Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

"Ο πόθος τρώει τα σωθικά" !!!


 
                                               Κώστας Μουρσελάς
Ο πόθος τρώει τα σωθικά
«Γιατί είσαι τόσο ακοινώνητος; Στο κάτω κάτω από σένα τη γνώρισα, γυναίκα φίλου σου είναι, εσύ τους πρωτόφερες στο σπίτι. Τι σ' έχει πιάσει; Γιατί τους βαριέσαι; Τι σου έκαναν;».
Και βέβαια, δεν τους βαριόμουνα και βέβαια τίποτα δεν μου έκαναν και ακριβώς εκεί είναι το πρόβλημα. Το αντίθετο μάλιστα...
«Ρε Γιαννούλα μου, ρε γυναικούλα μου, άσε τις υποθέσεις, ποιος σου είπε ότι τους βαριέμαι; Και ποιος σου είπε ότι μου έκαναν;».
Της εξήγησα πως απλούστατα δεν το βρίσκω καθόλου ευγενικό να μπερδευόμαστε συνεχώς στα πόδια τους και πως παρατράβηξε αυτό το πηγαινέλα στα σπίτια μας και πως φοβάμαι ότι στο τέλος θα σκυλοβαρεθεί ο ένας τον άλλον...
Δεν πειθόταν. Αντίθετα, θεωρούσε τουλάχιστον ακατανόητη την άρνησή μου. «Εσύ να σκυλοβαρεθείς τη Βάσω και τον Μήτσο; Αποκλείεται, με δουλεύεις».
Και φυσικά τη δούλευα. Αλλά τι κάνουμε και πώς ξεπερνιέται το πρόβλημα;
Είναι και που ο Μήτσος, ο άντρας της, είναι τόσο αθώος, τόσο ανυποψίαστος ­ πού να φανταστεί τι μου συμβαίνει ­ μπουμπούνας ο κερατάς, εκεί, σώνει και καλά να θέλει τον ίδιο τον εμπρηστή μέσα στο σπίτι του.
Είναι και που η δουλειά του χειροτερεύει τα πράγματα· περιοδεύων πλασιέ, από Αθήνα μέχρι Γρεβενά και από Γρεβενά μέχρι Κοζάνη.
«Κωσταντή», να μου λέει, «άσε τις κουταμάρες ότι μας κουράσατε και τέτοια και κοίτα, τα βράδια που λείπω, να 'ρχεστε στη Βασούλα, να της κάνετε παρέα· μην την αφήνετε μόνη, σε παρακαλώ... Εκτός του ότι φοβάται, είναι και...».
Τον έκοψα, να μη συνεχίσει· αν τον άφηνα, θ' άρχιζε πάλι τις αποκαλύψεις, τα γιατί και τα διότι.
«Μυστήριος είσαι. Τι μύγα σε τσίμπησε; Πρώτη φορά μιλάμε για τη Βάσω; Τι σ' έχει πιάσει τελευταία κι αντιδράς έτσι; Συμβαίνει τίποτα;».
Ώρες είναι, με τις γελοίες αντιδράσεις μου, ν' αρχίσει να υποψιάζεται. Του εξήγησα πως τίποτα δεν συμβαίνει και πως απλώς, ειδικά σήμερα, και όχι τελευταία, δεν θέλω να ξέρω τίποτα, δεν θέλω ν' ακούω τίποτα.
Πάντως, ό,τι και να πούμε τώρα, γεγονός είναι πως το πράγμα έχει αρχίσει να παίρνει επικίνδυνες διαστάσεις και κινδυνεύει αυτή η ιστορία να εξελιχθεί σε εν ενεργεία ηφαίστειο που κανείς δεν ξέρει πότε και πώς θα εκραγεί. Και το χειρότερο είναι που δεν έχω κάποιον να του κουβεντιάσω το πρόβλημα, να του πω τα καθέκαστα. Μόνο ο Μήτσος και ο Σταυρόπουλος είναι οι τακτικοί μου εξομολόγοι. Ο Μήτσος αποκλείεται για ευνόητους λόγους ­ τι να του πω; Τρελαίνομαι για τη γυναίκα σου; ­ από την άλλη, ο Σταυρόπουλος δεν έχει χρόνο, πνίγεται. Εν τω μεταξύ, ο Μήτσος συνέχιζε το τροπάρι του, πως όχι ότι δηλαδή συμβαίνει τίποτα με τη Βάσω, αλλά να, οι φύλακες ας έχουν και λίγη γνώση, μια και δώδεκα χρόνια γάμου και χωρίς παιδιά, πώς να το κάνουμε, σε ρουτινιάζουν, οπότε, όσο θα λείπει σε περιοδεία, καλύτερα να βρίσκεται μαζί μας, σε σίγουρα χέρια, παρά... «Κακά τα ψέματα δυο νύχτες την εβδομάδα μόνη της η Βάσω, δεν ξέρεις πού τη βγάζουν...».
