Οι παλιοί βιβλιοπώλες που έχουνε ζήσει στο χώρο πολλές καταστάσεις καθώς και οι στατιστικές, συμφωνούν σε ένα πράγμα: ότι η ανάγνωση των βιβλίων στις δύσκολες εποχές γνωρίζει μια πρωτοφανή για τα οικονομικά δεδομένα άνθηση! Και τούτο συμβαίνει, νομίζω, γιατί το βιβλίο γενικότερα, είτε με τη μορφή της Λογοτεχνίας –ποίησης και πεζογραφίας- είτε της Ιστορίας Λαογραφίας Ψυχολογίας Φιλοσοφίας Αστρονομίας και των άλλων επιστημών, θα αποτελεί για τον άνθρωπο ένα μόνιμο λιμάνι καταφυγής και ένα ανοιχτό παράθυρο σε όνειρα και ελπίδες, ιδίως σε δύσκολες καταστάσεις.
Όλη αυτή η συσσωρευμένη σοφία του παρελθόντος και του παρόντος όλες οι καταδύσεις στα απύθμενα βάθη και πάθη της ανθρώπινης ψυχής, οι συμπεριφορές λαών και ανθρώπων που κατοίκησαν αυτόν εδώ τον πλανήτη, οι εξεγέρσεις και οι θυσίες, το αχανές σύμπαν που μας περιβάλλει, οι επιστήμες, οι σκέψεις της λογικής και του παράλογου όλη αυτή η γοητευτική πανσπερμία του ανθρώπινου μεγαλείου πάντα θα γοητεύει αυτόν που θα γίνεται κοινωνός της.
Και, κακά τα ψέματα, όταν υπάρχει κάποια σχετική ευμάρεια και πρωτοκαθεδρία των υλικών απολαύσεων, όλα τα προηγούμενα περνάνε σε δεύτερη μοίρα γιατί συνηθίζουμε να νιώθουμε πανίσχυροι και προσκυνάμε τότε μόνο τον Μαμωνά! Μα όταν αγριέψουν τα πράγματα και μας έρθει ο ουρανός σφοντύλι, νιώθουμε την ανάγκη να ρίξουμε μια ματιά και στο πάρα πέρα! Να πιάσουμε στα χέρια μας ένα βιβλίο να δούμε ένα άλλο βλέμμα στη ζωή να μάθουμε και να συγκινηθούμε.
Και μην κοιτάτε που οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι έχουν προβλήματα. Με αυτούς συμβαίνει ότι και με τις μεγάλες ομάδες του ποδοσφαίρου που ενώ αυτό ανθεί οι κολοσσοί του χρεοκοπούν. Η Λίβερπουλ, η Ρεάλ και η Μπαρτσελόνα ταλανίζονται από τεράστια χρέη γιατί στα πλαίσια ενός άγριου ανταγωνισμού κατασπατάλησαν θηριώδη ποσά για μεταγραφές που δεν τα αντέχουν. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τους μεγάλους εκδότες που κυνήγησαν πανάκριβες «μεταγραφές» γνωστών συγγραφέων και δικαιώματα παγκόσμιων μπεστ σέλλερ. Ενώ οι μικροί πάνε πολύ καλά σε σχέση με την κρίση. Διάβαζα πρόσφατα ότι στην Ιταλία οι μικροί εκδοτικοί οίκοι είχαν την τελευταία διετία μια αύξηση στις πωλήσεις τους της τάξης του 41%. Και τούτο γιατί από ανάγκη οι μικροί εκδότες το ψάχνουν το πράγμα πιο πολύ και είτε καταφεύγουν σε κλασσικά βιβλία που δεν έχουν δικαιώματα αλλά πάντα θα διαβάζονται, είτε βρίσκουν ενδιαφέροντες και πολύ καλούς συγγραφείς λιγότερο ηχηρών ονομάτων.
Και θα ήθελα, επί τη ευκαιρία, για όσους από εσάς κατοικούν στην Αθήνα ή σκέπτεστε να έρθετε το επόμενο δεκαήμερο, να περάσετε μια βόλτα από την παράγκα της Πλατείας Κλαυθμόνος που ανοίγει σήμερα με τα στοκ και να βρείτε ό,τι βιβλίο θέλετε σε πολύ μα πάρα πολύ προσιτές τιμές.
Σας συνιστώ δε να αποφεύγετε τα ογκώδη της τρέχουσας επικαιρότητας και να προτιμάτε τα κλασσικά και αν δεν ξέρετε τον ή την συγγραφέα και φοβάστε να το ρισκάρετε καλό είναι να ρίχνετε μια ματιά στο βιογραφικό του: Όσο πιο παλιά η ημερομηνία γέννησης –και εξ’ αυτού η αντοχή του στο χρόνο- τόσο μεγαλύτερη σιγουριά ότι δεν πετάξατε τα λεφτά σας. Εγώ πέρυσι με αυτό το σκεπτικό και τιμή ένα(1) Ευρώ, έπεσα πάνω σε ένα αριστούργημα παρ’ ότι δεν γνώριζα τη συγγραφέα. Και μιλάω για την Αμερικανίδα Κάρσον Μακ Κάλλερς (1917-1967) και την εκπληκτική νουβέλα της: «Η Μπαλάντα του Λυπημένου Καφενείου» σε μετάφραση Μένη Κουμανταρέα.
.
.
ΥΓ: όταν μιλάω για βιβλία μιλάω για τέτοια από χαρτί που τα πιάνεις στα χέρια σου και τα ξεφυλλίζεις και τα χαϊδεύεις και δεν μιλάω, βέβαια, για e-books της μικρής οθόνης που θέλω να πιστεύω ότι δεν θα ευδοκιμήσουν.
Δημήτρης Κουκουλάς
Νοέμβρης 2011