Πέμπτη 19 Αυγούστου 2021

Ο ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΠΟΥΣΚΙΝ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

 


     Ο Αλεξάντρ Πούσκιν (1799-1837) δεν … κοίταξε καθόλου τη δουλειά του! Αλλά ούτε και τη ζωή του που τη θυσίασε στα 38 του χρόνια, για την τιμή της πολυέξοδης και άστατης συζύγου του, μονομαχώντας με έναν πολύ έμπειρο περί τα όπλα αντίπαλο. Ευγενής στην καταγωγή και προικισμένος με μια σπάνια λογοτεχνική φλέβα εκτός από ένα μεγάλο για το σύντομο βίο του, έργο που άφησε, υπηρέτησε με πάθος τα απελευθερωτικά κινήματα των αρχών του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα αυτό της Ελλάδας που το υποστήριξε με ζέση και χρήματα. Δεν δίστασε μάλιστα να καταχερίσει τους Φιλικούς για αναβλητικότητα και καθυστερήσεις ή να εκφράσει τη διαφωνία του για την επιλογή του Αλέξανδρου Υψηλάντη ως επικεφαλής των εξεγερμένων. Θεωρείται ως ο πατέρας των ρωσικών γραμμάτων για τον οποίο ο Μαξίμ Γκόρκι έλεγε: «για μας τους Ρώσους ο Πούσκιν είναι η αρχή κάθε αρχής» και εκτός των μεγάλων του έργων «Μπόρις Γκοντούνοφ» και «Ευγένιος Ονέγκιν» έγραψε και μερικά καταπληκτικά διηγήματα ένα εκ των οποίων σχετίζεται άμεσα με την ελληνική επανάσταση και το οποίο το πληκτρολόγησα για να σας το παραθέσω:

 

Κιρτζαλή

 

     Ο Κιρτζαλή ήταν βούλγαρος στην καταγωγή. Κιρτζαλή στην τουρκική γλώσσα σημαίνει παλικάρι, γενναίος. Το πραγματικό του όνομα δεν το γνωρίζω.

     Ο Κιρτζαλή με τις ληστείες του τρομοκρατούσε όλη τη Μολδαβία. Για να δώσω μια ιδέα γι αυτόν, θα διηγηθώ ένα από τα κατορθώματά του. Κάποια νύχτα αυτός και ο αρναούτης (αρβανίτης παλικαράς) Μιχαηλάκη χτύπησαν μαζί ένα βουλγάρικο χωριό. Έβαλαν φωτιά από τη μια και την άλλη άκρη και άρχισαν να περνάνε από κονάκι σε κονάκι. Ο Κιρτζαλή έσφαζε και ο Μιχαηλάκη κουβαλούσε λάφυρα. Και οι δυο τους φώναζαν: «Κιρτζαλή! Κιρτζαλή!». Όλο το χωριό σκόρπισε στα κατσάβραχα.

     Τότε που ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κήρυξε την εξέγερση και άρχισε να μαζεύει στρατό, ο Κιρτζαλή του παρουσίασε πολλούς από τους παλιούς συντρόφους του. Δεν ήξεραν καλά-καλά τους σκοπούς της Φιλικής εταιρίας, μα ο πόλεμος τους φάνηκε σα μια ευκαιρία να πλουτίσουν εις βάρος των τούρκων, ίσως και των μολδαβών, -- κι αυτό τους φαινόταν σίγουρο.

     Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης είχε προσωπική παλικαριά, μα δεν είχε τ’ απαιτούμενα προσόντα για να παίξει το ρόλο που είχε αναλάβει με τόση φλόγα και τόση αποκοτιά. Δεν ήξερε να επιβάλει πειθαρχία στους άντρες που υποχρεώθηκε να διοικήσει. Δεν του είχαν ούτε σεβασμό ούτε εμπιστοσύνη. Ύστερα από την ήττα του Ιερού Λόχου στο Δραγατσάνι όπου χάθηκε το άνθος της ελληνικής νεολαίας ο Γιωργάκης Ολύμπιος τον συμβούλεψε ν’ αποσυρθεί και πήρε αυτός ο ίδιος τη θέση του. Ο Υψηλάντης έφυγε στ’ αυστριακά σύνορα και από κει αναθεμάτισε τους άντρες του χαρακτηρίζοντάς τους απείθαρχους δειλούς και φαύλους. Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς τους δειλούς και τους φαύλους χάθηκαν πίσω από τα τείχη της μονής Σέκου ή στις όχθες του Προύθου σε μια άμυνα χωρίς ελπίδα ενάντια σε δεκαπλάσιο εχθρό.

