Εδώ στην Ελλάδα ποτέ δεν ήμασταν και πολύ φαν των εφημερίδων. Μια στατιστική που θυμάμαι πριν από καμιά 25αριά χρόνια είχε στην κορυφή της πρωτιάς τη Σουηδία με γύρω στα 900 φύλλα ανά χίλιους κατοίκους και κάπου εκεί προς τον πάτο την αφεντιά μας με γύρω στα 80 φύλλα ανά χίλιους κατοίκους.
Παρ’ όλα αυτά όμως διαθέταμε και διαθέτουμε ακόμη μια πληθώρα τίτλων γιατί εδώ στη χώρα της «φαιδράς πορτοκαλέας» οι εκδότες των εφημερίδων –και ιδιοκτήτες καναλιών ταυτόχρονα οι περισσότεροι- γνωρίζουν και παίζουν πολύ καλά ένα καθαρά ελληνικό σύστημα με ιδιαίτερα μεγάλες…αποδόσεις: με εναγκαλισμό ή με απειλή για αποκαλύψεις της έτσι και αλλιώς διεφθαρμένης εξουσίας και κάτω από τη λεοντή παράλληλων και πολλαπλών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, κατορθώνουν να έχουν πρόσβαση στον κρατικό κορβανά με αναθέσεις εργολαβίες χαριστικά δάνεια και κρατικές διαφημίσεις. Πράγμα, δηλαδή, αδιανόητο για οποιαδήποτε από τις λεγόμενες πολιτισμένες χώρες που τόσο πολύ μας αρέσει να αναφερόμαστε.
Και τώρα με τη μεγάλη κάμψη που περνάει ο παγκόσμιος τύπος λόγω της διαδκτυακής ανάπτυξης της ενημέρωσης, αλλά και την εγχώρια κάμψη των δημοσίων εσόδων λόγω της κρίσης, επόμενο είναι να τρίζουνε πλέον και τα θεμέλια των λεγόμενων μεγάλων κυριακάτικων εφημερίδων. Κάτι που έχει φέρει σε επίπεδα παροξυσμού το εδώ και αρκετά χρόνια εμπορικό σύστημα των προσφορών με τη «γέμιση». Kαι έτσι τώρα, εκτός από το απαραίτητο πλέον βιβλίο υπάρχουν και 2-3 dvd με ταινίες και άλλα τόσα cd με τραγούδια (όχι, πακέτο με μακαρόνια όπως είχε κάνει πριν κάποια χρόνια μια τουρκική εφημερίδα, δεν έχουν βάλει ακόμα).
Κάποιοι αγοράζοντας τες τις ξεκοιλιάζουν επί τόπου κρατώντας τη γέμιση και πετάνε το χάρτινο μέρος –το σώμα δηλαδή της εφημερίδας της κυριακάτικης με τις επιφυλλίδες τις ιστορικές και φιλοσοφικές αναλύσεις την κριτική των έργων τέχνης και τις συνεντεύξεις καλλιτεχνών και ανθρώπων του πνεύματος- στον κάδο με τα σκουπίδια! Μερικοί μάλιστα από αυτούς με οικολογικές ανησυχίες τις ρίχνουν στον μπλε κάδο της ανακύκλωσης. Και να σκεφτεί κανείς ότι η συντριπτική τους πλειοψηφία απαρτίζεται από ώριμους ηλικιακά ανθρώπους και υποτίθεται σοβαρούς αφού τα νέα παιδιά τα κατεβάζουν αυτά απ’ το Ίντερνετ.
Και έτσι όπως αρχίζουν από μεσοβδόμαδα στην τηλεόραση τα διαφημιστικά τους σποτ με μουσική υπόκρουση από τα προσφερόμενα τραγούδια και ακούς το «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες» από την εφημερίδα που εκφράζει τον Νεοφιλελευθερισμό ή το «Πάγωσε η τζιμινιέρα» από την υπέρμαχη του ΔΝΤ και της Τρόϊκας, είναι σαν να ακούς έναν μακρινό απόηχο ενός ένδοξου αγωνιστικά παρελθόντος, ένα μνημόσυνο πεθαμένων οραμάτων και ιδεών που προδόθηκαν από την ίδια γενιά που τα υπερασπίστηκε κάποτε και μετά: πούλησε την ψυχή της στον Μαμωνά!