Ελεγε, έλεγε και πώς να τον σταματήσω.«Δύσκολο είναι, Κωνσταντή, ν' αρχίσει δηλαδή να δουλεύει ο διάβολος στο μυαλό της;».
«Έλα ρε Μήτσο, φοβάσαι πως η Βάσω σ' αυτή την ηλικία θα... Σαραντάρισε πια, μη λες κουταμάρες· άσε που αυτή πίνει νερό στ' όνομά σου...».
Και δεν έλεγα ψέματα. Έπινε νερό στ' όνομά του. Τον αγαπούσε και τον ήθελε. Την έβρισκε μαζί του. Όλοι το ξέραμε. Δεν ήταν χαζός ο Μήτσος. Αθώος ήταν. Εύπιστος ήταν. Παιδί ήταν. Και ωραίος και αρρενωπός και ευχάριστος και αυθεντικός... Ό, τι χρειάζεται λίγο πολύ για να σ' ερωτευθεί εφ' όρου ζωής μια γυναίκα.
«Εντάξει, Κωνσταντή, δεν λέω, μια χαρά τα πάμε. Και στο κρεβάτι δεν την πιάνεις τη Βάσω, το ξέρεις, δεν έχω παράπονο, αλλά, είπαμε, ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια...».
Ήθελα να τον διακόψω, να μη ρίχνει λάδι στη φωτιά... «Ρε Μήτσο, εντάξει, κατάλαβα, δεν χρειάζονται λεπτομέρειες...». «Μα ρε φίλε, αν δεν τα πω σε σένα, σε ποιον θα τα πω; Έχω άλλον που εμπιστεύομαι; Απλώς, θέλω να ξέρεις λεπτομέρειες, για να με καταλάβεις, το χρειάζομαι».


Προσπάθησε να μου εξηγήσει πως η Βάσω του είναι το κάτι άλλο, παθιασμένη, κανονική σκύλα στον έρωτα και μόνον αν το χωνέψω αυτό, θα μπορέσω να δικαιολογήσω και τις αγωνίες του.
Δεν κατάλαβα ακριβώς πού το πήγαινε, αλλά ώρες είναι να εξελιχθεί ο Μήτσος σε δεύτερο Κανδαύλη και να με βάλει πίσω από καμιά κουρτίνα για να παρακολουθήσω καμιά συνεύρεσή του με τη Βάσω, για να βεβαιωθώ πόσο σκύλα είναι στο κρεβάτι.
Τον ρώτησα, γιατί αγωνιά τόσο, τι τον έχει πιάσει και μου είπε πως αγωνιά, γιατί δεν ξέρει αν την καλύπτει, αν ανταποκρίνεται, επιτέλους, στις καύλες της.
«Στα λέω έτσι ωμά ­ μεγαλώσαμε κιόλας ­ πώς αλλιώς να στο πω; Δεν ξέρω πια αν της επαρκώ, αδελφέ, αν τη γεμίζω. Κατάλαβες τώρα τι μ' έχει πιάσει;».
Και για να το καταλάβω καλύτερα, μου είπε, πως αν η Βάσω ήταν πουτάνα, να ξέρω πως θα ήταν η ακριβότερη στον κόσμο και πως αν ξεχάσουμε πως είναι η γυναίκα του, κάθε κρεβάτι της θα έπιανε το εκατομμύριο και βάλε.