     Ο Κιρτζαλή βρισκόταν στο σώμα του Γεώργιου Καντακουζηνού που γι αυτόν μπορούμε να επαναλάβουμε τα ίδια που είπαμε για τον Υψηλάντη. Την παραμονή της μάχης στο Σκουλένι ο Καντακουζηνός ζήτησε από τη ρωσική διοίκηση να μπει στην καραντίνα μας (ρωσική επικράτεια). Το σώμα έμεινε χωρίς αρχηγό μα ο Κιρτζαλή, ο Σοφιανός, ο Κοντογώνης κι άλλοι δεν είχαν καμιά ανάγκη από αρχηγό.

     Φαίνεται πως κανείς δεν έχει περιγράψει τη μάχη στο Σκουλένι σ’ όλη της τη συγκινητική πραγματικότητα. Φανταστείτε εφτακόσιους άντρες αρναούτηδες, αλβανούς, έλληνες, βούλγαρους και κάθε καρυδιάς καρύδι, χωρίς ιδέα από πολεμική τέχνη και σε υποχώρηση μπροστά σε δεκαπέντε χιλιάδες τούρκους καβαλάρηδες. Το σώμα αυτό συμπιέστηκε στην όχθη του Προύθου με δυο μικρά κανόνια που είχαν βρεθεί στο Ιάσιο, στην αυλή του Οσποδάρου (του Οθωμανού αξιωματούχου) και που με αυτά έριχναν στις ονομαστικές εορτές. Οι τούρκοι θα ήταν ευχαριστημένοι να ντουφεκάνε, μα δεν μπορούσαν χωρίς την άδεια της ρωσικής διοίκησης: οι σφαίρες σίγουρα θα έφταναν στη δική μας όχθη. Ο διοικητής της καραντίνας, σαράντα χρόνια στο στρατό, δεν έχει ποτέ του ακούσει σφαίρα να σφυρίζει, μα εδώ ο θεός του έδωσε την ευκαιρία ν’ ακούσει. Σφύριζαν κάμποσες κοντά στ’ αφτιά του. Το γεροντάκι θύμωσε και κατσάδιασε γι  αυτό τον ταγματάρχη Οχότσκη του πεζικού συντάγματος που βρισκόταν κοντά στην καραντίνα. Ο ταγματάρχης, μη ξέροντας τι να κάνει, έτρεξε στο ποτάμι όπου φοβέρισε με το δάχτυλο τους τούρκους καβαλάρηδες μιας ομάδας αναγνώρισης στην άλλη όχθη του ποταμού. Οι καβαλάρηδες τον είδαν, πισωγύρισαν με καλπασμό παρασύροντας ολόκληρο το τούρκικο απόσπασμα.

     Την άλλη μέρα ωστόσο οι τούρκοι χτύπησαν τους επαναστάτες. Δεν τολμούσαν να χρησιμοποιήσουν ούτε σφαίρες, ούτε οβίδες, και γι αυτό είχαν αποφασίσει, παρά τη συνήθειά τους, να δράσουν με τα γιαταγάνια τους. Η μάχη ήταν σκληρή, τα γιαταγάνια θέριζαν. Οι τούρκοι χρησιμοποιούσαν και λόγχες για πρώτη φορά, οι λόγχες αυτές ήταν ρωσικές γιατί στις τάξεις  των τούρκων πολεμούσαν και Νεκρασόφτσκι (μέλη θρησκευτικής οργάνωσης διωγμένοι από τον τσάρο). Οι επαναστάτες μπορούσαν με την άδεια του τσάρου μας να περάσουν τον Προύθο και να καταφύγουν στην καραντίνα μας. Άρχισαν να διαπεραιώνονται. Ο Κοντογόνης και ο Σοφιανός έμειναν τελευταίοι στην τούρκικη όχθη. Ο Κιρτζαλή λαβωμένος την παραμονή βρισκόταν κιόλας στη ρωσική καραντίνα. Ο Σοφιανός σκοτώθηκε. Ο Κοντογόνης, ένας πολύ παχύς άνθρωπος, λαβώθηκε με λόγχη στην κοιλιά. Με το ένα χέρι σήκωσε ψηλά το γιαταγάνι του με το άλλο έπιασε την εχθρική λόγχη, την έχωσε πιο βαθιά στην κοιλιά του και έτσι μπόρεσε με το γιαταγάνι του να φτάσει και να χτυπήσει το φονιά του, και σωριάστηκαν κάτω μαζί.

