Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

Ομόνοια: Η διαχρονικά «αμαρτωλή» πλατεία μας !!!


Με αφορμή τα κείμενα μιας –από κοινού και χωριστά- εκπληκτικής ανάρτησης που έκαναν για την ιστορική μας πλατεία οι συμπλογκίτισες: Roadartist και karyatida62 συν την παρέμβαση της Elva με κάποια πολύ ενδιαφέροντα σχόλια, είπα να πάρω και εγώ τη σκυτάλη και να προσθέσω ένα ενδιαφέρον στοιχείο που αναδεικνύει ένα σταθερό χαρακτηριστικό που έχει η Ομόνοια μέσα στο χρόνο, άσχετο από τις αρχιτεκτονικές πολιτιστικές και κοινωνικές μεταβολές που υφίσταται κάθε τόσο. Και αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από αυτή την αναλλοίωτη πτυχή του χαρακτήρα της: σαν η πλατεία των ανομολόγητων παθών και των απαγορευμένων, των χαμηλόφωνων …συμφωνιών και των νευμάτων!
Παραθέτω προς τούτο ένα σχετικό απόσπασμα, όχι από την «Ομόνοια 1980» του Γιώργου Ιωάννου που σίγουρα το επιβεβαιώνει, αλλά από πολύ παλιά: από το διήγημα «Ζωγραφιά Νυκτερινή» του μεγάλου μας λογοτέχνη Μιχ. Μητσάκη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» στις 16 Μαΐου 1893 και το οποίο θεωρείται ως το πρώτο κείμενο της ελληνικής λογοτεχνίας που θίγει τόσο «αυστηρώς ακατάλληλα» θέματα!
Συγχωρήστε με μόνο που το περνάω στο μονοτονικό:


ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΝΥΚΤΕΡΙΝΗ

Τρεις μετά τα μεσάνυχτα, και η πλατεία της Ομονοίας είναι έρημος. Από των γύρω δρόμων, μεγάλαι πνοαί ανέμου εισβάλλουν εκ των γωνιών, συρίζουσαι, σαρόνουν το έδαφος σφοδραί, συσπούν την κόμην των υψηλών δένδρων της, σηκώνουν εις σύννεφα την σκόνην. Τα πέριξ οικήματα, βωβά, -παράθυρα κλειστά, πόρτες σφαλισμένες- εγείρουν αμαυράς τας όψεις των. Ένα προς ένα, βαθμηδόν, τα μαγαζειά, τα καφενεία που την περιβάλλουν, άδειασαν από τους θαμώνας των, είδαν να λιγοστεύ’ η θορυβώδης κίνησις, η ζωή που τα εγέμιζε, ησύχασαν, εβυθίσθησαν εις την σιγήν και εις το σκότος. Δύο καπνοπωλεία μόνον, άγρυπνα, πλάι – πλάι, εις το προς την οδόν Σταδίου άκρον της, ρίχνουν επί το πεζοδρόμιον κάτασπρον το φως των δύο στρογγυλών λαμπτήρων των. Έξω της «Ήβης», μόλις προ μικρού, η πλανοδία μουσική, η μισθωμένη δια να τέρπη τους ζυθοποτούντας, έπαυσε να σπαράττη την Τραβιάταν, το ισπανικόν, το τραγούδι του Στραβογιώργη και τα γκαρσόνια , πηγαινοερχόμενα, μεταφέρουν τα καθίσματα, εισάγουν τους ξυλίνους καναπέδες, παίρνουν τα απομείναντα ποτήρια, σκουπίζουν από χάμω τ’ αποτσίγαρα, των φυστικιών τα φλούδια, των ποδών τα ίχνη, τα φτυσίματα, όλην την βρώμαν που αφίνει πίσω της πληθύς ανθρώπων συνελθόντων δια να ιδωθούν, να ξαπλωθούν, να φλυαρήσουν. Τρία – τέσσαρ’ αμάξια στέκονται προ αυτής, βραδύναντα, περιμένοντα κανέναν πάρωρον διαβάτην, με τ’ άλογα των κουρασμένα, μισοκοιμώμενα ορθά, θαμπά, μισοσβυσμένα τα φανάρια των, τους δύο αμαξάδες κάτω, ακουμπισμένους εις τον τοίχον, ομιλούντας με τους υπηρέτας, ξαπλωμένον υψηλά, επί του εδωλίου του, τον άλλον, και ρογχάζοντα, ενώ ο τέταρτος, επί του εδωλίου του κι’ αυτός, ξάπλα επίσης, στηρίζει εις το χέρι το κεφάλι του, και ως εις ρέμβην αφειμένος, μουρμουρίζει σιγανά, διακεκομμένα, ως βαυκάλημα θα έλεγες, χυδαίον αθηναϊκόν τραγούδι, αλλοκότως αντηχούν εν τη νυκτί :

-Τι ναν του κάμω του μικρού
Που είναι μικρό και κλαίει, ώχ!....