Του είπα πως δεν θέλω ν' ακούω κουταμάρες και πως ν' αφήσει τις μαλακίες, γιατί κι αυτός είναι μια χαρά άνθρωπος και αν θέλει να ξέρει «της πέφτεις και πολύς της Βάσως» και εν πάση περιπτώσει, αν ψάχνει για το εκατομμύριο, εγώ, και να 'θελα, δεν το 'χω να του το δώσω. Γέλασε με τ' αστείο, που βέβαια δεν ήταν καθόλου αστείο...
Και δεν είναι ότι δεν γουστάρω τη γυναίκα μου ή ότι εκείνη δεν γουστάρει τον άντρα της, πράγμα που θα τα διευκόλυνε όλα. Το αντίθετο.
Ο Σταυρόπουλος, όταν επιτέλους κατάφερα να τον κουβαλήσω στο σπίτι ­ «Έναν καφέ ρε, σε θέλω, επείγομαι». «Εντάξει, αλλά μόνο για έναν, γιατί πνίγομαι» ­ αντί να μου δώσει κάποιες ελπίδες ο μπάσταρδος ότι θα λήξει άδοξα και ήρεμα αυτό το μαρτύριο, αποδείχθηκε καταπέλτης και αμείλικτος.
Τον άκουγα ­ να μου λέει πως οσονούπω η τραγωδία ξεσπά και πως να μην ελπίζω σε παροδικές λύσεις ­ και τρελαινόμουν, τόσο μαύρα μού τα περιέγραψε.
«Αν είναι όπως μου τα λες, μην έχεις αυταπάτες. Είναι σαν να έχει συμβεί, δεν αποτρέπεται».
«Μη μου λες κουταμάρες. Εγώ με τη Βάσω; Ποτέ. Να κάνω τέτοιο πράγμα στον Μήτσο εγώ; Μην το συζητάς. Πρώτα πρώτα αυτή δεν έχει ιδέα, δεν ξέρει τίποτα, ούτε θα μπορούσε να πιστέψει ότι εγώ ­ τόσο φίλοι με τον Μήτσο ­ θα τολμούσα ποτέ να της ζητήσω μια σχέση, το κεφάλι της κόβει...».
Έλεγα, έλεγα, αλλά ο Σταυρόπουλος χαμογελούσε ειρωνικότατα και δεν πειθόταν με τίποτα.
«Οι ιδέες, φίλτατε Κωνσταντή, δεν είναι αέρας κοπανιστός. Τι τις πέρασες; Σου μπήκε η ιδέα; Τελείωσε, η διαδρομή άρχισε, είναι πια υπαρκτό γεγονός, ταξιδεύει, δεν είναι ούτε άοσμη ούτε αόρατη ούτε διακριτική. Περπατάει, φαίνεται, έχει σάρκα και οστά, μην είσαι μαλάκας, λοιπόν, έχει σχήμα η ιδέα, έχει παρουσία, πιάνει χώρο, εκτοπίζει τον αέρα, προκαλεί τα στοιχεία της φύσης, φέρνει βροχή, καταιγίδα, χαλάζι. Άσε λοιπόν τα σάπια, τελείωσε».
Του εξήγησα πως ήταν απλώς μια φευγαλέα στιγμή, πως δεν πρόκειται ούτε για έρωτα ούτε για τίποτα βαθύτερα αισθήματα. Μια φευγαλέα στιγμή ήταν. Μια αιφνίδια επιθυμία, μια φευγαλέα ματιά, μια μπλούζα που βγαίνει, ένα γυμνό στήθος, η ρώγα του, μια μισάνοιχτη πόρτα, ένας καθρέφτης στο φύλλο μιας μισάνοιχτης ντουλάπας, για δευτερόλεπτα, όταν την είδα, την ώρα που καθόμουν σε μια πολυθρόνα απέναντι στον καθρέφτη, καθώς την περιμέναμε ­ η Γιάννα και εγώ ­ ν' αλλάξει, να ντυθεί για να πάμε στο θέατρο. Απογευματινή θα πηγαίναμε. «Αυτό ήταν όλο, σ' ορκίζομαι, μια φευγαλέα ματιά. Μόνο». Ούτε μ' άκουγε.