     Όλα είχαν τελειώσει. Οι Τούρκοι έμειναν νικητές. Η Μολδαβία καθαρίστηκε. Εξακόσιοι περίπου αρναούτηδες σκόρπισαν στη Βεσαραβία, δεν ήξεραν τι να κάνουν για να επιζήσουν, ωστόσο ήταν ευχαριστημένοι από τη Ρωσία που τους προστάτεψε. Δεν έκαναν καμιά δουλειά, αλλά και η διασκέδαση-διασκέδαση. Μπορούσε να τους βλέπει κανείς στα καφενεία της μισοτούρκικης Βεσαραβίας, με τις μακριές τσιμπούκες στο στόμα, να πίνουν τον τούρκικο καφέ τους σε μικρά φλιτζάνια. Οι κοντές βέστες με τα σιρίτια και τα κόκκινα μυτερά τσαρούχια είχαν αρχίσει να λιώνουν, μα το κόκκινο φέσι με τη φούντα ήτανε πάντα φορεμένο στραβά, και τα γιαταγάνια και οι κουμπούρες ξέβγαιναν από τα πλατιά ζουνάρια. Κανένας τους δεν παραπονιόταν. Κανενός δεν πήγαινε το μυαλό πως οι ήσυχοι αυτοί φουκαράδες ήταν οι πασίγνωστοι κλέφτες της Μολδαβίας, οι σύντροφοι του τρομερού Κιρτζαλή και πως αυτός ο ίδιος ήταν ανάμεσά τους.

     Ο τούρκος πασάς που είχε έδρα στο Ιάσιο τα ήξερε αυτά και με διαπραγματεύσεις ζήτησε από τη ρωσική διοίκηση την παράδοσή του.

     Η αστυνομία άρχισε να τον αναζητεί. Μαθεύτηκε πως ο Κιρτζαλή βρισκόταν πραγματικά στο Κισινόφ. Τον έπιασαν στο σπίτι ενός φευγάτου από το μοναστήρι του καλόγερου, ένα βράδι την ώρα που έτρωγε στα σκοτεινά με εφτά συντρόφους του. Ύστερα από στενή παρακολούθηση δεν μπόρεσε να κρύψει την αλήθεια και ομολόγησε πως αυτός είναι ο Κιρτζαλή. «Μα πρόσθεσε, από τη μέρα που πέρασα τον Προύθο δεν πείραξα ούτε μια τρίχα από ξένο βιός, δεν πρόσβαλα ούτε και τον τελευταίο τσιγγάνο. Για τους τούρκους για τους μολδαβούς, για τους βλάχους, εγώ είμαι βέβαια ένας ληστής μα για τους ρώσους είμαι φιλοξενούμενός τους. Τότε που ο Σοφιανός μόλις ξόδεψε όλα τα μπαρουτόβολα, ήρθε σε μας στην καραντίνα και, για να φτιάξει τα τελευταία βόλια, πήρε από τους λαβωμένους κουμπιά, αλυσιδίτσες και τις λαβές από τα γιαταγάνια, ενώ του έδωσα είκοσι μπεσλίκια και έμεινα πανί με πανί. Μάρτυς μου ο θεός –εγώ ο Κιρτζαλή ζούσα με ελεημοσύνες! Για πιο λόγο τώρα οι ρώσοι με παραδίδουν στους εχθρούς μου;».

     Και ο Κιρτζαλή σώπασε»: περίμενε ν’ αποφασίσουν για την τύχη του.

     Δεν περίμενε πολύ. Η διοίκηση που δεν ήταν υποχρεωμένη να κρίνει τους ληστές από τη ρομαντική δική τους άποψη και πιστεύοντας πως η τουρκική αξίωση είναι βάσιμη έδωσε εντολή να μεταφέρουν τον Κιρτζαλή στο Ιάσιο.

     Ένας άνθρωπος με μυαλό και καρδιά, άγνωστος τότε νεαρός υπάλληλος μα σε σπουδαία σήμερα θέση μου έκανε μια ζωντανή περιγραφή της αναχώρησης του Κιρτζαλή.

     Μπροστά στην πόρτα της φυλακής περίμενε μια ταχυδρομική καρότσα μία από τις τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη του 1821. Εβραίοι χασομέρηδες, σέρνοντας τις παντόφλες τους, αρναούτηδες με τα γραφικά κουρέλια τους, λυγερές μολδαβές με τα μαυρομάτικα παιδάκια τους στην αγκαλιά έζωσαν την καρότσα. Οι άντρες παρακολουθούσαν αμίλητοι, οι γυναίκες περίμεναν λες κάτι, σαν καθισμένες στα κάρβουνα.

     Η πόρτα άνοιξε και βγήκαν στο δρόμο δυο τρεις αξιωματικοί της αστυνομίας, πίσω τους δυο στρατιώτες έβγαλαν αλυσοδεμένο τον Κιρτζαλή.

     Φαινόταν τριαντάρης. Τα χαρακτηριστικά στο μελαψό πρόσωπό του ήταν κανονικά και αυστηρά. Ήταν υψηλόσωμος με φαρδιές πλάτες και γενικά όλα του έδειχναν άνθρωπο με ασυνήθιστη σωματικά δύναμη. Ένα πολύχρωμο τουρμπάνι, φορεμένο στραβά, σκέπαζε το κεφάλι του. Μια πλατιά ζώνη έσφιγγε τη λεπτή μέση του. Ένας ντουλαμάς από μπλε χοντρή τσόχα, μια πουκαμίσα(φουστανέλα) με φαρδιές σούρες ως τα γόνατα, και όμορφα τσαρούχια συμπλήρωναν τη φορεσιά του. Το ύφος του ήταν αγέρωχο και ήρεμο.

     Ένας από τους υπαλλήλους της φυλακής –ροδοκόκκινο γεροντάκι με ξεθωριασμένη στολή όπου κρεμόντουσαν τρία κουμπιά, τσίμπησε με τα κασιτέρενα ματογυάλια του ένα κατακόκκινο καρούμπαλο που του χρησίμευε για μύτη, ξεδίπλωσε ένα χαρτί, και, μιλώντας με τη μύτη, άρχισε να διαβάζει –ήταν γραμμένο στα μολδαβικά. Πότε-πότε κοίταζε αγέρωχα το δεμένο Κιρτζαλή –ήταν φανερό πως αυτόν αφορούσε το χαρτί. Ο Κιρτζαλή τον άκουγε με προσοχή. Ο υπάλληλος τελείωσε το διάβασμα, δίπλωσε το χαρτί, πρόγγηξε τον κόσμο να μεριάσει για να περάσει η καρότσα που είχε προστάξει να πλησιάσει. Τότε ο Κιρτζαλή γύρισε και του είπε δυο λόγια στα μολδαβικά, η φωνή του έτρεμε, το πρόσωπό του άλλαξε, άρχισε να κλαίει και έπεσε στα πόδια του αστυνομικού υπαλλήλου. Οι αλυσίδες του βρόντηξαν. Ο υπάλληλος τρόμαξε και έκανε απότομα ένα βήμα πίσω. Οι στρατιώτες δοκίμασαν να σηκώσουν τον Κιρτζαλή μα κείνος σηκώθηκε μόνος του, μάζεψε τις αλυσίδες του, τράβηξε για την καρότσα και φώναξε: «Χάιντα!»(Εμπρός!). Ένας χωροφύλακας κάθισε δίπλα του, ο μπλδαβός αμαξάς έτριξε στον αέρα το καμουτσί και η καρότσα ξεκίνησε.

     --Τι σας είπε ο Κιρτζαλή ρώτησε ο νεαρός υπάλληλος τον αστυνομικό.

     --Μου ζήτησε, άκου, απάντησε γελώντας ο αστυνομικός, να φροντίσω για τη γυναίκα του και το παιδάκι τους που μένουν σ’ ένα βουλγάρικο χωριό, κοντά στο Κίλια. Φοβάται να μην πάθουν τίποτα κι αυτοί εξαιτίας του. Χαμένος κόσμος.

     Η αφήγηση του νεαρού υπαλλήλου με κατασυγκίνησε. Λυπήθηκα πολύ τον Κιρτζαλή. Πολύ καιρό δεν έμαθα τίποτα για την τύχη του. Πολλά χρόνια αργότερα συνάντησα το νεαρό υπάλληλο. Μιλήσαμε για τα περασμένα.

     --Τι έγινε ο φίλος σας ο Κιρτζαλή; ρώτησα εγώ. Ξέρετε τι απόγινε;

     --Πως δεν ξέρω, απάντησε, και μου διηγήθηκε τα παρακάτω:

     Μετέφεραν τον Κιρτζαλή στο Ιάσιο και τον παρουσίασαν στον πασά που τον καταδίκασε σε θάνατο με σουβλισμό. Η εκτέλεση της ποινής αναβλήθηκε έως κάποια εορτάσιμη μέρα. Ως τότε τον έκλεισαν στη φυλακή.

     Το φυλακισμένο τον φύλαγαν εφτά τούρκοι (απλοϊκοί άνθρωποι και κατά βάθος ληστές κι αυτοί σαν τον Κιρτζαλή). Τον σεβόντουσαν και δεν χόρταιναν ν’ ακούν τις ιστορίες του, όπως κάνουν όλοι στην Ανατολή.

     Φρουροί και φυλακισμένος συνδέθηκαν στενά. Μια μέρα ο Κιρτζαλή τους είπε:

     --Αδέρφια! Η ώρα μου πλησιάζει. Κανείς δε γλυτώνει από τη μοίρα του. Γρήγορα θα χωριστούμε. Ήθελα να σας αφήσω κάτι για ενθύμιο.

     Οι τούρκοι τέντωσαν τ’ αφτιά τους.

     Αδέρφια, συνέχισε ο Κιρτζαλή, εδώ και τρία χρόνια που έκανα τις ληστείες παρέα με το συχωρεμένο το Μιχαηλάκη χώσαμε και οι δυο σ’ ένα χωράφι όχι μακριά από το Γιάσι(Ιάσιο) μια χύτρα γεμάτη χαλμπίκες (τούρκικα νομίσματα). Όπως καταλαβαίνετε, ούτ’ εγώ, ούτε κείνος μπορούμε να πάρουμε το θησαυρό. Λοιπόν, να τον πάρετε σεις για λογαριασμό σας και να τον μοιράσετε σαν καλοί φίλοι.

