Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Ο Μαγικός Μπόρχες !!!

 


 Επεισόδιο του εχθρού
 
     Τόσα και τόσα χρόνια καταδίωξη και αναμονή και επιτέλους ο εχθρός ήρθε στο σπίτι μου. Απ’ το παράθυρο τον είδα ν’ ανηφορίζει με κόπο το απότομο μονοπάτι του λόφου. Στηριζόταν σ’ ένα ραβδί, ένα βαρύ ραβδί που στα γέρικα χέρια του δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί όπλο, παρά μονάχα απλό μπαστούνι. Ταράχτηκα μόλις άκουσα αυτό που περίμενα: το αδύναμο χτύπημα στην πόρτα. Κοίταξα με κάποια νοσταλγία το δυσανάγνωστο και μισοτελειωμένο μου χειρόγραφο και την πραγματεία του Αρτεμίδωρου περί ονείρων, ένα βιβλίο κάπως παράταιρο μέσα εδώ, αφού ελληνικά δεν ξέρω. Κι άλλη χαμένη μέρα, σκέφτηκα. Παιδεύτηκα με το κλειδί. Φοβήθηκα ότι ο άνθρωπος αυτός θα σωριαζότανε, έκανε όμως λίγα βήματα  τρικλίζοντας, πέταξε το ραβδί, που δεν το ξαναείδα πια, και σωριάστηκε στο κρεβάτι μου εξαντλημένος. Η αδημονία μου τον είχε αναπαραστήσει πολλές φορές, μα μόνο τότε παρατήρησα πως έμοιαζε τόσο πολύ, σαν να ‘τανε αδέλφια, με την τελευταία προσωπογραφία του Λίνκολν. Θα πρέπει να ήταν τέσσερις το απόγεμα.
     Έσκυψα από πάνω του έτσι που να μ’ ακούει.
     «Καθένας πιστεύει ότι τα χρόνια περνάνε μόνο γι’ αυτόν», του είπα, «αλλά περνούν και για όλους τους άλλους. Εδώ ανταμώνουμε εντέλει κι ό,τι και να ‘γινε παλιά δεν έχει πια καμιά σημασία».
     Όσο μιλούσα ξεκούμπωνε την καμπαρντίνα του. Το δεξί του χέρι ήταν στην τσέπη του παλτού του. Κάτι με σημάδευε και ένιωθα πως ήταν ένα περίστροφο.
     Μου είπε τότε με σταθερή φωνή.
     «Για να μπω στο σπίτι σου, κατέφυγα στον οίκτο σου. Τώρα είσαι στο έλεός μου και είμαι ανελέητος».
     Κάτι προσπάθησα να πω. Δεν είμαι χεροδύναμος άνθρωπος και μόνο τα θα μπορούσαν να με σώσουν. Κατάφερα να πω:
     «Είναι γεγονός πως πριν από πολλά χρόνια φέρθηκα άσκημα σ’ ένα παιδί, όμως τώρα, ούτε εσύ είσαι πια εκείνο το παιδί, ούτε κι εγώ εκείνος ο ανόητος. Άλλωστε, η εκδίκηση δεν είναι λιγότερο μάταιη και γελοία απ’ τη συγγνώμη».
     «Ακριβώς επειδή δεν είμαι πια εκείνο το παιδί», μου αποκρίθηκε, θα σε σκοτώσω. Δεν πρόκειται για εκδίκηση, παρά για πράξη δικαιοσύνης. Τα επιχειρήματά σου, Μπόρχες, είναι απλώς επινοήματα του φόβου σου, για να μη σε σκοτώσω. Μα δεν μπορείς να κάνεις τίποτα».
     «Κάτι μπορώ να κάνω», του απάντησα.
     «Τι πράγμα;» με ρώτησε.
     «Να ξυπνήσω».
     Και αυτό έκανα.

                                                      Χόρχε Λουίς Μπόρχες
                                                                    
_______________________________

Από τη συλλογή: ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΩΝ ΤΙΓΡΕΩΝ, 1972. Μετάφραση από τα ισπανικά Δημήτρης Καλοκύρης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: