Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

Τέσσερα συγκλονιστικά αποσπάσματα από τα "Βερολινέζικα Χρονικά" του Γιόζεφ Ροτ

 

                                                        JOSEPH  ROTH

 

                    

   

 

 

Τέσσερα συγκλονιστικά αποσπάσματα από τα         

  "Βερολινέζικα Χρονικά" του Γιόζεφ Ροτ

(Κείμενα με την πιο διαυγή ίσως καταγραφή του Βερολίνου της Βαϊμάρης)

  

     Το Βερολίνο της Βαϊμάρης, για το οποίο γράφει ο Γιόζεφ Ροτ δεν είναι το εξωραϊσμένο Βερολίνο της ελευθερίας, της νυχτερινής ζωής και των πνευματικών ενατενίσεων. Είναι η πόλη όπου καταφεύγουν οι απανταχού αποσυνάγωγοι, ένα αναγκαστικό ερημητήριο ταραγμένων ψυχών και κατατρεγμένων. «Η πόλη είχε κάτι το άγαρμπο, το αδέξιο, το χαοτικό» γράφει, ακολουθώντας τις ρεαλιστικές καταγραφές του Ροτ, ο Michael Hofmann στην κατατοπιστική εισαγωγή των Βερολινέζικων Χρονικών, 1920-1933 (μτφρ. Μ. Αγγελίδου, εκδ. Άγρα), χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τα οποία αναδημοσιεύει παρακάτω το Lifo.gr. με την άδεια του Έλληνα εκδότη.  

     Τα αποσπάσματα από το συγκεκριμένο κεφάλαιο περιγράφουν τα άσυλα της νύχτας και τα συσσίτια για τους χιλιάδες Εβραίους μετανάστες από την Ανατολική Ευρώπη, οι οποίοι συρρέουν στην πόλη, την περίοδο της οικονομικής κατάπτωσης της Γερμανίας. Πρόκειται για εξαιρετικό, παραστατικότατο κείμενο, με εντυπωσιακές αναλογίες με τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα.

 

 

                                            ΤΟ ΑΣΥΛΟ

 

     Κόκκινα τούβλα. Η απελπιστική ομοιομορφία αυστηρότητας και σταθερότητας, που σ' αυτήν τη χώρα αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα κυβερνητικών κτιρίων, νοσοκομείων, φυλακών, σχολείων, ταχυδρομείων και εκκλησιών. Μάταια πασχίζει ένας κήπος μ' όλη τη φθινοπωρινή πολύχρωμη δόξα των δέντρων του να χαρίσει μια πινελιά καλαισθησίας στο κρατικό πρόσωπο του ιδρύματος. Το Άσυλο επιμένει: κόκκινα τούβλα, κυβερνητικό κτίριο, μοιάζει σαν να 'ναι με το ζόρι βαλμένο μέσα στη φύση. Η Φρέμπελστρασε, άλλωστε, βρίσκεται σε μια περιοχή του Βερολίνου όπου κυριαρχεί η ατμόσφαιρα των κόκκινων τούβλων. Δεξιά, ένας φράχτης γύρω από μια ανοιχτή ή μισάνοιχτη πλατεία. Λίγο πιο κάτω ένα κάρο μόνο του, μάλλον κάποιων πλανόδιων. Η λεωφόρος Πρέντσλαουερ χρωστάει το γοητευτικό της όνομα στα λίγα αναιμικά δεντράκια που έχουν τις ρίζες τους στο συνοικιακό πλακόστρωτο της φτώχειας και όχι στη Φύση – που είναι δηλαδή δημαρχιακές αποφάσεις και όχι δέντρα. Μπροστά είναι το νοσοκομείο, το Άσυλο των Αστέγων παραπίσω. Στην είσοδο η αστυνομία καλωσορίζει φιλικά όλους αυτούς που προσπαθούν να της ξεφύγουν. Οι διάδρομοι είναι γυμνοί, ασβεστωμένοι, υπηρεσιακοί. Ο προϊστάμενος επόπτης είναι ένας ψηλός, ξανθός, καλοσυνάτος άνθρωπος που καταλαβαίνει πολλά επειδή έχει δει πολλά. Γενικά, οι υπάλληλοι εδώ φοράνε ανθρωπιά κάτω από τη στολή τους. Όποιος ελέγχει καθημερινά την αθλιότητα, μαθαίνει να συγχωρεί την αμαρτία. Όλοι οι κρατικοί υπάλληλοι θα έπρεπε να υπηρετούν έναν μήνα στο Άσυλο των Αστέγων. Για να εκπαιδεύονται στην αγάπη.

  

 

                      ΚΟΙΤΩΝΕΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

 

     Το μήκος των κοιτώνων είναι υπερβολικά μεγάλο σε σύγκριση με το πλάτος τους. Θα μπορούσε κανείς να κάνει τον περίπατό του στους στενόμακρους χώρους, αν τα κρεβάτια δεν ήταν παρατεταγμένα, στρατιωτικά στοιχημένα σε δύο αράδες, μπροστά από τους τοίχους, αντικριστά. Ο διάδρομος, στη μέση, έχει και άλλα κρεβάτια. Σιδερένια κρεβάτια, με μεταλλικούς σομιέδες, κρεβάτια για τιμωρημένους. Κάθε άστεγος παίρνει μια κουβέρτα από ύφασμα και χαρτί, λεπτή, αλλά καθαρή και απολυμασμένη. Πάνω σ' αυτές τις κουβέρτες ζαρώνουν, ξαπλώνουν, κοιμούνται οι άστεγοι. Μορφές γκροτέσκες, μοιάζουν βγαλμένες απ' τις σελίδες που η παγκόσμια λογοτεχνία έχει αφιερώσει στην περιπέτεια και στη δυστυχία. Μοιάζουν σαν ψεύτικοι σχεδόν. Γέροι ντυμένοι με κουρέλια, με γκρίζα γένια, αλήτες που κουβαλούν στις σκυφτές τους πλάτες ένα μπογαλάκι παρελθόν. Οι αρβύλες τους έχουν πάνω τους τη σκόνη από δεκαετίες οδοιπορίας και περιπλάνησης. Άντρες στα μισά της ζωής, με στολές λειψές, μισές και αυτές, με πρόσωπα σημαδεμένα από την πείνα και τη σκληρότητα. Νέοι, με παντελόνια που τους πέφτουν μεγάλα, τα μάτια τους να λάμπουν, από τον φόβο του κυνηγημένου – κι από πείσμα. Γυναίκες με σκούρα, άχρωμα κουρέλια, ντροπαλές και ξεδιάντροπες, περίεργες και αδιάφορες, ταραγμένες και παραιτημένες. Εκατό σε κάθε κοιτώνα. Οι γυναίκες, οι άντρες, οι ανήλικοι χώρια. Παίρνει κάπου δύο ώρες να συμπληρωθεί ο αριθμός. Από τις τέσσερις το απόγευμα ως τις εννιά το βράδυ είναι οι ώρες υποδοχής. Μια γαβάθα αχνιστή σούπα για τον καθένα. Όποιος έχει τα χάλια του, παίρνει και δεύτερο πιάτο. Κάθε πρωί είναι εκεί ο γιατρός, πολλοί στέκονται στην ουρά για να τους κοιτάξει. Οι περισσότεροι έχουν προβλήματα με τα πόδια τους. Είναι άνθρωποι που μια ζωή αναγκάζονται να τη βγάλουν περπατώντας και στα όρθια. Οι μισοί περίπου πάσχουν από αφροδίσια νοσήματα. Όλοι σχεδόν έχουν ψείρες. Δύσκολα τους πείθει κανείς να καθαριστούν. Η απολύμανση καταστρέφει τα ρούχα τους. Προτιμούν να ζουν με τις ψείρες, παρά με ακόμα πιο κουρελιασμένα ρούχα.   Κάποτε, χιλιάδες άνθρωποι ζούσαν προσωρινά στο Άσυλο των Αστέγων.  