     Οι τούρκοι –μόνο που δεν τρελάθηκαν. Άρχισαν να συζητάνε για τον τρόπο που θα μπορούσαν να βρούν το μυστικό λάκο με τη χύτρα. Σκέφτηκαν διάφορους τρόπους και κατέληξαν να τους πάει ο ίδιος ο Κιρτζαλή εκεί.

     Νύχτωσε. Οι τούρκοι έβγαλαν τα σίδερα από τα πόδια του φυλακισμένου, του έδεσαν τα χέρια μ’ ένα σκοινί και ξεκίνησαν όλοι μαζί για το χωράφι με το μυστικό λάκο.

     Ο Κιρτζαλή ήταν οδηγός. Βάδιζαν προς την ίδια κατεύθυνση, από το ένα ύψωμα στο άλλο. Περπατούσαν πολύ ώρα. Ο Κιρτζαλή, τέλος, στάθηκε κοντά σε μια μεγάλη κοτρώνα, μέτρησε από κει είκοσι βήματα προς τα νότια, χτύπησε το πόδι του κάτω και είπε: Εδώ.

     Οι τούρκοι ετοιμάστηκαν για να ψάξουν. Οι τέσσερις τράβηξαν τα γιαταγάνια τους και άρχισαν να σκάβουν τη γη. Τρεις έμειναν να φυλάνε τον κρατούμενο. Ο Κιρτζαλή κάθισε πάνω στην πέτρα και κοίταζε κείνους που δούλευαν.

     Λοιπόν πως πάμε; τελειώνετε; Ρώτησε. Τι βρήκατε;

     Όχι ακόμη, απαντούσαν οι τούρκοι, και δούλευαν έτσι που ο ιδρώτας τους κυλούσε ποτάμι στα κορμιά τους.

     Ο Κιρτζαλή άρχισε να δείχνει πως χάνει την υπομονή του.

     Βρε κάτι άντρες, έλεγε. Δεν καταλαβαίνουν ούτε τη γης να σκάψουν. Για μένα η δουλειά είναι δυο λεφτά υπόθεση. Παιδιά! Λύστε μου τα χέρια και δώστε μου ένα γιαταγάνι.

     Οι τούρκοι έπεσαν σε σκέψη και άρχισαν να το συζητάνε.

     --Ε λοιπόν (αποφάσισαν), ας του λύσουμε τα χέρια κι ας του δώσουμε ένα γιαταγάνι. Τι έχουμε να χάσουμε; Είναι ένας και είμαστε εφτά. Και οι τούρκοι του έλυσαν τα χέρια και του έδωσαν ένα γιαταγάνι.

     Ο Κιρτζαλή ήταν επιτέλους ελεύθερος και οπλισμένος. Τι θα μπορούσε να αισθάνεται! …Άρχισε να σκάβει σβέλτα, οι φύλακές του τον βοηθούσαν … Ξαφνικά χώνει το γιαταγάνι του στο στήθος ενός, το αφήνει εκεί μπηγμένο, και τραβάει από τη ζώνη του τις δυο κουμπούρες του.

     Οι υπόλοιποι, βλέποντας τον Κιρτζαλή οπλισμένο με δυο κουμπούρες, σκόρπισαν.

     Ο Κιρτζαλή σήμερα αλωνίζει σα ληστής την περιφέρεια στο Ιάσιο. Πριν λίγο καιρό έγραψε στον Οσποδάρο ζητώντας του πέντε χιλιάδες λέι και φοβερίζοντας πως, αν δεν γίνει δεχτή η απαίτησή του, θα βάλει φωτιά στο Ιάσιο και θα φτάσει στον ίδιο τον Οσποδάρο. Τι νάκαναν –του μέτρησαν τις πέντε χιλιάδες λέι.

     Τι άνθρωπος αυτός ο Κιρτζαλή!   

 

 

  Αλεξάντρ Πούσκιν: Διηγήματα. Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος 1979. Μετάφραση Αντρέας Σαραντόπουλος  


Κυριακή 23 Μαΐου 2021

ΕΝΑ ΧΙΛΙΟΤΡΑΓΟΥΔΗΜΕΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ

 

 

     Την μουσική του την έδωσε ο Μίκης Θεοδωράκης τον Νοέμβριο του 1958 από το Παρίσι που ζούσε για την ταινία του Μάικλ Πάουελ «Μήνας του μέλιτος» (Honeymoon). Και δεν λέω έγραψε αλλά έδωσε γιατί όπως έχω ακούσει από τον ίδιο τον μουσικοσυνθέτη μας σε μία από αυτές τις χειμαρρώδεις και συναρπαστικές αφηγήσεις με στιγμιότυπα της ζωής του, το μουσικό αυτό θέμα αποτελούσε μέρος ενός νεανικού συμφωνικού έργου του και ότι για την κίνησή του αυτή εξέφρασε έντονη διαφωνία η σύζυγός του Μυρτώ.

     Το κομμάτι έγινε γνωστό λίγο αργότερα στην Ελλάδα με τον τίτλο: «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου» σε στίχους του Βασίλη Καρδή – ψευδώνυμο του Νίκου Γκάτσου—και πρώτη ερμηνεύτρια τη Γιοβάννα. Διεθνώς έγινε πολύ γνωστό ως «Honeymoon song», σε στίχους του Γουίλιαμ Σάνσομ με την ερμηνεία του Μαρίνο Μαρίνι και του κουαρτέτο του.

     Αυτή την ερμηνεία άκουσαν οι Τζον Λένον και Πολ Μακ Κάρτνεϊ των Beatles και αποφάσισαν να το ξαναηχογραφήσουν, στις 16 Ιουλίου 1963, για την εκπομπή Pop Go the Beatles που ετοίμαζαν τότε για το BBC. Η ερμηνεία τους αυτή αγνοείτο για χρόνια και κάπου προς τα τέλη του ’80 βρέθηκε στις αποθήκες του σταθμού σε μια ξεχασμένη μαγνητοταινία. Με αφορμή την ερμηνεία τους αυτή έκαναν τότε τα Σκαθάρια την πρώτη τους γνωριμία με τα ελληνικά νησιά από όπου και η φωτογραφία.

     Το «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου» αριθμεί περίπου 40 διαφορετικές ερμηνείες διεθνώς, κάτι που δηλώνει φυσικά το πόσο αγαπήθηκε τόσο από το Ελληνικό όσο και το διεθνές κοινό.

     Προσωπικά από τις πάμπολλες ελληνικές εκτελέσεις εγώ στέκομαι σε αυτήν της Ελένης Δήμου με δεύτερη φωνή του Γιώργου Νταλάρα.

                        Οι στίχοι:

Στην αγκαλιά μου κι απόψε σαν άστρο κοιμήσου

δεν απομένει στον κόσμο ελπίδα καμιά

τώρα που η νύχτα κεντά με φιλιά το κορμί σου

μέτρα τον πόνο κι άσε με μόνο στην ερημιά

                    

Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου

σε περιμένω να ’ρθεις

μ’ ένα τραγούδι του δρόμου να ρθεις όνειρό μου

το καλοκαίρι που λάμπει τ’ αστέρι με φως να ντυθείς



Σάββατο 17 Απριλίου 2021

ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΔΕΙ Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ

 



     «… Ήτανε σα να γύριζα από μακρύ ξενιτεμό, στους δρόμους κανείς δε με γνώριζε και δε γνώριζα κανέναν. Απομεσήμερο νωρίς αλλά ο ήλιος σκεπασμένος. Βρέθηκα στην Ακρόπολη. Αίσθημα πως στ’ αναμεταξύ είχε προχωρήσει πολύ ο πολιτισμός. Εμπρός στη δυτική πρόσοψη του Παρθενώνα, ένα ταραγμένο πλήθος. Όλοι κοίταζαν τις κεντρικές κολώνες και χοχλακούσαν*. Ρώτησα κάποιον που χειρονομούσε πλάι μου.

     --- Ρε τι ζωντόβολο είσαι συ; Από που μας κουβαλήθηκες Δεν ξέρεις τίποτε;

     Τον κοίταζα χαμένος.

     --- Να! ο πλειστηριασμός! Άνοιξε τα στραβά σου! Αν κερδίσει εκείνη η αμερικάνικη οδοντόπαστα, σώθηκε ο προϋπολογισμός μας για δεκαετίες.

     Κοίταξα με προσοχή στην κατεύθυνση που μου ‘δειχνε. Ανάμεσα στις δυο κεντρικές κολόνες ξεχώρισα ένα τραπεζάκι με πράσινη τσόχα και, καθισμένος πίσω του, ένας ξυρισμένος κύριος με γυαλιά. Φορούσε μαύρο κοστούμι και κρατούσε ένα φιλντισένιο σφυρί. Είχε το ύφος χειρούργου. Ρώτησα αποβλακωμένος:

     --- Ποιος πλειστηριασμός;

     --- Που ζεις μωρέ; Εδώ χαλνάει ο κόσμος!.. Τζένιο* η κυβέρνησή μας. Θα τις παραχωρήσει αυτές τις πέτρες. Τι μας χρειάζονται εμάς;

     Εκείνη τη στιγμή ο μαυροντυμένος κύριος χτύπησε το σφυρί. «Κατεκυρώθη!» φώναξε κάποιος. «Κατεκυρώθη! Κατεκυρώθη!» αντιλάλησε η βοή του πλήθους.

