Τετάρτη, 27 Μαΐου 2020

«πως η ανάγκη γίνεται ιστορία: πως απ’ τα σπάρτα φτιάχναμε σκουτιά»




   
                  
 «πως η ανάγκη γίνεται ιστορία:
πως απ’ τα σπάρτα φτιάχναμε σκουτιά»*


     Ύφαινε η μάνα μου κάτι λεπτές και δροσερές κουβερτούλες, πολύ χρήσιμα σκεπάσματα του καλοκαιριού. Και κάθε φορά, όπως τώρα, που ανθίζουν τα σπάρτα κατακλύζοντας πλαγιές και δρόμους με αυτό το έντονο και γλυκό κίτρινο, μου έρχεται στο νου όλη αυτή η διαδικασία που προανέφερα και στην οποία συμμετείχα ως μόνιμος βοηθός. Τα χρόνια περνάνε,  γεράσαμε, όλο λέω να κάτσω να γράψω αυτήν την … τεχνογνωσία που κουβαλάω στη μνήμη μου και όλο το αναβάλω. Μα φέτος το αποφάσισα.
     Όλη η δουλειά γινότανε κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού που μέναμε στο κτήμα για τις ανάγκες της σταφιδοκαλλιέργειας. Περιδιαβαίναμε τα ατέλειωτα σπάρτα, διάλεγε η μητέρα μου τα πιο κατάλληλα και τα έκοβε στη ρίζα, αφήνοντάς τα επί τόπου μέσ’ στο λιοπύρι να ξεραθούν για καμιά βδομάδα. Μετά με ζαλιά στην πλάτη τα κουβαλούσε σ’ ένα ποταμάκι που κράταγε νερό και το καλοκαίρι και τα απίθωνε σε μια μεγάλη φυσική γούρνα με βούρλα, βατράχια και ακίνδυνα νερόφιδα. Τα πλάκωνε από πάνω με κάτι πλάκες (τα σπάρτα όχι τα νερόφιδα) για να μη μετακινούνται. Στη βδομάδα τα ‘βγαζε πάλι στο λιοπύρι και μετά στο σπίτι κάτω από τον ίσκιο της τεράστιας αριάς, όπου είχε στηθεί και ο φερμένος με το άλογο απ’ το χωριό, αργαλειός.
     Άρχιζε το τελικό στάδιο που στο πρώτο μέρος του με μεγάλη χαρά συμμετείχα κι’ εγώ. Με ένα ξύλινο εργαλείο σαν «Π» (όχι το … 3,14) που πάνω είχε ένα κενό μέσα στο οποίο ανεβοκατεβάζαμε με το χέρι μια συνδεδεμένη ξύλινη μασέλα με δόντια κροκόδειλου και μασούσε τα ξερά σπάρτα (μου φαίνεται πως το λέγαμε «μάγγανο»). Τα μασημένα σπάρτα τα έξαινε η μάνα μου με το λανάρι --κάτι σαν μεγάλη βούρτσα μαλλιών με σιδερένια δόντια-- καθαρίζοντας τις ίνες από τα τσόφλια. Οι ίνες αναφουφουλιάζονταν και με τη βοήθεια της ρόκας μετατρέπονταν σε λινό νήμα που τυλιγότανε σε κουβάρια. Τάκα τούκα, τάκα τούκα ο αργαλειός με τα αδράχτια, άσπρη κλωστή, το νήμα με τη σαΐτα και έτοιμη η κουβερτούλα και με διακοσμητικά, μάλιστα:  κλώστινα κρόσσια στα τελειώματα.
     Τέλος, μούλιασμα του υφαντού στο ποταμάκι και κοπάνημά του πάνω σε πέτρινη επιφάνεια με τον κόπανο  -- ένα πλατύ και βαρύ πλατανίσιο ξύλο με μονοκόμματο χερούλι πολύ χρήσιμο για το σπίτι που το αδικεί η μεταφορική του χρήση για παλιανθρώπους – πάλι μούλιασμα, πάλι κοπάνημα, μούλιασμα κοπάνημα, μούλιασμα κοπάνημα και άπλωμα για στέγνωμα στα πουρνάρια. Μια κάτασπρη λινή και δροσερή κουβερτούλα ήταν στη διάθεσή μας.
    

*Ο Άλκης Αλκαίος εκτός από εξαίρετος ποιητής ήταν και ένας πολύ ευγενής και ευαίσθητος άνθρωπος και πιστεύω θα μου συγχωρούσε αυτή τη μικρή αλλά καλοπροαίρετη παρέμβαση στους στίχους του.

7 σχόλια:

Eugenios Sogas είπε...

Για εμάς που δεν μιλάμε Πυργακιώτικα, τι είναι η αριά?

Unknown είπε...

Είναι δέντρο κατηγορίας δρυ

navarino-s είπε...

Δρυς η αρια είναι το επιστημονικό της.

navarino-s είπε...

ΟΚ!

φανοστάτης είπε...

Καλημέρα Δημήτρη, Πολύτιμο!!!, κάθε άνοιξη θα βλέπω τα υπέροχα κίτρινα σπάρτα και θα θυμάμαι το γραφτό σου.

navarino-s είπε...

Γεια σου Κώστα! Εγώ νόμιζα πως αυτή η τεχνογνωσία ήταν τοπική υπόθεση το πολύ της Μεσσηνίας άντε και μέχρι την Αρκαδία και εμφανίζεται χτες στα σχόλια του FB ο Σωτήρης Δημητρίου και γράφει για το σπάρτο πως οι συχωριανές του ένιωθαν υπερήφανες που κάνανε το ξύλο μαλλί.

Μπούρμπουνας είπε...

Πολύ όμορφη πληροφορία, δεν την γνώριζα. Νομίζω ότι η διαδικασία πρέπει να έχει ομοιότητες και με αυτή της κλωστικής κάνναβης.