 

 

                                             ΟΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ

 

 

     Οι οικογένειες μένουν σε χωριστά, ξύλινα παραπήγματα, μέσα στους κοιτώνες. Κάποιοι τα 'χουν βολεμένα, συγυρισμένα καλά. Σε κάθε γωνιά του κοιτώνα υπάρχει γκαζιέρα. Εδώ οι γυναίκες μαγειρεύουν. Μπουγάδα κρεμασμένη σε σκοινιά, ρούχα που στεγνώνουν μέσα στον αχνό των ζεστών φαγητών, της χώνεψης, των πολλών ανθρώπων σε κλειστό χώρο. Σε κάθε παράπηγμα μια λάμπα. Εδώ μένουν πρόσφυγες. Από την Πρωσία, τη Ρηνανία, το Χόλσταϊν. Γνωρίζονται. Κάνουν επισκέψεις μεταξύ τους. Κάποιοι έχουν λίγα έπιπλα φερμένα μαζί τους, κάποιοι έχουν καταφέρει να βρουν εδώ. Φαντάζομαι πως οι γυναίκες πιάνουν πότε-πότε κι εδώ τον καβγά. Για ένα παιδί, για ένα κατσαρόλι – συμβαίνει να τσακώνονται οι φτωχοί για τέτοια μικροπράγματα. Τα παιδιά είναι ξανθά, λίγο άπλυτα. Δεν έχουν ωραία παιχνίδια και ο κόσμος τους είναι μια αυλή, δέκα χαλίκια, ένα δέντρο και τα γύρω-γύρω. Α, τα γύρω-γύρω είναι το καλύτερο!    

 

 

                          Ο ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ

 

 

     Κάθισα κοντά του, μαζί του, στο παράπηγμά του. Ο αντισυνταγματάρχης κύριος Μπεσίν είναι αξιωματικός του τσαρικού στρατού, λιποτάκτης. Βρίσκεται στο Βερολίνο από τον Απρίλιο. Είναι γέρος και περήφανος κι αλύγιστος. Περπατάει λίγο λοξά με το πλάι, στραβά: αφού ο κόσμος ολόκληρος έχει στραβώσει. Επανάσταση! Ο τσάρος, ο πατερούλης, πάει! Πού είναι ο τσάρος; Πού είναι οι αξιωματικοί του; Πού είναι οι επιτελάρχες; Πού είναι η Ρωσία; Η Μεγάλη Ρωσία; Έχει πολεμήσει στον Κινεζικό, στον Ιαπωνικό, στον Μεγάλο Πόλεμο. Ήταν αντισυνταγματάρχης στο Γενικό Επιτελείο. Στο τέλος, στη Ρίγα. Μιλάει πολύ καλά γερμανικά, χαίρεται που μαζί μου μπορεί να μιλήσει ρωσικά. Δίπλα στο κρεβάτι του έχει εφημερίδες και βιβλία. Διαβάζει ό,τι πέσει στα χέρια του. Το στρατιωτικό του πηλήκιο κρέμεται στον τοίχο. Μου το δείχνει με παιδιάστικο, συγκινητικό καμάρι, όπως ένα αγόρι θα 'δειχνε το ταμπούρλο του. Θα ήθελε να δουλέψει. Δεν θέλει να γίνεται βάρος στην πόλη. Αντισυνταγματάρχης είναι. Για πόσο ακόμα θα κάνουν κομάντο οι μπολσεβίκοι; Όχι για πολύ! Είναι τρέλα! Πού είναι ο τσάρος; Ο πατερούλης ο Τσάρος; Πού είναι η Ρωσία; Έχει οικογένεια. Τα παιδιά του – μπορεί να χουν παντρευτεί, να 'ναι ποιος ξέρει πού, να 'χουν σκοτωθεί! Τι κόσμος είναι τούτος! Στραβός κόσμος! Ο καημένος ο αντισυνταγματάρχης! Η Ιστορία έκανε μια τούμπα και ο αντισυνταγματάρχης έπεσε στο Άσυλο των Αστέγων. Κάποτε, χιλιάδες άνθρωποι ζούσαν προσωρινά στο Άσυλο των Αστέγων. Τώρα διανυκτερεύουν κατά μέσον όρο χίλιοι κάθε νύχτα. Το πρωί η αστυνομία μπαίνει και κάνει έρευνα σε δυο-τρεις κοιτώνες. Όλο και βρίσκει κάποιον τον οποίο έψαχνε. Υπάρχουν κάποιοι που δεν τους ελέγχει πια κανείς. Τους ξέρουν. Έρχονται στο Άσυλο εδώ και δέκα χρόνια. Είναι τακτικοί πελάτες. Τακτικοί άστεγοι. Το προσωρινό έγινε μόνιμο. Έγινε η ζωή τους. Η πατρίδα και το σπίτι τους.

 

«Neue Berliner Zeitung», μεσημεριανό φύλλο, 23.9. 1920

 

 

Της Τίνας Μανδηλαρά από τη LIFO (2016)


Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ : Κόρη



Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ: 

                                                                Κόρη

06-sΤΟ ΤΡΕΝΟ μπῆ­κε ἕ­νας ἄν­τρας μέ­σης ἡ­λι­κί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος κου­βα­λοῦ­σε στὰ χέ­ρια, ὅ­πως κου­βα­λοῦν παι­δί, μιὰ με­γά­λη πά­νι­νη κού­κλα, ντυ­μέ­νη μὲ παι­δι­κὸ μπου­φάν.
       — Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, δύ­ο ἐ­λεύ­θε­ρες θέ­σεις;
       Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἐ­πι­βά­τες στὸ κου­πὲ κοι­τά­χτη­καν καὶ δὲν ἀ­πο­κρί­θη­καν.
       — Ο­ρί­στε – εἶ­πα, καὶ τοῦ ὑ­πέ­δει­ξα τὴ θέ­ση ἀ­πέ­ναν­τί μου. — Ὅ­μως, εἶ­ναι μο­νή.
       — Δὲν πει­ρά­ζει, αὐ­τὴ θὰ κα­θή­σει σὲ μέ­να.
       Τῆς ἔ­βγα­λε τὸ μπου­φάν, τῆς ἔ­φτια­ξε τὰ μαλ­λιά, τὴν βό­λε­ψε στὴν ἄ­κρη τοῦ κα­θί­σμα­τος καὶ κά­θη­σε δί­πλα της. Ἔ­πει­τα τὴν πῆ­ρε στὰ γό­να­τά του. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι στὸ κου­πέ, ξε­γλί­στρη­σαν γιὰ νὰ ψά­ξου­νε θέ­σεις ἀλ­λοῦ. Ἀ­πο­μεί­να­με μό­νον οἱ δύ­ο μας, δη­λα­δὴ οἱ τρεῖς μας.
       — Πῶς τὴ λέ­νε; – ρώ­τη­σα.
       — Ἄν­τε, πὲς στὸν θεῖ­ο πῶς λέ­γε­σαι. Ἔ;
       Ἡ κού­κλα σι­ω­ποῦ­σε.
       — Πές, Μα­α-ρί­ι… Μα­ρί­α λέ­γε­ται. Εἶ­ναι ντρο­πα­λή.
       Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἡ­λι­κί­α ἔ­τσι εἶ­ναι τὰ πα­ιδιά.
       — Γειά σου, Μα­ρί­α. Πό­σο χρο­νῶν εἶ­σαι;
       — Στὰ 5 —ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας.— Μό­νο ποὺ δὲν τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ μι­λά­ει καὶ πο­λύ. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; – χα­μο­γέ­λα­σε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὴν πει­ρά­ζει στὴ μύ­τη. Ἡ μύ­τη της ἦ­ταν ἕ­να φα­γω­μέ­νο ρὸζ κουμ­πί. — Θέ­λεις νὰ κα­θή­σου­με δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο; Ἄν­τε, ἀ­γα­πού­λα μου. Ἔ­λα νὰ δοῦ­με τώ­ρα τί ἔ­χει ἐ­κεῖ ἔ­ξω; Ὤ­ω­ω, δὲς αὐ­τὴ τὴν ἀ­γε­λά­δα πό­σο σο­βα­ρὴ μᾶς κοι­τά­ζει, καὶ τὸ γα­ϊ­δού­ρι ἐ­κεῖ, τὸ βλέ­πεις; Ὄ­χι, ὄ­χι, πιὸ πέ­ρα, δί­πλα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ δέν­τρο.
       Καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ με­τροῦν πό­σες ἀ­γε­λά­δες, γα­ϊ­δού­ρια, κό­τες, ἄ­λο­γα καὶ πρό­βα­τα θὰ ἔ­βλε­παν ἀ­πὸ τὸ τρέ­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἡ τύ­χη τοὺς χα­μο­γέ­λα­σε καὶ εἶ­δαν πε­λαρ­γούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­κό­μα πε­ρι­φέ­ρον­ταν στὰ κα­ψα­λι­σμέ­να χω­ρά­φια τοῦ προ­χω­ρη­μέ­νου Αὐ­γού­στου. Αὐ­τὸς τῆς ἀ­φη­γεῖ­το μιὰ πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸν πε­λαρ­γὸ καὶ τὴν ἀ­λε­ποῦ. Πο­λὺ τῆς ἀ­ρέ­σουν τέ­τοι­ες ἱ­στο­ρί­ες, μοῦ ἔ­κλει­σε τὸ μά­τι συ­νω­μο­τι­κά. Καὶ γε­νι­κῶς ὁ­τι­δή­πο­τε ἱ­στο­ρί­ες. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κά­ποι­α θεί­τσα μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζα στὸ κου­πὲ χω­ρὶς νὰ χαι­ρε­τή­σει, ἄ­φη­σε τὴ βα­λί­τσα της, ἔ­ρι­ξε ἕ­να βλέμ­μα στὸν ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος μι­λοῦ­σε στὴν κού­κλα, ἅρ­πα­ξε πά­λι τὴ βα­λί­τσα, ἄ­νοι­ξε πά­λι τὴν πόρ­τα, πέ­τα­ξε ἕ­να ἀ­νω­μα­λά­ρες καὶ βγῆ­κε μὲ κρό­το. Ὁ ἄν­τρας ἔ­βα­λε τὶς πα­λά­μες του στ’ ἀ­φτιὰ τοῦ παι­διοῦ, τὸ ἀγ­κά­λια­σε καὶ χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­μή­χα­να. (Τὰ ἀ­φτιά της ἦ­ταν δύ­ο μα­κριὰ σεν­τε­φέ­νια μύ­δια).
       — Οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν προ­σέ­χουν τί λέ­νε μπρο­στὰ στὰ παι­διά. – Ἔ­μει­ναν γιὰ λί­γο ἔ­τσι, αὐ­τὴ ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νη ἐ­πά­νω του.
       — Νυ­στά­ζει. Κοι­μή­σου, ἀ­γα­πού­λα μου, κοι­μή­σου.
       Τὴν με­τα­κί­νη­σε προ­σε­κτι­κὰ στὸ κά­θι­σμα καὶ ἔ­βα­λε τὸ μπου­φὰν ἀ­πὸ πά­νω της.
       Φαι­νό­ταν, ὅ­τι ὁ ἄν­τρας εἶ­χε κά­τι νὰ μοῦ πεῖ, ὅ­μως δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ ἀρ­χί­σει. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μπῆ­κε ὁ ἐ­λεγ­κτής, ἔ­κα­νε νό­η­μα, ἔ­ρι­ξε ἕ­να ἀ­φη­ρη­μέ­νο βλέμ­μα πρὸς τὸ κοι­μι­σμέ­νο —κά­τω ἀ­π’ τὸ μπου­φάν— παι­δί, τσέ­κα­ρε τὰ εἰ­σι­τή­ρια καὶ βγῆ­κε. Δὲν κα­τά­λα­βε ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, πῆ­ρα ἀ­νά­σα. Ὅ­λη τὴν ὥ­ρα κα­θό­μουν σ’ ἀ­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να μὴν τύ­χει καὶ γί­νει φα­σα­ρί­α, νὰ βγά­λει τὸ μπου­φάν, νὰ δεῖ ποι­ός κοι­μᾶ­ται κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τό, ν’­ ἀρ­χί­σει τὸ βρι­σί­δι καὶ νὰ φω­νά­ξει ἀ­στυ­νο­μί­α στὸ τρέ­νο. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι ὁ φό­βος μου ἦ­ταν κυ­ρί­ως λό­γῳ τοῦ… παι­διοῦ, δηλ. τῆς κού­κλας. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ τῆς προ­κα­λέ­σουν κά­ποι­ο κα­κό. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖο, ται­ριά­ζει νὰ πῶ, ὅ­τι εἶ­μαι ἐν­τε­λῶς ὁ­μα­λός, ἐ­φό­σον γρά­φω καὶ δι­η­γή­μα­τα. Ξέ­ρω, ὅ­τι αὐ­τὸ ἐ­πι­βα­ρύ­νει τὰ πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ κα­τὰ τὰ λοι­πά, εἶ­μαι σὲ ὅ­λα μου ἐν­τά­ξει.
       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ὁ ἄν­τρας τόλ­μη­σε τε­λο­σπάν­των νὰ ξε­κι­νή­σει. Κοί­τα­ξε πρὸς τὸ παι­δὶ καὶ εἶ­πε εὐ­θέ­ως ὅ­τι ἔ­χει νὰ μοῦ ζη­τή­σει μιὰ χά­ρη, ὅ­μως θὰ δεί­ξει κα­τα­νό­η­ση, ἂν τοῦ ἀρ­νη­θῶ. Τὸν ἐν­θάρ­ρυ­να νὰ συ­νε­χί­σει. Μι­λού­σα­με ψι­θυ­ρι­στὰ γιὰ νὰ μὴν τὴν ξυ­πνή­σου­με.
       — Μπαί­νω στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο —εἶ­πε— αὐ­τὴ ἀ­κό­μα δὲν ξέ­ρει. Ἔ­χω κά­τι ὄγ­κους ἐ­δῶ, οἱ για­τροὶ εἶ­παν ὅ­τι θὰ ἔ­χου­με σφα­γεῖ­ο, με­τὰ ἕ­να μή­να καὶ κά­τι, θε­ρα­πεί­α, ἄ­γνω­στο γιὰ πό­σο. Ἅ­μα δὲν ἦ­ταν αὐ­τή, θὰ τὰ εἶ­χα πα­ρα­τή­σει ὅ­λα, ὅ­μως…
       Ὁ ἄν­τρας ἔ­φτια­ξε ὄ­μορ­φά το μπου­φὰν ἐ­πά­νω της, κά­λυ­ψε τοὺς ὤ­μους της.
       — Δὲν θέ­λω νὰ μπεῖ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μα­ζί μου. Δὲν θὰ ἀν­τέ­ξει, δὲν εἶ­ναι γι’ αὐ­τήν. Καὶ πά­λι, μό­νη της δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει ὁ­λωσ­δι­ό­λου, βλέ­πε­τε πῶς εἶ­ναι.
       — Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος….
       — Δεν ὑ­πάρ­χει κα­νείς, ἡ μη­τέ­ρα της ἔ­φυ­γε… Μεί­να­με μό­νο οἱ δυ­ό μας.
       Δὲν κα­τά­λα­βα ἂν πέ­θα­νε, ἢ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε. Δὲν ρώ­τη­σα.
       — Θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως, σὲ κά­ποι­ο ἵ­δρυ­μα, προ­σω­ρι­νά – εἶ­πα ἐ­γώ, συ­νει­δη­το­ποι­ών­τας ἀ­κα­ρια­ῖα ὅ­λη τὴ μα­ται­ό­τη­τα τῆς πρό­τα­σής μου.
       — Πῆ­γα, ρώ­τη­σα σὲ δι­ά­φο­ρα… μὲ κα­τα­λα­βαί­νε­τε… Δὲν θέ­λουν οὔ­τε ν’ ἀ­κού­σουν, σὲ κα­νέ­να μέ­ρος. Λέ­νε πὼς εἶ­μαι τρε­λός, πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε τέ­τοι­ο παι­δὶ στὸ μη­τρῶ­ο. Ἐ­νῶ σὲ ἕ­να μέ­ρος, ἀ­κό­μα καὶ σκυ­λιὰ μᾶς ἀ­μό­λη­σαν. Ἡ Μα­ρί­α, ἡ κα­η­με­νού­λα, πο­λὺ τρό­μα­ξε.
       Σω­πά­σα­με ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, νύ­χτω­νε.
       — Κοι­τάξ­τε —εἶ­πε αὐ­τός— ἐ­σεῖς εἶ­στε ὁ μό­νος ποὺ τῆς μί­λη­σε. Γί­νε­ται νὰ σᾶς τὴν ἀ­φή­σω… προ­σω­ρι­νά;
       Ἡ ἐ­ρώ­τη­ση εἶ­ναι δι­α­τυ­πω­μέ­νη μὲ ὅ­λη τὴν εὐ­θύ­τη­τα ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που σὲ ἀ­δι­έ­ξο­δο.
       — Γί­νε­ται… γιὰ ἕ­ναν-δύ­ο μῆ­νες… Αὐ­τὴ δὲν δη­μι­ουρ­γεῖ προ­βλή­μα­τα, οὔ­τε κὰν τρώ­ει… Ἐ­γὼ θὰ σᾶς ἀ­φή­σω χρή­μα­τα, ἐν­νο­εῖ­ται… Τῆς ἀρ­κεῖ νὰ ξέ­ρει, ὅ­τι δὲν εἶ­ναι μό­νη. Μπο­ρεῖ­τε νὰ τῆς λέ­τε κά­τι, νὰ τῆς δι­α­βά­ζε­τε πα­ρα­μύ­θια, αὐ­τὴ κα­τα­λα­βαί­νει τὰ πάν­τα… Ἔ;
       Κα­θή­σα­με ἀρ­κε­τὰ λε­πτὰ ἔ­τσι. Στὸ κου­πὲ σκο­τεί­νια­ζε, δὲν ἀ­νά­ψα­με τὴ λάμ­πα. Ὁ ἄν­τρας ἔ­πρε­πε νὰ κα­τε­βεῖ στὸν ἑ­πό­με­νο σταθ­μό, στὴν πό­λη, ἐ­κεῖ ὅ­που θὰ τὸν ἐγ­χεί­ρι­ζαν.
       Σί­γου­ρα εἶ­πα ναί. Ὁ ἄν­τρας ἔ­γρα­ψε σὲ ἕ­να χαρ­τά­κι τὸ ὄ­νο­μά του, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, τὸ τμῆ­μα καὶ τὸν για­τρὸ ποὺ θὰ τὸν ἐγ­χεί­ρι­ζε. Τοῦ ἔ­δω­σα τὸ τη­λέ­φω­νό μου, ὑ­πο­σχέ­θη­κα νὰ τοῦ τη­λε­φω­νή­σω με­τὰ τὴν ἐ­πέμ­βα­ση καὶ νὰ ἔρ­θου­με στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο. Τοῦ εἶ­πα, ὅ­τι θὰ βγῶ νὰ κα­πνί­σω ἕ­να τσι­γά­ρο. Τοὺς ἄ­φη­σα νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στοῦν. Αὐ­τὸς δὲν τὴν ξύ­πνη­σε, πα­ρὰ μό­νο ἔ­φτια­ξε τὸ μπου­φὰν ἐ­πά­νω της. Τὸ τρέ­νο στα­μά­τη­σε. Ση­κώ­θη­κε, ντύ­θη­κε, δὲν ξε­κολ­λοῦ­σε τὸ βλέμ­μα του ἀ­π’ αὐ­τή, τὸν βο­ή­θη­σα νὰ κα­τε­βά­σει τὴ βα­λί­τσα του καὶ τό­τε πα­ρα­τή­ρη­σα πό­σο ἀ­δύ­να­τος ἦ­ταν. Κα­τά­φε­ρε νὰ κα­τε­βεῖ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ κου­πέ. Με­τα­κι­νή­θη­κα πρὸς τὸ δι­κό του μέ­ρος, δί­πλα στὸ παι­δί, καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψα μὲ τὸ χέ­ρι. Σή­κω­σα τὸν ἀν­τί­χει­ρα, ὅ­τι ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά, τὸ τρέ­νο ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κε καὶ ὁ ἄν­τρας ἔ­μει­νε στὸ σκο­τά­δι.
       Ὅ­ταν φτά­σα­με στὴ Σό­φια, ἀ­να­σή­κω­σα προ­σε­κτι­κά το κο­ρι­τσά­κι, ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νο καὶ μό­νο χα­λά­ρω­νε τὸ κε­φά­λι του στὸν ὦ­μο μου. Πῆ­ρα τὶς δύ­ο τσάν­τες στὸ ἄλ­λο χέ­ρι μου καὶ βγῆ­κα.

Πέ­ρα­σαν δύ­ο χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε. Ὁ πα­τέ­ρας, πέ­θα­νε μιὰ ἡ­μέ­ρα με­τὰ τὴν ἐγ­χεί­ρι­ση. Ἡ Μα­ρί­α εἶ­ναι πλέ­ον στὰ 7 καὶ ἐ­νό­σω ἐ­γὼ τε­λει­ώ­νω αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α, παί­ζει στὸ πά­τω­μα δί­πλα μου.

_____________________________
μετάφραση:Σπύρος Ν. Παπάς (Πλανόδιον  Ιστορίες Μπονζάϊ)

Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

«πως η ανάγκη γίνεται ιστορία: πως απ’ τα σπάρτα φτιάχναμε σκουτιά»




   
                  
 «πως η ανάγκη γίνεται ιστορία:
πως απ’ τα σπάρτα φτιάχναμε σκουτιά»*


     Ύφαινε η μάνα μου κάτι λεπτές και δροσερές κουβερτούλες, πολύ χρήσιμα σκεπάσματα του καλοκαιριού. Και κάθε φορά, όπως τώρα, που ανθίζουν τα σπάρτα κατακλύζοντας πλαγιές και δρόμους με αυτό το έντονο και γλυκό κίτρινο, μου έρχεται στο νου όλη αυτή η διαδικασία που προανέφερα και στην οποία συμμετείχα ως μόνιμος βοηθός. Τα χρόνια περνάνε,  γεράσαμε, όλο λέω να κάτσω να γράψω αυτήν την … τεχνογνωσία που κουβαλάω στη μνήμη μου και όλο το αναβάλω. Μα φέτος το αποφάσισα.
     Όλη η δουλειά γινότανε κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού που μέναμε στο κτήμα για τις ανάγκες της σταφιδοκαλλιέργειας. Περιδιαβαίναμε τα ατέλειωτα σπάρτα, διάλεγε η μητέρα μου τα πιο κατάλληλα και τα έκοβε στη ρίζα, αφήνοντάς τα επί τόπου μέσ’ στο λιοπύρι να ξεραθούν για καμιά βδομάδα. Μετά με ζαλιά στην πλάτη τα κουβαλούσε σ’ ένα ποταμάκι που κράταγε νερό και το καλοκαίρι και τα απίθωνε σε μια μεγάλη φυσική γούρνα με βούρλα, βατράχια και ακίνδυνα νερόφιδα. Τα πλάκωνε από πάνω με κάτι πλάκες (τα σπάρτα όχι τα νερόφιδα) για να μη μετακινούνται. Στη βδομάδα τα ‘βγαζε πάλι στο λιοπύρι και μετά στο σπίτι κάτω από τον ίσκιο της τεράστιας αριάς, όπου είχε στηθεί και ο φερμένος με το άλογο απ’ το χωριό, αργαλειός.
     Άρχιζε το τελικό στάδιο που στο πρώτο μέρος του με μεγάλη χαρά συμμετείχα κι’ εγώ. Με ένα ξύλινο εργαλείο σαν «Π» (όχι το … 3,14) που πάνω είχε ένα κενό μέσα στο οποίο ανεβοκατεβάζαμε με το χέρι μια συνδεδεμένη ξύλινη μασέλα με δόντια κροκόδειλου και μασούσε τα ξερά σπάρτα (μου φαίνεται πως το λέγαμε «μάγγανο»). Τα μασημένα σπάρτα τα έξαινε η μάνα μου με το λανάρι --κάτι σαν μεγάλη βούρτσα μαλλιών με σιδερένια δόντια-- καθαρίζοντας τις ίνες από τα τσόφλια. Οι ίνες αναφουφουλιάζονταν και με τη βοήθεια της ρόκας μετατρέπονταν σε λινό νήμα που τυλιγότανε σε κουβάρια. Τάκα τούκα, τάκα τούκα ο αργαλειός με τα αδράχτια, άσπρη κλωστή, το νήμα με τη σαΐτα και έτοιμη η κουβερτούλα και με διακοσμητικά, μάλιστα:  κλώστινα κρόσσια στα τελειώματα.
     Τέλος, μούλιασμα του υφαντού στο ποταμάκι και κοπάνημά του πάνω σε πέτρινη επιφάνεια με τον κόπανο  -- ένα πλατύ και βαρύ πλατανίσιο ξύλο με μονοκόμματο χερούλι πολύ χρήσιμο για το σπίτι που το αδικεί η μεταφορική του χρήση για παλιανθρώπους – πάλι μούλιασμα, πάλι κοπάνημα, μούλιασμα κοπάνημα, μούλιασμα κοπάνημα και άπλωμα για στέγνωμα στα πουρνάρια. Μια κάτασπρη λινή και δροσερή κουβερτούλα ήταν στη διάθεσή μας.
    

*Ο Άλκης Αλκαίος εκτός από εξαίρετος ποιητής ήταν και ένας πολύ ευγενής και ευαίσθητος άνθρωπος και πιστεύω θα μου συγχωρούσε αυτή τη μικρή αλλά καλοπροαίρετη παρέμβαση στους στίχους του.

Τρίτη 28 Απριλίου 2020

Όλγκα Τοκάρτσουκ: «Μήπως αυτός είναι τελικά ο φυσιολογικός ρυθμός της ζωής;»



Είχα την αίσθηση από πάντα σχεδόν ότι ο κόσμος είναι υπερβολικά πολύς, υπερβολικά γρήγορος, υπερβολικά έντονος, υπερβολικά θορυβώδης. Συνεπώς δεν βιώνω κάποιο «τραύμα απομόνωσης» και δεν μου είναι καθόλου δύσκολο να μη συναντώ άλλους ανθρώπους. Δεν λυπάμαι που έκλεισαν τα σινεμά. Μου είναι εντελώς αδιάφορο που τα εμπορικά κέντρα έβαλαν προσωρινό λουκέτο.   Ανησυχώ και στενοχωριέμαι, φυσικά, όταν σκέφτομαι όλους τους ανθρώπους που χάνουν τις δουλειές τους. Όταν όμως έμαθα για την επερχόμενη καραντίνα, ένιωσα κάτι σαν ανακούφιση. Ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι ένιωσαν το ίδιο, ακόμα κι αν ένιωθαν επίσης και κάποια ντροπή γι' αυτό. 
Η εσωστρέφειά μου, τόσα χρόνια στραγγαλισμένη και κακοποιημένη από τους υπερδραστήριους εξωστρεφείς, τίναξε τη σκόνη από πάνω της και βγήκε από την ντουλάπα...   Η ζωή συνεχίζεται, όπως συνεχίζεται, αλλά με έναν εντελώς διαφορετικό ρυθμό. Τακτοποίησα επιτέλους την ντουλάπα μου και μάζεψα πλήθος διαβασμένες εφημερίδες για να τις πάω στον κάδο ανακύκλωσης. Πήρα το ποδήλατό μου από το μαγαζί που το είχα παρατήσει για επισκευή. Άρχισα να απολαμβάνω πιο πολύ το μαγείρεμα.   Μου έρχονται διαρκώς στο μυαλό εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια. Υπήρχε τόσο πολύ περισσότερος χρόνος τότε, και μπορούσες να τον «χαραμίσεις» και να τον «σκοτώσεις», ξοδεύοντας ώρες με το να χαζεύεις απλά έξω από το παράθυρο, να παρατηρείς τα μυρμήγκια, να κρύβεσαι κάτω από το τραπέζι και να φαντάζεσαι ότι είσαι σε κιβωτό ή απλά να ξεφυλλίζεις την εγκυκλοπαίδεια.   Μπροστά στα μάτια μας εξατμίζεται ο καπνός από το πολιτισμικό παράδειγμα που μας διαμόρφωσε τα τελευταία διακόσια χρόνια: ότι είμαστε οι πρωτομάστορες της δημιουργίας, ότι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, ότι ο κόσμος μας ανήκει. 
Μια νέα εποχή πλησιάζει.   Μήπως τελικά έχουμε επιστρέψει στον φυσιολογικό ρυθμό της ζωής; Μήπως ο ιός δεν αποτελεί διατάραξη της κανονικότητας, αλλά ακριβώς το αντίθετο – μήπως δηλαδή αφύσικος ήταν ο φρενήρης κόσμος πριν από τον ιό;   Στο κάτω-κάτω ο ιός ήταν αυτός που μας υπενθύμισε αυτό το οποίο αρνιόμασταν με τόσο πάθος: ότι είμαστε ευάλωτα πλάσματα φτιαγμένα από το πιο λεπτό υλικό. Ότι πεθαίνουμε – ότι είμαστε θνητοί. Ότι δεν μας διαχωρίζει από τον υπόλοιπο πλανήτη η «ανθρωπιά» ή η εξαιρετικότητά μας. Ότι ο κόσμος είναι ένα είδος μεγάλου δικτύου στο οποίο εμπλεκόμαστε ποικιλοτρόπως, συνδεδεμένοι με τα υπόλοιπα όντα με αόρατα νήματα επιρροής και εξάρτησης. Ότι ασχέτως της απόστασης που χωρίζει τις πατρίδες μας ή τις γλώσσες που μιλάμε, ή το χρώμα του δέρματός μας, υποκύπτουμε στις ίδιες ασθένειες, μοιραζόμαστε τους ίδιους φόβους, πεθαίνουμε με τον ίδιο θάνατο. 
Ο ιός μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι όσο αδύναμοι και ευάλωτοι κι αν νιώθουμε μπροστά στον κίνδυνο, περιτριγυριζόμαστε επίσης από ανθρώπους που είναι πιο ευάλωτοι, και για τους οποίους η βοήθειά μας είναι απαραίτητη. Μας υπενθύμισε πόσο ευπαθείς είναι οι ηλικιωμένοι γονείς μας και πόσο έχουν ανάγκη την φροντίδα μας. Μας υπέδειξε ότι οι φρενήρεις ρυθμοί που κινούμαστε θέτουν σε κίνδυνο τον κόσμο μας. Και ανέδειξε ένα ερώτημα το οποίο σπανίως έχουμε το κουράγιο να κάνουμε στον εαυτό μας: Τι είναι ακριβώς αυτό για την αναζήτηση του οποίου συνεχίζουμε να αναλωνόμαστε;   Ο φόβος μήπως μολυνθούμε μας υπενθύμισε τις φωλιές όπου μεγαλώσαμε και όπου νιώθουμε ασφαλείς. Σε μια τέτοια περίσταση, ακόμα και οι πιο επιμελείς και ακούραστοι ταξιδιώτες θα αναζητήσουν κάποιο είδος σπιτιού. Την ίδια ώρα, μας αποκαλύφθηκαν θλιβερές αλήθειες – όπως ότι σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή κινδύνου, οι σκέψεις μας υποχώρησαν για άλλη μια φορά στο περιορισμένο και αποκλειστικό πεδίο των εθνών και των συνόρων.   
Σ' αυτούς τους δύσκολους καιρούς, έχουμε δει όλοι μας πόσο αδύναμη είναι στην πράξη η ιδέα μιας ευρωπαϊκής κοινότητας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εγκαταλείψει τον αγώνα, αναθέτοντας αποφάσεις ύψιστης κρισιμότητας στα εθνικά κράτη. Οι παλιοί σωβινισμοί έχουν επιστρέψει, φέροντας μαζί τους τον διαχωρισμό ανάμεσα σε «εμάς» και στους «ξένους» – με άλλα λόγια όλα αυτά εναντία στα οποία πολεμήσαμε τόσες δεκαετίες με την ελπίδα ότι δεν θα διαμορφώσουν ποτέ ξανά τη σκέψη μας. Ο φόβος του ιού μεταφέρει την αταβιστική πεποίθηση ότι πρέπει το φταίξιμο να πέσει στους ξένους, ότι αυτοί εισήγαγαν την απειλή. Στην Ευρώπη, ο ιός είναι «από αλλού». Εδώ στην Πολωνία, όποιος επιστρέφει από το εξωτερικό, θεωρείται ύποπτος. Ο ιός μας υπενθυμίζει ότι τα σύνορα ζουν και βασιλεύουν.   
Πολύ φοβάμαι επίσης ότι ο ιός θα μας θυμίσει έντονα μια άλλη παλιά αλήθεια: πόσο δεν είμαστε καθόλου ίσοι. Κάποιοι από μας θα πετάξουν με ιδιωτικά αεροπλάνα σε μακρινά νησιά ή σε πολυτελή καταφύγια στα βουνά, την ώρα που οι περισσότεροι θα παραμείνουν στις πόλεις, κάποιοι θα πρέπει να φροντίζουν για τη λειτουργία των σταθμών ηλεκτρικής ενέργειας, κάποιοι θα πρέπει να δουλεύουν στα καταστήματα ειδών πρώτης ανάγκης ή στα νοσοκομεία, ρισκάροντας τη ζωή τους. Κάποιοι θα βγάλουν χρήματα από την πανδημία και κάποιοι άλλοι θα χάσουν τα πάντα.   Πιστεύουμε ότι μένουμε σπίτι και διαβάζουμε βιβλία ή βλέπουμε τηλεόραση, αλλά στην ουσία, καθώς σιγά-σιγά συνειδητοποιούμε ότι τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο, προετοιμάζουμε τον εαυτό μας για τη μάχη που θα δοθεί με διακύβευμα μια νέα πραγματικότητα την οποία δεν μπορούμε καν να φανταστούμε... Μπροστά στα μάτια μας εξατμίζεται ο καπνός από το πολιτισμικό παράδειγμα που μας διαμόρφωσε τα τελευταία διακόσια χρόνια: ότι είμαστε οι πρωτομάστορες της δημιουργίας, ότι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, ότι ο κόσμος μας ανήκει. Μια νέα εποχή πλησιάζει.   

___________________________
Από το κείμενο της Όλγκα Τοκάρτσουκ που δημοσιεύτηκε στο New Yorker με τίτλο "A New World Through My Window" Απόδοση: Δ. Πολιτάκης * Τα βιβλία της Όλγκα Τοκάρτσουκ κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Πηγή: www.lifo.gr

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Λέων Τολστόϊ: Οι τελευταίες στιγμές ενός καταδίκου





Λέων Τολστόϊ


                   Οι τελευταίες στιγμές ενός καταδίκου


     O Θεός, ο οικτίρμων και πολυεύσπλαχνος…» άρχισε να λέει ο παπάς με πένθιμη, αργόσυρτη φωνή, βγάζοντας έναν βαθύ αναστεναγμό.
Ο Σβιέτλομπουργκ τον κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα από τρόμο.
«Δεν είναι δυνατόν!» κραύγασε άξαφνα, με λαχανιασμένη φωνή. «Δεν είναι δυνατόν να με καταδικάσανε σε… Είναι, λοιπόν, αλήθεια, παπά μου, ότι με καταδικάσανε σε θάνατο;»
«Ήρθα εδώ, τέκνο μου, με την ιδιότητα του αντιπροσώπου του Υψίστου, για να σε παρηγορήσω στις τελευταίες σου στιγμές, για να σου δείξω το δρόμο της σωτηρίας και της αλήθειας» αποκρίθηκε ο παπάς, με την ίδια πένθιμη και αργόσυρτη φωνή.
«Δεν χρειάζομαι τίποτα!...» φώναξε ο κατάδικος. «Δεν χρειάζομαι τίποτα! Θέλω να μείνω μόνος…» Χαμένες πήγανε οι προσπάθειες του παπά να πείσει τον μελλοθάνατο, ότι η παραμονή του στο κελί του θα του έκανε καλό. Ο Σβιέτλομπουργκ τον παρακάλεσε με τόση επιμονή να τον αφήσει μόνο, ώστε ο παπάς αποφάσισε στο τέλος να φύγει.
«Μην ξεχνάς, τέκνο μου», είπε, «ότι, όποια ώρα με χρειαστείς, είμαι πάντοτε στη διάθεσή σου»
«Ναι, ναι, ξέρω, παπά μου…» τραύλισε ο μελλοθάνατος. «Αργότερα, ίσως σε καλέσω. Μα τώρα θέλω να μείνω μόνος. Θέλω να μείνω μόνος!»
Μόλις ο παπάς έφυγε από το κελί, ο μελλοθάνατος έκλεισε τα μάτια του κι έπεσε στο στρώμα του. Δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει ότι επρόκειτο γι’ αυτόν, όπως επίσης δεν μπορούσε να πιστέψει πως ήταν φυλακισμένος, πως ο παπάς τον επισκέφθηκε πράγματι στο κελί του για να του ανακοινώσει ότι τον καταδικάσανε σε θάνατο.
«Θα βλέπω όνειρο, ένα κακό όνειρο!» σκέφτηκε. «Πρέπει να ξυπνήσω!»
Πήδησε από το στρώμα του κι έκανε μερικά βήματα στο κελί του.
Μα όχι, όχι! Δεν έβλεπε όνειρο! Ήταν ξυπνητός! Βρισκότανε στο κελί του, έβλεπε τους τέσσερις γυμνούς τοίχους, το ψηλό καγκελόφραχτο παράθυρο, τα’ απομεινάρια του φαγητού του.
Χαμένες πήγανε οι προσπάθειες του παπά να πείσει τον μελλοθάνατο, ότι η παραμονή του στο κελί του θα του έκανε καλό. Ο Σβιέτλομπουργκ τον παρακάλεσε με τόση επιμονή να τον αφήσει μόνο, ώστε ο παπάς αποφάσισε στο τέλος να φύγει.
«Μην ξεχνάς, τέκνο μου», είπε, «ότι, όποια ώρα με χρειαστείς, είμαι πάντοτε στη διάθεσή σου»
«Ναι, ναι, ξέρω, παπά μου…» τραύλισε ο μελλοθάνατος. «Αργότερα, ίσως σε καλέσω. Μα τώρα θέλω να μείνω μόνος. Θέλω να μείνω μόνος!»
Μόλις ο παπάς έφυγε από το κελί, ο μελλοθάνατος έκλεισε τα μάτια του κι έπεσε στο στρώμα του. Δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει ότι επρόκειτο γι’ αυτόν, όπως επίσης δεν μπορούσε να πιστέψει πως ήταν φυλακισμένος, πως ο παπάς τον επισκέφθηκε πράγματι στο κελί του για να του ανακοινώσει ότι τον καταδικάσανε σε θάνατο.
«Θα βλέπω όνειρο, ένα κακό όνειρο!» σκέφτηκε. «Πρέπει να ξυπνήσω!»
Πήδησε από το στρώμα του κι έκανε μερικά βήματα στο κελί του.
Μα όχι, όχι! Δεν έβλεπε όνειρο! Ήταν ξυπνητός! Βρισκότανε στο κελί του, έβλεπε τους τέσσερις γυμνούς τοίχους, το ψηλό καγκελόφραχτο παράθυρο, τα’ απομεινάρια του φαγητού του.
«Θα πεθάνω λοιπόν;» αναρωτήθηκε ο Σβιέτλομπουργκ, ρίχνοντας γύρω του ένα βλέμμα αγωνίας. «Θα πεθάνω, θα εξαφανιστώ από τον κόσμο; Μα είναι δυνατόν να πάψω να ζω; Τι θα γίνει ο κόσμος από τη στιγμή που θα πάψω ν’ αναπνέω εγώ; Δεν είναι δυνατόν να γίνει αυτό, δεν είναι δυνατόν!»
Όρμησε στην πόρτα του κελιού του και άρχισε να τη χτυπάει με τις γροθιές και με τα πόδια φωνάζοντας «Δεσμοφύλακα! Δεσμοφύλακα!»
Ένα χέρι παραμέρισε το κουρτινάκι που σκέπαζε το μικρό παράθυρο της πόρτας. Και στο άνοιγμά του παρουσιάστηκε η παγερή και αδιάφορη φυσιογνωμία του δεσμοφύλακα.
«Θέλω να δω τον επιστάτη των φυλακών!» του είπε ο μελλοθάνατος.
Το κουρτινάκι ξανάπεσε. Σε λίγο, άνοιγε η πόρτα του κελιού κι έμπαινε μέσα ο επιστάτης.
«Είναι αλήθεια πως με καταδίκασαν σε θάνατο;» τον ρώτησε με απότομο ύφος ο κατάδικος.
«Δεν ξέρω τίποτα!» αποκρίθηκε ο επιστάτης. «Με θέλεις τίποτ’ άλλο;»
«Όχι» τραύλισε ο Σβιέτλομπουργκ.
«Καληνύχτα λοιπόν»
Και ο επιστάτης ξανάκλεισε την πόρτα πίσω του.
Μόλις ο Σβιέτλομπουργκ έμεινε μόνος του στο κελί, μια άγνωστη δύναμη τον έσπρωξε να καθίσει στο στρώμα του και ν’ αρχίσει να γράφει ένα γράμμα στο κορίτσι που αγαπούσε και κείνο, αδιάφορο αν διαφωνούσανε στις πολιτικές πεποιθήσεις. Στην τελευταία αυτή επιστολή, ο κατάδικος προσπαθούσε ν’ αποδείξει στην αγαπημένη του γιατί έλαβε μέρος στο επαναστατικό κίνημα της Ρωσίας και γιατί πέθαινε με τη συνείδηση ήσυχη ότι έκανε το καθήκον του απέναντι του καταδυναστευομένου λαού.
Αφού σφράγισε το γράμμα, ο Σβιέτλομπουργκ άνοιξε ένα Ευαγγέλιο, που του το έδωσε ο επιστάτης και άρχισε να το ξεφυλλίζει, διαβάζοντας εδώ κ’ εκεί διάφορες περικοπές. Άλλοτε, όταν ολόκληρη τη σκέψη του την απασχολούσε η οργάνωση του επαναστατικού κινήματος, δεν έδινε ποτέ προσοχή στα ιερά βιβλία. Σώρα όμως, που του δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσει το Ευαγγέλιο, μέσα στη μόνωση του κελιού του, βρήκε σ’ αυτό πολλές αλήθειες που του προξένησαν κατάπληξη με τη δύναμη και την παραστατικότητά τους. Ιδιαιτέρως του άρεσαν τα σημεία εκείνα, στα οποία γινότανε λόγος για τον θάνατο και τη μέλλουσα ζωή…
Πέρασε έτσι κάμποση ώρα. Σο Ευαγγέλιο έπεσε, ξαφνικά, απ’ τα χέρια του Σβιέτλομπουργκ. Και ο μελλοθάνατος, γέρνοντας το κεφάλι του στο σκληρό προσκέφαλό του, έπεσε σ’ έναν βαθύ ύπνο… Η τελευταία σκέψη που έκανε, πριν κλείσει τα μάτια του, ήταν πολύ παρηγορητική: Φαντάστηκε πως ή θα του έδιναν χάρη ή θα ερχόντουσαν οι σύντροφοί του να τον γλιτώσουν από τα χέρια των δημίων του.
Θα ήταν η ώρα έξι το πρωί, όταν ο Σβιέτλομπουργκ ξύπνησε απότομα από ένα παράξενο θόρυβο. Ανακάθισε στο στρώμα του, τέντωσε τ’ αυτί του και ξεχώρισε κρότο πολλών βημάτων. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά… Ένα κλειδί μπήκε στην κλειδαρότρυπα της πόρτα του κελιού. Ένα παραπονετικό τρίξιμο ακούστηκε, η θύρα άνοιξε και μπήκανε μέσα ο επιστάτης των φυλακών, ακολουθούμενος από δυο μουζίκους, τους βοηθούς του δημίου, τρεις στρατιώτες και τον παπά.
«Ντύσου!» είπε ο επιστάτης στον κατάδικο, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει στα μάτια.
Ο Σβιέτλομπουργκ υπάκουσε σαν μικρό παιδάκι. Ένοιωθε ένα σιδερένιο χέρι να του σφίγγει το λαιμό κ’ ένα ανυπόφορο πόνο στην καρδιά. Ωστόσο, το θεώρησε περιττό να κλάψει, να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί, γιατί είχε ακόμα τη βεβαιότητα πως δεν ήταν δυνατό να τον θανατώσουν, αφού δεν είχε βλάψει κανένα!
Ανέβηκαν όλοι μαζί σ’ ένα κάρο, που περίμενε έξω από τις φυλακές, και ξεκίνησαν για τον τόπο της εκτελέσεως.
Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό του Μαΐου. Η φύση όλη έλαμπε και γελούσε από τη χαρά της.
Ο Σβιέτλομπουργκ κοίταζε τους διαβάτες που του έριχναν βλέμματα περιφρονήσεως και οργής —ενώ το κάρο περνούσε από τους δρόμους της μικρής πολιτείας— και ξαφνικά, έκανε χωρίς να το θέλει την εξής σκέψη:
«Γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι με κοιτάνε τώρα με τόσο μίσος;… Τι κακό τους έκανα; Ο τσάρος με καταδίκασε σε θάνατο, επειδή αγωνιζόμουν για το καλό αυτών των ανθρώπων κι αυτοί με κοιτάζουν τώρα περιφρονητικά, χωρίς να εκτιμούν τη θυσία μου… Υπήρχε κανένας λόγος να θυσιαστώ γι’ αυτούς τους αχάριστους;
Το κάρο εξακολουθούσε να προχωρεί.
Στα παράθυρα των σπιτιών παρουσιαζόντουσαν διάφοροι περίεργοι, για να δουν τον μελλοθάνατο. Μερικοί από αυτούς έκαναν το σταυρό τους. Μα οι περισσότεροι, του έριχναν ένα βλέμμα αδιαφορίας και ξανάμπαιναν μέσα, κλείνοντας με δύναμη το παράθυρο.
Ξαφνικά τα βλέμματα του Σβιέτλομπουργκ συναντήθηκαν με τις τρομαγμένες ματιές ενός μικρού παιδιού, που στεκότανε δίπλα στη μητέρα του, στη γωνιά ενός δρόμου. Ο μελλοθάνατος χαμογέλασε στο μικρό και του έστειλε έναν χαιρετισμό με μια κίνηση του χεριού του… Ο μικρός ξεθαρρεύτηκε και του χαμογέλασε και αυτός. Σο αφελές χαμόγελο του έκανε την ψυχή του ΢βιέτλομπουργκ να πλημμυρίσει από αγαλλίαση…
Όταν η θλιβερή συνοδεία έφτασε τέλος, στον τόπο της εκτελέσεως, κατέβασαν τον κατάδικο από το κάρο. Σο πρώτο πράγμα που είδε τότε μπροστά του ο μελλοθάνατος, ήταν μια αγχόνη, στημένη λίγο παραπέρα. Σο θέαμα αυτό ερέθισε τον αποκοιμισμένο κάπως πόνο του. Ο ΢βιέτλομπουργκ ανατρίχιασε σύγκορμος… Ψστόσο, δεν άργησε να ξαναβρεί την ψυχραιμία του και άρχισε να προσεύχεται. Σα χείλη του αναδευόντουσαν με νευρικές κινήσεις.
«Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς…»
Σην προσευχή αυτή του την είχαν μάθει όταν ήταν μικρό παιδάκι και την ξαναθυμήθηκε τώρα τελευταία, στη φυλακή, διαβάζοντας ένα παλιό θρησκευτικό βιβλίο.
«Γεννηθήτω το θέλημά σου, ως εκ ουρανώ και επί της γης…»
Ο ΢βιέτλομπουργκ δεν είχε πιστέψει ποτέ στα θεία. ΢υνήθιζε, μάλιστα, να κοροϊδεύει τους ανθρώπους που έδειχναν υπερβολική θρησκευτική πίστη. Και τώρα ακόμα, στις υπέρτατες αυτές στιγμές της ζωής του, εξακολουθούσε να μην πιστεύει σε Θεό, γιατί δεν μπορούσε να κατανοήσει το μεγαλείο της ανώτατης αυτής δυνάμεως. Μα ήταν τόσο βαθειά ταραγμένες, ώστε ένοιωθε την ανάγκη ν’ απευθυνθεί σε κάποιον, να πει σε κάποιον τον πόνο του. Και γι’ αυτό η προσευχή βγήκε αυθόρμητα από τα χείλη του!
Οι βοηθοί του δημίου έπιασαν τον μελλοθάνατο κάτω από τις μασχάλες και τον βοήθησαν ν’ ανέβει στην πρόχειρη εξέδρα, στην οποία ήταν στημένη η αγχόνη. Ο παπάς τους ακολούθησε, κρατώντας ένα σταυρό στο τρεμάμενο χέρι του. Πλησίασε τον κατάδικο, ακούμπησε σχεδόν το σταυρό στο μέτωπό του και άρχισε να ψιθυρίζει μια προσευχή.
«Άφησε, παπά μου, άφησε!...» του είπε ο Σβιέτλομπουργκ, χαμογελώντας μελαγχολικά. «Εσύ πιστεύεις, εγώ δεν πιστεύω. Εξάλλου, δεν έχω ανάγκη να πιστεύω. Δεν χρειάζομαι πια τίποτα αυτή τη στιγμή…»
Ωστόσο, ο παπάς εξακολούθησε:
«Ο Θεός ο οικτίρμων και πολυεύσπλαχνος…»
«Ευχαριστώ, παπά μου!» τον διέκοψε και πάλι ο μελλοθάνατος. «Σ’ ευχαριστώ, παπά μου, από τα βάθη της καρδιάς μου…»
Άρπαξε ύστερα ξαφνικά το χέρι του παπά, το ‘σφιξε με δύναμη, τον φίλησε και ύστερα γύρισε αλλού το κεφάλι του.
Την ίδια στιγμή, ένας χωρικός με κοντή κόκκινη γενειάδα, πλησίασε τον Σβιέτλομπουργκ, με ύφος πολυάσχολου ανθρώπου. Οι ψηλές μπότες του έτριζαν πάνω στα σανίδια της εξέδρας. Φωρίς να πει τίποτα, βγάζοντας μονάχα από το ανοιχτό στόμα του μια ανυπόφορη μυρωδιά κρασίλας, άρπαξε τον μελλοθάνατο, με τα ιδρωμένα χέρια του, από τα μπράτσα, κάτω από τους αγκώνες, και του τα ‘σφιξε με τόση δύναμη, ώστε τον έκανε να ξεφωνίσει από τον πόνο. Κατόπιν, ο μεθυσμένος χωρικός δίπλωσε τα μπράτσα του ΢βιέτλομπουργκ πίσω από τις πλάτες του και του τα έδεσε μ’ ένα σχοινί. Ο κατάδικος θέλησε να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί, να πει ότι δεν υπήρχε λόγος να τον μεταχειρίζονται με τόση βαναυσότητα. Μα δεν πρόφτασε ν’ ανοίξει το στόμα του. Ο δήμιος —γιατί αυτός ήταν ο μεθυσμένος μουζίκος με την κόκκινη γενειάδα— τον ανάγκασε να κάνει δυο βήματα μπροστά.
Ο κατάδικος κατάλαβε τότε πως έφτασε το τέλος του. Και ξαναδοκίμασε την εντύπωση που ένοιωσε και όταν άκουγε την καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου, ότι δηλαδή ζούσε τότε τις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής του. Δεν είχε όμως, ακόμα, σαφή συναίσθηση τι επρόκειτο να γίνει — ή, μάλλον, δεν τολμούσε να το φανταστεί.
Η τελευταία φράση που θυμήθηκε και ψιθύρισε τη στιγμή αυτή, ήταν:
«Εις σε παραδίδωμι το πνεύμα μου…»
Διαισθανότανε, ότι σε λίγο θα γινότανε μια τρομακτική αλλαγή στη ζωή του, μια αλλαγή την οποία καμιά δύναμη στον κόσμο δεν θα μπορούσε να την μαλακώσει ή να την αποτρέψει…
Παρ’ όλες όμως τις εντατικές, τις οδυνηρές προσπάθειές του, δεν μπορούσε να κατανοήσει τη σημασία αυτής της αλλαγής.
Η αλήθεια είναι, ότι η σκέψη του δεν έβρισκε τίποτα το τρομερό στο θάνατο. Μα το ένστικτό του, οι πλούσιοι χυμοί που κυκλοφορούσανε στο νεανικό άλκιμο σώμα του, δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι ήταν δυνατόν να κοπεί απότομα το νήμα που τους συγκρατούσε με τον ήλιο, με τον αέρα, με τη χαρά της ζωής.
Και ολόκληρη η ύπαρξη του Σβιέτλομπουργκ επάλευε απεγνωσμένα κατά του θανάτου ως την τελευταία της στιγμή…
Και όταν έφτασε η τελευταία αυτή στιγμή, όταν ο δήμιος πέρασε τη θηλειά από το λαιμό του καταδίκου και τον έσπρωξε ύστερα στο κενό, ο Σβιέτλομπουργκ έβγαλε ένα σπαραχτικό ξεφωνητό κι έκανε ν’ απλώσει τα χέρια του. Μα τα χέρια του ήσαν δεμένα πισθάγκωνα και δεν μπορούσε να πιάσει το σιδερένιο χέρι που τον έσφιγγε από τον λαιμό!...
Ο δήμιος τον έσπρωξε για μια ακόμα φορά στο κενό…
Μια δυνατή καμπανοκρουσία αντήχησε τότε στ’ αυτιά του Σβιέτλομπουργκ. Σο κεφάλι του πλημμύρισε αίμα. Σο σιδερένιο χέρι του έσφιξε το λαιμό με υπεράνθρωπη δύναμη και, ξαφνικά, ο κατάδικος δοκίμασε μια αίσθηση χαράς και λυτρωμού!
Ο δήμιος θέλοντας να βεβαιωθεί ότι εξετέλεσε καλά το καθήκον του, κρεμάστηκε από τα πόδια του πτώματος και τα τράβηξε απότομα προς τα κάτω. Έμεινε έτσι ικανοποιημένος από τον εαυτό του, γιατί εξακρίβωσε πως ο κατάδικος πέθανε χωρίς να υποφέρει πολύ. Μακάρι να ήσαν όλοι οι δήμιοι τόσο ευσυνείδητοι στη δουλειά τους. Μακάρι…
Ύστερ’ από μια ώρα, κατέβασαν το πτώμα από την αγχόνη και το μετέφεραν σ’ ένα κοιμητήριο, στο οποίο δεν πατούσε ποτέ το πόδι του παπάς, σ’ ένα κοιμητήριο στο οποίο έθαβαν μονάχα τους επαναστάτες, τους εγκληματίες και τους αυτόχειρες.