     --- Κέρδισαν οι Αμερικάνοι! Είπε έξαλλος ο γείτονάς μου σαν άνθρωπος που παρακολουθεί ποδόσφαιρο.

     Η ταραχή φούσκωνε μέσα μου.

     --- Και τι θα κάνουν κατόρθωσα να ρωτήσω.

     --- Είναι δαιμόνιοι, αποκρίθηκε. Θα πελεκήσουν τούτες τις κολόνες σε σχήμα σωληνάριου της οδοντόπαστας.

     Ένιωθα πως το πλήθος φύραινε γύρω μου και με άφηνε ολότελα μόνο. Τότες είδα τον Παρθενώνα γυμνό ανατριχιαστικά, χωρίς αέτωμα χωρίς γείσο, με τις κολόνες του πελεκημένες, γυαλιστερές, παρασταίνοντας υπέρογκα σωληνάρια. Ο βραχνάς με τίναξε από το κρεβάτι καθώς ούρλιαζα. Ώρα 5 πρωί.

     Δεν είμαι αρκετός να αναλύσω τούτο το όνειρο. Μόνο μια παρατήρηση πάνω στην ονειρική συμπεριφορά μου: πολλές φορές μου έτυχε να δω όνειρα που παρουσιάζονται με κρυστάλλινη σαφήνεια. Αν είναι εφιαλτικά, ο εφιάλτης δουλεύει στο βάθος και ξεσπά στο τέλος. Μ’ αυτό τον τρόπο αισθάνομαι πως το όνειρό μου της Ακρόπολης ήταν μια διδακτική προειδοποίηση.  ….».

 

Αθήνα 1 Φεβρουαρίου 1970 (ΔΟΚΙΜΕΣ  Β΄ τόμος σελ. 326-327)

 

__________________________________________-

 

* χοχλακώ κάτι σαν τη βίαιη κίνηση υγρών σε δυνατό βράσιμο.

 

** Τζένιο από το λατινό GENIUS ίδιας σημασίας με το Τζίνι, ο φύλακας άγγελος που εμφανίζεται στη δύσκολη στιγμή.


Κυριακή 11 Απριλίου 2021

ΕΝΑ ΣΠΑΝΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΦΙΔΑ

 



Από το σπουδαίο έργο του Κυριάκου Σιμόπουλου «ΞΕΝΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» τόμος Β (1700-1800) αλίευσα (σελ.690-721) κάποια στοιχεία για τη σταφίδα που τα παραθέτω:

«Ο Felix Beaujour(Φ.Μπ.) βαθύς γνώστης του εμπορίου της οθωμανικής Ανατολής, που υπηρέτησε για πολλά χρόνια ως πρόξενος της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, πήρε εντολή από την κυβέρνησή του να περιηγηθεί ολόκληρo τον ελληνικό χώρο από τη Θράκη ως το Μωριά και υποβάλει υπόμνημα με τις παρατηρήσεις του για τα τοπικά προϊόντα, τις γεωργικές εργασίες, τη βιοτεχνία και το εμπόριο, αλλά και για τον πληθυσμό κάθε τόπου, τη διοίκηση, το δημόσιο και κοινωνικό βίο. Καρπός αυτών των περιοδειών και της επιτόπιας μελέτης υπήρξε το χρονικό του για το «ελληνικό εμπόριο» που αποτελεί μία από τις πιο αυθεντικές πηγές πληροφοριών για την οικονομική ζωή και εξέλιξη του ελληνικού χώρου κατά τη δεκαετία 1787-1797.  …………. Γράφει για τη σταφίδα: Ένα από τα σημαντικά εξαγώγιμα ελληνικά προϊόντα στα τέλη του ΙΗ’ αιώνα ήταν η κορινθιακή σταφίδα. Καλλιεργείται, γράφει ο Φ.Μπ., στην περιοχή της Βοστίτσας (Αίγιο) και της Πάτρας. Ευδοκιμεί κυρίως στα εδάφη της Αχαΐας και σε μερικά τμήματα της αντικρινής Αιτωλίας καθώς και της Λοκρίδας. Πέτυχε επίσης η καλλιέργεια στη Ζάκυνθο, Ιθάκη και Κεφαλονιά.

Η μέση ετήσια παραγωγή κορινθιακής στο Μωριά υπολόγιζόταν σε 10.000.000 γαλλικές λίτρες (σημ. 1λίτρα= 0.32 οκάδες=0,25 κιλά). Η Πάτρα και η περιοχή της έδιναν κάπου 4.000.000 η επαρχία Βοστίτσας 2.000.000. Τα υπόλοιπα 4.000.000 προέρχονταν από το Ξυλόκαστρο, το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι. Η τοπική κατανάλωση σταφίδας ήταν μικρή. Έτσι οι εξαγωγές έφθαναν τα 8.000.000 λίτρες εκ των οποίων τα 5/8 απορροφούσε η Αγγλία. Τα 2/8 κατέληγαν στις αγορές της Ολλανδίας, της Αμερικής και της Δανίας. Το υπόλοιπο 1/8 μοιραζόταν ανάμεσα στη Γαλλία και στην Ιταλία.

Η χρήση λιπασμάτων στους σταφιδαμπελώνες είναι άγνωστη στο Μωριά, γράφει ο Φ.Μπ. Μεταχειρίζονται ωστόσο λιπάσματα στη Ζάκυνθο. «Γνώρισα δυο Ζακυνθινούς κτηματίες που κάθε φθινόπωρο ξελάκκωναν τα κούρβουλα και έριχναν, ο ένας τσίπουρα, ο άλλος αλάτι ανακατωμένο με στάχτη». Και όπως εξακρίβωσε εξασφάλιζαν με αυτό τον τρόπο μεγαλύτερη παραγωγή.

Ο Γάλλος πρόξενος περιγράφει ένα περίεργο τρόπο κατασκευής αλωνιού οπού ξεραίνεται η σταφίδα. «Παίρνουν κοπριά, αίμα βοδινό και άχερα και τα ανακατεύουν σε νερό. Με το παχύρευστο και γλοιώδες υγρό που δημιουργείται καλύπτουν όλη την επιφάνεια του αλωνιού. Ο ήλιος ξεραίνει το υγρό και σχηματίζεται μια χοντρή κρούστα ίδιο βερνίκι. Έτσι δεν ανακατεύεται το χώμα με τις ρόγες και το τσαμπί ξεραίνεται γρηγορότερα».

Ο Φ.Μπ. παρακολούθησε και την εναποθήκευση της σταφίδας. Οι αποθήκες ήταν ερμητικά κλεισμένες και είχαν ένα άνοιγμα επάνω και μια πόρτα στη βάση. Η πόρτα άνοιγε μονάχα την εποχή που άρχιζαν οι πωλήσεις. Από το άνοιγμα που βρισκόταν στη στέγη έρριχναν στη σταφίδα ώσπου γέμιζε η αποθήκη. Καθώς πιεζόταν από το ίδιο της το βάρος συνθλιβόταν και έβγαζε ένα γλοιώδες υγρό με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται σε μια μάζα τόσο στερεή που χρειάζονταν σιδερόφτυαρα για να γεμίσουν τα βαρέλια. Πατίκωναν ύστερα τη σταφίδα στα βαρέλια με γυμνά πόδια ώστε να καταλάβει λιγότερο χώρο, να αφαιρεθεί ο αέρας και να διατηρηθεί καλύτερα κατά τη μεταφορά ως την άκρη του κόσμου. Στα χρόνια των περιηγήσεων του Φ.Μπ. η τιμή της κορινθιακής ήταν 80 πιάστρα το χιλιόλιτρο. Στην τιμή αυτή περιλαμβάνονταν όλα τα έξοδα που ήταν τεράστια και διπλασίαζαν την αρχική τιμή.  ………».

 

 

Σχόλιο:  ως γέννημα θρέμμα σταφιδοπαραγωγών της Τριφυλίας μένω έκπληκτος βλέποντας πως η τιμή αυτού του προϊόντος που στις πολύ δύσκολες εποχές κράτησε στη ζωή χιλιάδες ανθρώπους, ήταν και τότε εξευτελιστική. Με υπολογισμούς βγαίνει 0.20 πιάστρα το κιλό όταν η τιμή του μοσχαρίσιου κρέατος, όπως γράφει ο ίδιος, ήταν 5 πιάστρα και του αρνίσιου 8. Βέβαια η κτηνοτροφία ταλανιζόταν από τη δράση στη ύπαιθρο των ληστοσυμμοριών και το κρέας ήταν πανάκριβο. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι μόνο 4 φορές το χρόνο είχαν κρέας στο τραπέζι τους: Αγίου Γεωργίου, Αγίου Δημητρίου, Χριστούγεννα και Πάσχα. Όπως σημειώνει ο ίδιος περιηγητής.  

 

Πληκτρολόγηση και σχόλιο Δημήτρης Κουκουλάς

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2020

Γιώργος Σεφέρης: "Κράτησα τη ζωή μου"!

 

Γιώργος Σεφέρης, Επιφάνια, 1937

Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά· τ’ άστρα του Κύκνου κι’ εκείνο τ’ άστρο ό Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου˙ στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές ˙ o χιονισμένος
κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι’ οι δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ· ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση, της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες

πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι’ αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού σ’ αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ό δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ό δρόμος δεν έχει αλλαγή˙ κράτησα τη ζωή μου.
                                                                         Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.