«Ίσως, αν δεν ήταν ερεθισμένη η ρώγα της· αυτή άρχισε να δουλεύει μέσα μου. Η ερεθισμένη ρώγα της. Αυτή η γαμημένη εικόνα δεν μου φεύγει με τίποτα, με πεθαίνει. Και είναι αστείο, είναι γελοίο και να το σκέφτεται κανείς. Δεν είναι δυνατόν... Αλλά ναι, έχεις δίκιο. Σού μπήκε η ιδέα; Πάει, ταξιδεύει, φουντώνει, σε καίει, δεν αποβάλλεται, δεν καρατομείται. Εκεί να με βασανίζει, η πόρνη, να με συνεπαίρνει».
Του είπα πως δεν γράφω πια, πως δεν έχω κέφι για τίποτα, πως την ονειρεύομαι, πως τη φέρνω στη στάση που θέλω, τη στιγμή που θέλω, πως παραμονεύω πότε θα σκύψει, πότε θ' ανοίξει η φούστα της, πότε θα ξεπροβάλει η γάμπα της, πως όλα της με μαγεύουν, με φτιάχνουν, μ' ερεθίζουν.
Πάνω που τελείωνε ο Σταυρόπουλος και τον δεύτερο καφέ του, πάνω που σηκωνόταν πανικόβλητος να φύγει, γιατί άργησε ­ είχε όντως νυχτώσει για καλά ­ πάνω που μου έλεγε να εξαφανισθώ, αλλιώς, να ξέρω, πως όλα θα πάρουν τον δρόμο τους, γιατί τίποτα δεν μένει αμετακίνητο, γιατί τίποτα πια δεν θα είναι ίδιο όπως πρώτα στις σχέσεις μας και γιατί ­ αυτό να το χωνέψω καλά ­ τίποτα δεν μπορεί ν' αντισταθεί στις απαιτήσεις του σώματος, πάνω που μου έλεγε πως από μια άποψη είμαι και τυχερός και πως μακάρι να είχε γεννηθεί και σε εκείνον ένα τέτοιο πάθος, γιατί εκείνος δεν θα ήταν τόσο ηλίθιος να μην το ζήσει μέχρι κεραίας, πάνω που εκείνη τη στιγμή έμπαινε στο σπίτι και η γυναίκα μου, πάνω στην ώρα χτυπά και το τηλέφωνο.
Ήταν η Βάσω! Άλλη σατανική συγκυρία. Ούτε λίγο ούτε πολύ, μας είπε καθάρματα, γιατί της την κοπανίσαμε χθες και δεν πήγαμε, ενώ ξέραμε ότι έλειπε ο Μήτσος και απ' ό,τι φαίνεται πάμε να της την κοπανίσουμε και σήμερα κι ας είναι πανσέληνος, που σηκώνει ξενύχτι και λακριντί και όνειρο, αλλά δεν σφάξανε, δεν θα μας κάνει τη χάρη και για να μη μας κουράζει, θα έρθει εκείνη.
Ο Σταυρόπουλος, που περίμενε να τελειώσει το τηλεφώνημα ­ που σίγουρα είχε καταλάβει ποιος ήταν ­ χαμογελώντας πονηρά, μου πετά ένα ειρωνικότατο «Ο Θεός μαζί σου» και έφυγε. Η γυναίκα μου επέμενε σώνει και καλά να της εξηγήσω τι εννοούσε ο Σταυρόπουλος με το ο Θεός μαζί σου, που μου είπε. «Ξέρω εγώ τι εννοούσε; Ρώτα τον. Τρέξε να τον προλάβεις και ρώτα τον».
Και βέβαια, κατέφθασε η Βάσω· και βέβαια η βραδιά ­ ευτυχώς ­ κύλησε ακίνδυνα και μελαγχολικά· και βέβαια η γυναίκα μου, για πρώτη φορά, μας είπε ότι κάτι κακό περιτριγυρίζει το σπίτι μας, ότι διαισθάνεται πως κάτι τρέχει και βέβαια της είπα πως λέει ανοησίες και πως την έχει επηρεάσει η ηλίθια φράση του Σταυρόπουλου, γιατί κατά τα άλλα δεν τρέχει τίποτα!
Έτσι κάπως ­ άκεφα και μελαγχολικά ­ κύλησαν οι ώρες, μέχρι που ξαφνικά σηκώνεται η Βάσω και μας λέει, πως εντάξει, κατάλαβε, ώρα να φεύγει, γιατί βλέπει πως μάλλον η παρουσία της θα φταίει που χάλασε η βραδιά μας.
«Τρελάθηκες;» της λέει η Γιάννα. «Εσύ φταις; Ο δικός μου, που δεν ξέρω τι διάβολο έχει, τι του είπε ο Σταυρόπουλος και βουβάθηκε». Η Βάσω, μου ζήτησε, αν θέλω, να την πετάξω με τ' αμάξι μέχρι το σπίτι της, γιατί ήρθε με ταξί και γιατί πού να τρέχει νυχτιάτικα να βρει πάλι ταξί και «άντε ξεκουνήσου τεμπέλαρε» και εγώ πέταξα στη γυναίκα μου ένα «δεν την πας εσύ, που είσαι και καλό κορίτσι;». «Όχι να την πας εσύ, που είσαι και κακό παιδί».
Και έτσι την πήγα. Σε όλη τη διαδρομή κοιτούσα μόνο μπροστά και σκεφτόμουν τι προφάσεις θα βρω, για να μην την ακολουθήσω μέχρι την πόρτα της πολυκατοικίας της, όπως συνήθως γινόταν ή τουλάχιστον να καταφέρω να μην ανέβω στον όροφο, όπως συνήθως γινόταν. «Πάση θυσία να το αποφύγω, να το αποφύγω...», έλεγα και ξανάλεγα μέσα μου. Ήταν και που το σπίτι της ­ κάπου κοντά στο Φάληρο ­ βλέπει κατ' ευθείαν στη θάλασσα, ήταν και που, σε πανσέληνο, από το σπίτι της φαίνεται το φεγγάρι, ήταν και που πάντα, σε κάθε πανσέληνο, τα καλοκαίρια, ο κόσμος να χαλάσει, θα μας φώναζαν να απολαύσουμε το θέαμα από το μπαλκόνι τους, ήταν και που λέγονται τόσα για το τι μπορεί να συμβαίνει στην ψυχή μας μια νύχτα με πανσέληνο, ήταν και που απόψε, δεν ξέρω τι διάβολο άρωμα είχε βάλει επάνω της και μοσχομύριζε τόσο...
Της το είπα, δεν άντεξα, «τι διάβολο κολόνια έβαλες, ρε Βάσω;». «Δεν έχω βάλει καμιά κολόνια, η ιδέα σου είναι· έλα κοντά να με μυρίσεις». Και πήγα κοντά και τη μύρισα. Πράγματι, δεν είχε βάλει κολόνια. Και όμως μύριζε. Εξουθενωτικά, απελπισμένα.
«Τι κάθεσαι;». Δεν θα βγεις από το αμάξι; Δεν θα 'ρθεις επάνω; Τι άλλαξε; Θα μ' αφήσεις ν' ανέβω μόνη;». Και βγήκα από το αμάξι και πήγα επάνω και δεν την άφησα μόνη.
Στο ασανσέρ αμίλητοι, στο πλατύσκαλο του τρίτου αμίλητοι και μέχρι να βγάλει το κλειδί, ν' ανοίξει την πόρτα, αμίλητοι.
Εκείνη να κοιτάζει συνέχεια εμένα και εγώ το δάπεδο. Και το άρωμά της ν' απλώνεται, να με διαπερνά. «Θα το βάλω στα πόδια, πρέπει να το βάλω στα πόδια, δεν γίνεται, δεν βγαίνει, δεν πάει άλλο, να φύγω κι ας πει ό,τι θέλει, δεν θα μπω μέσα· και να μου το προτείνει, δεν θα μπω, τέρμα, ας τελειώσει και η φιλία και το μεθύσι και το πάθος, δεν γίνεται, δεν πάει...».
Η πόρτα άνοιξε και μου κάνει τόπο να περάσω πρώτος ­ τετέλεσθαι είπα ­ και πέρασα πρώτος και η πόρτα έκλεισε πίσω μας και κείνη πέταξε την τσάντα και τα κλειδιά της στο πάτωμα· ούτε καν σε πολυθρόνα. Γύρισα να τη δω. Από την μπαλκονόπορτα έμπαινε ήδη το φεγγάρι και την έλουζε ολόκληρη. Όλα έγιναν ασημένια· και τα μάτια της και το δέρμα της και το φόρεμα και ο χώρος. Όλα γέμισαν από φεγγάρι και ασήμι. Προχώρησε και πήγε και άνοιξε η τζαμαρία της μπαλκονόπορτας. Έβλεπα τώρα την πλάτη της, καθώς οι ακτίνες του φεγγαριού τη διαπερνούσαν και τη γύμνωναν μπροστά μου. Γύρισε αργά προς το μέρος μου και με πλησίασε. Πρώτα με κοίταξε, επίμονα και βαθιά. Το βλέμμα της, δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο, γινόταν όλο και πιο διαπεραστικό, σκληρό, αβυσσαλέο. Και ξαφνικά, μου δίνει ένα φοβερό σκαμπίλι.
«Κάθαρμα!», μου λέει. «Δεν θα με προδώσεις ποτέ, δεν θα το πεις σε κανέναν ποτέ, θα σε πνίξω». Κάτι πήγα να πω... «Σκάσε. Δεν θα πεις λέξη· ούτε τώρα ούτε ποτέ. Ξέρω πότε άρχισε το κακό. Ξέρω καλά. Ξέρω τη στιγμή, το δευτερόλεπτο. Είδα τη ματιά σου, τότε στον καθρέφτη...
Μια φορά μόνο και ποτέ πια. Να το θυμάσαι, ποτέ πια. Δεν σ' αγαπώ, δεν είμαι ερωτευμένη, δεν θ' αγαπήσω άλλον από τον Μήτσο. Αυτό να το θυμάσαι. Σκάσε. Τα κατάλαβα όλα. Έναν μήνα τώρα βλέπω το μαρτύριό σου, αλλά εσύ, ηλίθιε, δεν βλέπεις το δικό μου». Εν τω μεταξύ, όπως ήταν αγριεμένη, απελπισμένη, σχεδόν με βάρβαρες κινήσεις και ενώ μιλούσε, μου είχε ήδη βγάλει το παντελόνι και το σλιπ και το πουκάμισο ­ σκίστηκε σχεδόν ­ ακόμα και τα παπούτσια μου. Δεν με άφησε να τα βγάλω εγώ, ήθελε μόνη της, εκείνη, με δικές τις κινήσεις, με δικές της πρωτοβουλίες.
Ήθελε μάλλον να έχει την πλήρη ευθύνη αυτή.
Και μιλούσε συνέχεια, μιλούσε και όλο επαναλάμβανε, να το θυμάμαι, μια φορά μόνο και ποτέ πια, ποτέ πια...
Εγώ, κάποια στιγμή μόνο, πρόσθεσα «ας το ελπίσουμε πως μια φορά μόνο και ποτέ πια». Και όλα συνέβησαν εκεί, πίσω από την κλειστή πόρτα, πάνω στο γυμνό πάτωμα και όλα άρχισαν με ένα απελπισμένο, σπαρακτικό αγκάλιασμα, τρομακτικό, θανατηφόρο! Δεν έβγαιναν πια λέξεις. Μουγκρητά, ανάσες, σάλια, ιδρώτας. Είχε σηκωθεί και ψηλότερα το φεγγάρι, είχε αρχίσει να φυσά κι ένα δροσερό αεράκι, μάλλον από κάποιο μακρινό μελτέμι που έφτανε ώς εδώ.
Από μακριά ακουγόταν μια σειρήνα ασθενοφόρου και κάποια στιγμή από το βάθος του σπιτιού άρχισε να χτυπά το τηλέφωνο. Κανείς μας δεν σηκώθηκε να το πιάσει. Μάλλον θα ήταν η γυναίκα μου που ανησυχούσε και φοβόταν πως απόψε κάτι κακό θα συνέβαινε στο σπίτι.

 

Ο Κώστας Μουρσελάς γεννήθηκε στον Πειραιά το 1932. Σημαντικός θεατρικός συγγραφέας και πεζογράφος. Το μυθιστόρημα του «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά» έχει μεταφραστεί στην αγγλική, γαλλική, γερμανική, εβραϊκή και τουρκική γλώσσα. Το παρόν διήγημα είναι από την ομότιτλη συλλογή διηγημάτων του που κυκλοφόρησε το 2004.

Δεν υπάρχουν σχόλια: