τα χρόνια της δίψας της. Πώς επέζησε, έτσι εγκαταλελειμμένη, τόσα καλοκαίρια; Είχα να την δω μισόν αιώνα ακριβώς και ουδέποτε την είχα θυμηθεί.
Έφαγα δυο τρία μανταρίνια, έβαλα μερικά στη τσέπη μου, την χάιδεψα και έφυγα. Έσπευσα στο νεκροταφείο, όπου ήδη χτυπούσε πένθιμα η καμπάνα.
Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας, παρατηρώντας το πρόσωπο της μητέρας μου, σκεφτόμουν όλα εκείνα τα παρελθόντα. Αφαιρέθηκα, κι ήταν η γυναίκα μου που με προέτρεψε:
-- Πήγαινε να φιλήσεις πρώτος τη μητέρα σου.
Πλησίασα. Της άφησα το ματσάκι με τις κόκκινες ανεμώνες, της γλίστρησα στα χέρια τα τρία εισιτήρια του λεωφορείου και, χαϊδεύοντάς της το κρύο μάγουλο, της ψιθύρισα στο αυτί:
-- Μάνα, η μανταρινιά μας ζει!

 

Από το "Ο Οβολός και άλλα διηγήματα", ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2004

Σημείωση: το κείμενο –μαζί με το … μονοτονικό--  δανείστηκα από το αρχείο του Ν. Σαραντάκου.

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

Φόκνερ εναντίον Χέμινγουεϊ !!!



14 Απριλίου 1947. O Γουίλιαμ Φόκνερ έχει προσκληθεί να δώσει σειρά διαλέξεων στους φοιτητές του Πανεπιστημίου του Μισισιπή. Το πανεπιστήμιο προσφέρει στον Φόκνερ διακόσια πενήντα δολάρια με αντάλλαγμα τις αυθόρμητες σκέψεις, το απόσταγμα των εμπειριών και την αίγλη που τον συνοδεύει. Ο Φόκνερ συναινεί υπό όρους: οι φοιτητές δεν θα κρατήσουν σημειώσεις· οι συζητήσεις θα διεξαχθούν κεκλεισμένων των θυρών για το εκπαιδευτικό προσωπικό.
     Ομως η παρουσία του συγγραφέα στο γνώριμο περιβάλλον του πανεπιστημίου όπου είχε φοιτήσει για σύντομο χρονικό διάστημα μετά το πέρας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, θα λειτουργήσει ως άλλοθι για τη χαλάρωση και, τελικά, την παραβίαση των αυστηρών προϋποθέσεων που έθεσε ο Φόκνερ. Οχι μόνο οι καθηγητές θα είναι αυτήκοοι μάρτυρες και οι φοιτητές θα καταγράψουν και το τελευταίο κόμπιασμα του εξέχοντος ομιλητή, αλλά και ο Μάρβιν Μπλακ, υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων του πανεπιστημίου, θα δημοσιεύσει δελτίο Τύπου, συνοψίζοντας όσα ειπώθηκαν ανάμεσα στον συγγραφέα και στους παρευρισκομένους.
     Απαντώντας στην ερώτηση ενός εκ των φοιτητών αναφορικά με τη θέση του στην ιεραρχία των σημαντικότερων εν ζωή Αμερικανών πεζογράφων, ο Φόκνερ τοποθέτησε τον εαυτό του κάτω από τον Τόμας Γουλφ του αριστουργηματικού «Γύρνα σπίτι, άγγελέ μου», και πάνω από τον Ντος Πάσος, τον Χέμινγουεϊ και τον Στάινμπεκ. Πρόσθεσε επίσης ότι έβαλε τον Χέμινγουεϊ στην τέταρτη θέση διότι πίστευε ότι δεν διέθετε το απαραίτητο θάρρος. Ο Χέμινγουεϊ δεν συγχώρησε τον Φόκνερ για την αποστροφή του, ούτε όταν ο δεύτερος απολογήθηκε με δύο επιστολές στις οποίες διευκρίνισε ότι αναφερόταν στο συγγραφικό θάρρος του και όχι στο θάρρος του ως άνδρα, όπως είχε πιστέψει αρχικά ο Χέμινγουεϊ, όντας μονίμως ευαίσθητος απέναντι σε οτιδήποτε μπορούσε να πλήξει την προστατευμένη εικόνα του ανδρισμού του.
     Στη μία γωνιά του ρινγκ ο Γουίλιαμ Φόκνερ, ιδιοκτήτης της φανταστικής πολιτείας της Γιοκναπατούφα, της λογοτεχνικής μικρογραφίας του ρημαγμένου από τον Εμφύλιο και δέσμιου των συντηρητικών ηθών αμερικανικού Νότου, ο ρωμαλέος πεζογράφος με την παράφορη πρόζα, που προσπαθούσε να συμπεριλάβει όλο τον κόσμο σε μία πρόταση. Και στην άλλη γωνιά, ο κοσμογυρισμένος Ερνεστ Χέμινγουεϊ, που έγραφε για ό,τι ζούσε και ζούσε για να γράφει, ο μινιμαλιστής χρονικογράφος της παραλογισμένης Ευρώπης, ο καλλιτέχνης που φρόντιζε τη δημόσια περσόνα του το ίδιο σχολαστικά με τις απέριττες προτάσεις του.
     Στην παρούσα μελέτη του ο Joseph Fruscione, καθηγητής αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Τζορτζτάουν, έχοντας αναδιφήσει στα βιβλία, στην αλληλογραφία και την αρθρογραφία των δυο εμβληματικών Αμερικανών συγγραφέων, αναδεικνύει την ανεξίτηλη επιρροή που άσκησε ο ένας στον άλλον, τόσο μέσω των έργων τους όσο, κυρίως, εξαιτίας του αναπόφευκτου ανταγωνισμού, στις σπείρες του οποίου παγιδεύτηκαν από νωρίς αμφότεροι.
     Ο Φόκνερ θεωρούσε ότι ο Χέμινγουεϊ είχε τελειοποιήσει ένα συγκεκριμένο στυλ γραφής και είχε θωρακιστεί πίσω απ’ αυτό, αρνούμενος να εξελιχθεί ως συγγραφέας, να πειραματιστεί και να αποτύχει ένδοξα. Αντίστοιχα, ο Χέμινγουεϊ κατηγορούσε τον Φόκνερ για έλλειψη πειθαρχίας και γλωσσική αμετροέπεια· στις εξάρσεις μνησικακίας που τον καταλάμβαναν συχνά ύστερα από τις δηλώσεις του Φόκνερ στο Πανεπιστήμιο του Μισισιπή, υποδείκνυε τον αλκοολισμό του αντιπάλου του ως την κυριότερη αιτία για τις αφηγηματικές αμετρίες, τα ανοιχτά φινάλε στις ιστορίες του και την αχαλίνωτη ροή της συνείδησης που πλημμυρίζει τα πεζά του.
Ακόμη κι αν ο Φόκνερ δεν δίστασε πολλές φορές να εκφράσει δημόσια τον θαυμασμό του για το ταλέντο του Χέμινγουεϊ, για να εισπράξει με τη σειρά του ανάλογα εγκώμια από τον άσπονδο φίλο του, ο καθένας τους θεωρούσε ότι το έργο του ήταν ο καθρέφτης των αδυναμιών του άλλου και πίστευε ότι ο ανταγωνιστής του όφειλε να διδαχτεί από αυτό.
     Σε αντίθεση με τον οξύθυμο, απρόβλεπτο και συχνά πικρόχολο Χέμινγουεϊ, ο Φόκνερ ήταν μετριοπαθής στις αντιδράσεις του και φρόντιζε να τηρεί αμυντική στάση στις λεκτικές κοκορομαχίες τους, προκειμένου να μην αποκλίνει από το πρότυπο του αποστασιοποιημένου και θρησκευτικά αφοσιωμένου στην τέχνη του συγγραφέα. Παράλληλα, ήταν ο μοναδικός Αμερικανός πεζογράφος του οποίου το έργο έκανε τον Χέμινγουεϊ να αισθάνεται μειονεκτικά. Ηταν τέτοια η ταραχή που του προκαλούσε ο παραγωγικός και πολυβραβευμένος Φόκνερ, ώστε ακόμη κι όταν ο δεύτερος επαίνεσε το «Ο γέρος και η θάλασσα» με κριτική του στην επιθεώρηση Shenandoah, ο Χέμινγουεϊ εξέλαβε το κείμενο ως άλλο ένα τέχνασμα του πανούργου Φόκνερ, που στόχευε στη διατράνωση της συγγραφικής του ανωτερότητας.
 
 

Από άρθρο του ΛΕΥΤΕΡΗ ΚΑΛΟΣΠΥΡΟΥ βασισμένο στο αμετάφραστο στην ελληνική βιβλίο του JOSEPH FRUSCIONE: Faulkner and Hemingway, Biography ofA Literary Rivalry
εκδ. The Ohio State University Press, σελ. 264

Που δημοσίευσε Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 30-11-2014

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ PΙΛΚΕ: Δείγματα γραφής


1. Άσκηση στο πιάνο
Βόμβος του καλοκαιριού. Χαύνωση του απογεύματος·
το δροσερό φουστάνι της εισπνέει αφηρημένη
και στη σοβαρή Etude αποθέτει
τη λαχτάρα για κάτι απτό
που θα μπορούσε να ’ρθει: αύριο, απόψε αργά –,
που ίσως να είναι ήδη εδώ, αλλά κάποιος το κρύβει·
κι έξω από τα παράθυρα, ψηλόκορμο και πλήρες
αισθάνεται άξαφνα το φροντισμένο πάρκο.
Τώρα διακόπτει· κοιτάζει έξω, τα χέρια της
σταυρώνει· θα ’θελε ένα βιβλίο χορταστικό –
και μεμιάς διώχνει το άρωμα του γιασεμιού
μακριά. Ένιωσε ξαφνικά πως την αρρώσταινε.
 
(Παρίσι, φθινόπωρο 1907 ή Κάπρι, αρχές 1908)
 ___________________________________________________
Μετάφραση: Ευαγγελία Ανδριτσάνου. Αναδημοσίευση από το site ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ
 
2. Ίνα τι εφρύαξαν έθνη;
                (ψαλμοί β΄)
 
     Το μισόφωτο του μαρτιάτικου σούρουπου βάραινε πάνω από τους δρόμους των περιχώρων. Το ψυχρό, γκριζωπό λυκόφως έκανε τις βρόμικες προσόψεις των υψηλών οικιστικών συγκροτημάτων να φαντάζουν ακόμα αποκρουστικότερες, ενώ εδώ κι εκεί ένας θαμπός φανοστάτης πάσχιζε να φωτίσει το γεμάτο ακαθαρσίες πεζοδρόμιο. Από τις θολωτές εισόδους των μαγαζιών, τις πνιγμένες από τα στοιβαγμένα ή κρεμασμένα εμπορεύματα, έβγαιναν νοτισμένες, βαριές οσμές, ανάλογες με τα εμπορεύματα του κάθε καταστήματος ή και μπλεγμένες αξεδιάλυτα η μια με την άλλη, - Μισόγυμνα παιδιά με βρόμικες, κουρελιασμένες πουκαμίσες έπαιζαν μπροστά στις εξώπορτες, έσερναν δεμένα σε σπάγκους κακόμορφα κούτσουρα, που παρίσταναν τα ξύλινα αλογάκια τους, ενώ τα κάπως μεγαλύτερα αγόρια εκσφενδόνιζαν με αποκρουστικά ουρλιαχτά τις σφηνοειδείς σβούρες τους μέχρι τη μέση του δρόμου. Και μέσα σε όλα αυτά περνούσαν βαριά φορτηγά φορτωμένα με μακριές σιδερόβεργες, αγοραίες άμαξες , που τις έσερναν βαριεστημένα δυο ζευγάρια κακομοιριασμένων αλόγων, --και πότε πότε διάβαινε όλο κομπασμό, με επιδέξιους ελιγμούς μέσα από το βουερό αυτό πανδαιμόνιο, το ιδιωτικό αμάξι κάποιου ανερχόμενου μεγαλοεπιχειρηματία, που επέστρεφε από το εργοστάσιό του στο πολυτελές διαμέρισμά του στο κέντρο. Το βουητό των οχημάτων και τα ουρλιαχτά των αμαξάδων έπνιγαν τους υπόκωφους κτύπους του ρολογιού από το καμπαναριό της Μαρίενκιρχε, -- Και να, τώρα τινάχτηκες απ’ όλες τις μεριές το παράξενο και διαπεραστικό στρίγκλισμα από τις σειρήνες των εργοστασίων, που σήμαιναν το σχόλασμα απ’ τη δουλειά. Παντού είχαν ανοίξει οι μαύρες πύλες, στις οποίες κατέληγαν οι πνιγμένοι από την αιθάλη δρόμοι, αυτοί που τις ένωναν με τα μουτζουρωμένα και κατσούφικα κτίρια των εργοστασίων και ένα μουντό και κατάκοπο πλήθος στριμωχνόταν με βουβή ανυπομονησία να τις διαβεί. Ξεχυνόταν λοιπόν στου λασπωμένους δρόμους των περιχώρων αυτό το άμοιρο, απόκληρο γένος, του οποίου η ζοφερή ύπαρξη πασχίζει καθημερινά για την επιβίωση στριμωγμένη ανάμεσα στη μιζέρια και τη χυδαιότητα. Περνούσαν άντρες, γυναίκες, πρόωρα μεγαλωμένα αγόρια και πόρνες, έχοντας στα κενά μάτια και τα πρησμένα χείλη τους μια έκφραση στυγνής ωμότητας, ασυνείδητης, καρτερικής εξαθλίωσης. Μόνο σε ορισμένα αντρικά χείλη υπήρχε ακόμα το περιπαικτικό πείσμα – μισοσβησμένο σχεδόν παραιτημένο. – Τα αγόρια με τα μαυριδερά πρόσωπα περιτριγύριζαν τις πόρνες που, στημένες σε μακριά σειρά, έπιαναν όλο το πεζοδρόμιο, και τις πείραζαν με σκουντιές και πρόστυχα αστεία. Οι μεγαλύτερες γυναίκες περπατούσαν οι περισσότερες κατά ζεύγη – οι άντρες ακολουθούσαν, άλλοι μόνοι τους, άλλοι σε ομάδες. Ένας τους κρατούσε μια κατατσαλακωμένη εφημερίδα και με έντονες χειρονομίες φαινόταν να εξηγεί το περιεχόμενο ενός άρθρου στην παρέα του. Κάποιοι έστριβαν σε παρόδους δεξιά κι αριστερά, ενώ πολλούς τους κατάπιναν οι πόρτες των κρασοπουλειών. –
     Στο μεταξύ είχε νυχτώσει για τα καλά. Οι γκαζόλαμπες έριχναν το κουρασμένο φως τους στα στενά δρομάκια και η κάθε μια τους σχημάτιζε στο οδόστρωμα έναν συγκεχυμένο κύκλο. Μια ριπή ανέμου έκανε τα τζαμάκια στους φανοστάτες να κροταλίσουν και τη φλόγα να τρεμουλιάσει. – Έπιασε να βρέχει.
………………… (απόσπασμα)
 ----------------------------------------------------------     
ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟ ΔΡΑΚΟ και άλλα διηγήματα. Εκδόσεις Ροές Μετάφραση: Φαίη Κηπουρού- Τατιάνα Λιάνη



 

 

1. Άσκηση στο πιάνο

 

Βόμβος του καλοκαιριού. Χαύνωση του απογεύματος·

το δροσερό φουστάνι της εισπνέει αφηρημένη

και στη σοβαρή Etude αποθέτει

τη λαχτάρα για κάτι απτό

που θα μπορούσε να ’ρθει: αύριο, απόψε αργά –,

που ίσως να είναι ήδη εδώ, αλλά κάποιος το κρύβει·

κι έξω από τα παράθυρα, ψηλόκορμο και πλήρες

αισθάνεται άξαφνα το φροντισμένο πάρκο.

Τώρα διακόπτει· κοιτάζει έξω, τα χέρια της

σταυρώνει· θα ’θελε ένα βιβλίο χορταστικό –

και μεμιάς διώχνει το άρωμα του γιασεμιού

μακριά. Ένιωσε ξαφνικά πως την αρρώσταινε.

 

(Παρίσι, φθινόπωρο 1907 ή Κάπρι, αρχές 1908)

 ___________________________________________________

Μετάφραση: Ευαγγελία Ανδριτσάνου. Αναδημοσίευση από το site ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ

 

 

2. Ίνα τι εφρύαξαν έθνη;

              (ψαλμοί β΄)

 

     Το μισόφωτο του μαρτιάτικου σούρουπου βάραινε πάνω από τους δρόμους των περιχώρων. Το ψυχρό, γκριζωπό λυκόφως έκανε τις βρόμικες προσόψεις των υψηλών οικιστικών συγκροτημάτων να φαντάζουν ακόμα αποκρουστικότερες, ενώ εδώ κι εκεί ένας θαμπός φανοστάτης πάσχιζε να φωτίσει το γεμάτο ακαθαρσίες πεζοδρόμιο. Από τις θολωτές εισόδους των μαγαζιών, τις πνιγμένες από τα στοιβαγμένα ή κρεμασμένα εμπορεύματα, έβγαιναν νοτισμένες, βαριές οσμές, ανάλογες με τα εμπορεύματα του κάθε καταστήματος ή και μπλεγμένες αξεδιάλυτα η μια με την άλλη, - Μισόγυμνα παιδιά με βρόμικες, κουρελιασμένες πουκαμίσες έπαιζαν μπροστά στις εξώπορτες, έσερναν δεμένα σε σπάγκους κακόμορφα κούτσουρα, που παρίσταναν τα ξύλινα αλογάκια τους, ενώ τα κάπως μεγαλύτερα αγόρια εκσφενδόνιζαν με αποκρουστικά ουρλιαχτά τις σφηνοειδείς σβούρες τους μέχρι τη μέση του δρόμου. Και μέσα σε όλα αυτά περνούσαν βαριά φορτηγά φορτωμένα με μακριές σιδερόβεργες, αγοραίες άμαξες , που τις έσερναν βαριεστημένα δυο ζευγάρια κακομοιριασμένων αλόγων, --και πότε πότε διάβαινε όλο κομπασμό, με επιδέξιους ελιγμούς μέσα από το βουερό αυτό πανδαιμόνιο, το ιδιωτικό αμάξι κάποιου ανερχόμενου μεγαλοεπιχειρηματία, που επέστρεφε από το εργοστάσιό του στο πολυτελές διαμέρισμά του στο κέντρο. Το βουητό των οχημάτων και τα ουρλιαχτά των αμαξάδων έπνιγαν τους υπόκωφους κτύπους του ρολογιού από το καμπαναριό της Μαρίενκιρχε, -- Και να, τώρα τινάχτηκες απ’ όλες τις μεριές το παράξενο και διαπεραστικό στρίγκλισμα από τις σειρήνες των εργοστασίων, που σήμαιναν το σχόλασμα απ’ τη δουλειά. Παντού είχαν ανοίξει οι μαύρες πύλες, στις οποίες κατέληγαν οι πνιγμένοι από την αιθάλη δρόμοι, αυτοί που τις ένωναν με τα μουτζουρωμένα και κατσούφικα κτίρια των εργοστασίων και ένα μουντό και κατάκοπο πλήθος στριμωχνόταν με βουβή ανυπομονησία να τις διαβεί. Ξεχυνόταν λοιπόν στου λασπωμένους δρόμους των περιχώρων αυτό το άμοιρο, απόκληρο γένος, του οποίου η ζοφερή ύπαρξη πασχίζει καθημερινά για την επιβίωση στριμωγμένη ανάμεσα στη μιζέρια και τη χυδαιότητα. Περνούσαν άντρες, γυναίκες, πρόωρα μεγαλωμένα αγόρια και πόρνες, έχοντας στα κενά μάτια και τα πρησμένα χείλη τους μια έκφραση στυγνής ωμότητας, ασυνείδητης, καρτερικής εξαθλίωσης. Μόνο σε ορισμένα αντρικά χείλη υπήρχε ακόμα το περιπαικτικό πείσμα – μισοσβησμένο σχεδόν παραιτημένο. – Τα αγόρια με τα μαυριδερά πρόσωπα περιτριγύριζαν τις πόρνες που, στημένες σε μακριά σειρά, έπιαναν όλο το πεζοδρόμιο, και τις πείραζαν με σκουντιές και πρόστυχα αστεία. Οι μεγαλύτερες γυναίκες περπατούσαν οι περισσότερες κατά ζεύγη – οι άντρες ακολουθούσαν, άλλοι μόνοι τους, άλλοι σε ομάδες. Ένας τους κρατούσε μια κατατσαλακωμένη εφημερίδα και με έντονες χειρονομίες φαινόταν να εξηγεί το περιεχόμενο ενός άρθρου στην παρέα του. Κάποιοι έστριβαν σε παρόδους δεξιά κι αριστερά, ενώ πολλούς τους κατάπιναν οι πόρτες των κρασοπουλειών. –

     Στο μεταξύ είχε νυχτώσει για τα καλά. Οι γκαζόλαμπες έριχναν το κουρασμένο φως τους στα στενά δρομάκια και η κάθε μια τους σχημάτιζε στο οδόστρωμα έναν συγκεχυμένο κύκλο. Μια ριπή ανέμου έκανε τα τζαμάκια στους φανοστάτες να κροταλίσουν και τη φλόγα να τρεμουλιάσει. – Έπιασε να βρέχει.

………………… (απόσπασμα)

 

 ----------------------------------------------------------     

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟ ΔΡΑΚΟ και άλλα διηγήματα. Εκδόσεις Ροές

Μετάφραση: Φαίη Κηπουρού- Τατιάνα Λιάνη

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ !!!





                                                   ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ
 
                                                         Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι*


     Αν θα αποτολμούσε κανείς να κάνει μια κάποια αξιολόγηση στο έργο του παγκόσμιου αυτού λογοτέχνη, χωρίς αυτό να θεωρηθεί ύβρις, ίσως να μπορούσε  να αναφέρει ως τους τρεις σημαντικότερους πυλώνες του:  Το «Έγκλημα και Τιμωρία» ως το μυθιστόρημα της υπαρξιακής αγωνίας, το «Ο Ηλίθιος» ως αυτό του παθιασμένου έρωτα και το «Αδελφοί Καραμαζώφ» ως το βιβλίο της μεταφυσικής αγωνίας και της αναζήτησης του Θεού.  Υπάρχει όμως και το ογκωδέστερο  των δημιουργημάτων του: «Οι Δαιμονισμένοι» που με βάση την απλή και σχηματική κατάταξη που προαναφέραμε, εκτός του ότι εμπεριέχει και τα τρία προαναφερθέντα μας δίνει παραστατικά και όλη την κοινωνική και πολιτική διάσταση εκείνης της εποχής (1860). Τότε που η ηγεμονεύουσα τάξη των γαιοκτημόνων λογάριαζε τα πλούτη της με την έκταση των κτημάτων και τις ψυχές των ανθρώπων που ζούσαν και δούλευαν εκεί μέσα. Μια τάξη αργόσχολη που αναλωνόταν στις χοροεσπερίδες στις μάσες και στα ποτά.  Ενώ οι γόνοι τους περιέτρεχαν «τας Ευρώπας» φέρνοντας όμως πίσω εκτός από τα γαλλικά και έναν μεγάλο κίνδυνο: την Εξέγερση το Μηδενισμό και την Αθεΐα! Τις ίντριγκες την αλληλοϋπονόμευση και τις μεταξύ τους δολοφονίες, ένα περιβάλλον που έδωσε στον Ντοστογιέφσκι τα υλικά να μεγαλουργήσει και να φτάσει στα ύψη τη συγγραφική μαεστρία του και τη δική μας αναγνωστική απόλαυση. Γιατί όπως λένε και οι εκδότες στο συνοδευτικό σημείωμά τους:  

«Μέσα στο πάθος της ανάγνωσης και την τέρψη που αυτή προκαλεί, η προτίμησή μας στρέφεται στα βιβλία των παλαιών. Μια νέα μετάφραση, μια νέα ανάγνωση ενός κλασικού μυθιστορήματος από τις εκδόσεις Ίνδικτος. Οι Δαιμονισμένοι του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι σε μια εξαιρετική μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου, καθώς και με εκτενές Επίμετρο, όπου γίνεται διεξοδική αναφορά στο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον της Ρωσίας την εποχή που γράφεται το βιβλίο. Ο λογοτεχνικός κόσμος του Ντοστογιέφσκι είναι ταραγμένος, ανησυχητικός, καταστροφικός. Θα έλεγε κανείς ότι η «απλή ζωή» φέρνει στον συγγραφέα πλήξη. Το ενδιαφέρον του κεντρίζεται από τη στιγμή που θα εκδηλωθούν τα παράδοξα της ψυχής, από τη στιγμή που οι ήρωές του θα αφήσουν το τέρας της ψυχής να αναδυθεί και να τους τραβήξει τελεσίδικα στα βάθη της αβύσσου».

 

_______________________________

* ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓIΕΦΣΚΙ (1821 - 1881): Τι να πει κανείς γι' αυτή την παγκόσμια σκέπη της Λογοτεχνίας. Τον άνθρωπο που με το έργο του αγκάλιασε όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης και της μεταφυσικής αγωνίας. Τόσο εύστοχα και διεισδυτικά που το έργο του θα παραμείνει αιώνιο, κάτι σαν τις αρχαίες ελληνικές Τραγωδίες. Περιέγραψε τα ανθρώπινα πάθη και τα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής με τόση ενάργεια που τα βιβλία του να αποτελούν σήμερα διδακτέα ύλη στις σχολές ψυχιατρικής και ψυχολογίας. Είναι χαρακτηριστικό ένα απόσπασμα από την επιστολή που έστειλε σε ένα φίλο του το 1845 (όταν ο Ντοστογιέφσκι σε ηλικία 24 ετών δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα: "Φτωχοί Άνθρωποι") ο μεγάλος λογοτεχνικός κριτικός της εποχής Μπελίνσκι: "Είναι τo έργο ενός νέου ταλέντου. Πως μοιάζει αυτός ο κύριος και πιο είναι το εύρος της σκέψης του δεν ξέρω ακόμα, αλλά το μυθιστόρημα αποκαλύπτει τέτοια μυστήρια της ζωής και των χαρακτήρων που ούτε να τα φανταστούμε δεν μπορούσαμε ίσαμε τώρα. Σκεφτείτε ότι είναι η πρώτη απόπειρα κοινωνικού μυθιστορήματος και έχει γραφεί με τον συνήθη τρόπο των πραγματικών καλλιτεχνών, δηλαδή χωρίς να υποψιάζονται τι ακριβώς έχουν κάνει ... Α, ξέχασα να σας πω ότι τον συγγραφέα τον λένε Ντοστογιέφσκι". Ως νέος είχε συμμετοχή στα επαναστατικά κινήματα της εποχής του και γλίτωσε την κρεμάλα την τελευταία στιγμή όταν περιμένοντας τη σειρά του κάτω από το ικρίωμα ήρθε η Χάρη από τον Τσάρο και αντί για θάνατο εξορίστηκε για 4 χρόνια στα φοβερά στρατόπεδα της Σιβηρίας. Μια εφιαλτική εμπειρία που την καταγράφει στο "Αναμνήσεις Από Το Σπίτι Των Πεθαμένων". Για μεγάλο διάστημα της ζωής του βίωσε την έσχατη ένδεια όταν μετά το πάθος του τζόγου που τον "ξετίναξε" (βιβλίο "Ο Παίκτης"), ανέλαβε και τη συντήρηση της οικογένειας του αγαπημένου του αδελφού και φίλου Μιχαήλ. Έγραψε τα περισσότερα έργα του κάτω από μεγάλη βιοποριστική πίεση. Τα δημοσίευε με αμοιβή σε συνέχειες και λόγω της στενότητας χρόνου πολλές φορές δεν προλάβαινε να τους ρίξει ούτε μια δεύτερη ματιά. "Συχνά μου συνέβαινε η αρχή ενός κεφαλαίου κάποιου μυθιστορήματος να βρίσκεται στο τυπογραφείο, και η συνέχεια να είναι ακόμα στο κεφάλι μου, αλλά να πρέπει να τη δώσω αύριο κιόλας".