Αντίκρυ δε, υπό το φέγγος τ’ ουρανού, αγρυπνούν κι’ αυτό και φωτισμένον, ορθόνεται το κιόσκι, ως λευκόν κουβούκλιον εβραϊκής συναγωγής και από μέσα πιάνων όλον τον στενόν χώρον του κοιμάτ’ ο πωλητής του. Ψυχή άλλη επ’ αυτής, ψυχή εις τους πέριξ δρόμους. Οξέα, υπερύψηλα τα τέσσερα κοντάρια του ηλεκτρικού, σβυστά, φρουρούν τας τέσσερας πλευράς της , παμμεγέθη. Άφωτα τα γκαζ, τυφλά επίσης, ως σβεσθέντ’ από τον άνεμον, την τριγυρίζουν πανταχόθεν. Ελεύθερος ο άργυρος των άστρων, της σελήνης, μονοκράτωρ, πέφτει επ’ αυτήν, απλόνεται, λαμπρός. Σκορπισμέν’ ανά την έκτασιν, πλέοντα εις το φως, τα θρανία όπού χρησιμεύουν προς ανάπαυσιν των εις αυτήν φοιτώντων, γυμνά ανθρώπων, μαστιγόνονται αγρίως από την βιαιότητα της σκόνης. Αλλ’ εις ένα εξ αυτών, κοντά εις την εξέδραν όπου παίζ’ η μουσική, υπό μίαν των συστάδων των σκοτεινών θάμνων, οίτινες ζοφούν το κέντρον της, στον ίσκιον, φαίνονται δύο συγκαθήμενοι. Ο πρώτος υψηλός ανήρ, με μαύρην γενειάδα, καταπίπτουσαν επί του στήθους του, ευρύνωτος, ευρύστερνος, με πρόσωπον μισοκρυμμένον υπό το πλατύ καπέλλον του, οζώδη ράβδον ανά χείρας, κατέχει τη μίαν άκραν του θρανίου, εστραμμένος προς τον άλλον. Και ο δεύτερος, μικρός λούστρος, ωσεί δεκαετής, με το κασκέττον του σκεπάζον την ευειδή όψιν του, στρέφων τα νώτα προς τον πρώτον, κατέχει την ετέραν. Σιωπηλοί, κάθοντ’ έτσι, κατ’ αυτόν τον τρόπον, προ ώρας ήδη, μη μετακινούμενοι, αδιαφορούντες δια την νύκτα και την σκόνην, μόνον, κάπου-κάπου ο ανήρ, βιαίως, ρίχνει δύο-τρεις λέξεις, ωσανεί μονοσυλλάβους ερωτήσεις, μασσωμένας μεταξύ των μαύρων του γενείων και ο μικρός ο λούστρος, δίχως να γυρίσει, απαντά ομοίως, μονοσύλλαβα επίσης, σιγαλά. Ο άνεμος φυσά, πάντοτε σφοδρός, διελαύνων την πλατείαν μετ’ οργής, αναστατώνων τα φυλλώματα, απειλών να καταρρίψη, τρίζοντας, τους στύλους των φανών του τηλεγράφου, ανεγείρων προς τον ουρανόν κονιορτού σίφωνα. Κι’ εκεί κάτω, εις κάποιαν εκ των γωνιών, ένα παράθυρον, ανοικτόν λησμονηθέν, παραφερόμενον υπό του βιαίου ρεύματος, δέρνει το σπίτι θηριωδώς, βροντά λυσσωδώς κατά τοι τοίχου, έκφρον και βαρύ, ωσάν να ήθελε να συγκλονίση την πλάσιν…
--Κουλούρια ζ…στάάά ! ήχησε φωνή, σκιά ενεφανίσθη, παρά του καφφενείου το ημίφως, εν μέσω του σκονοστροβίλου, κρατούσα μέγαν πίνακα επικεφαλής, τρίποδα εις χείρας.
…………………………………………………………………………………………..
Mιχαήλ Μητσάκης Εφημερίδα "Ακρόπολις" 16.5.1893

16 σχόλια:

kariatida62 είπε...

"Και αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από αυτή την αναλλοίωτη πτυχή του χαρακτήρα της: σαν η πλατεία των ανομολόγητων παθών και των απαγορευμένων, των χαμηλόφωνων …συμφωνιών και των νευμάτων!"
Έχεις δίκιο απόλυτο! Στην βιογραφία του Ζαμπέτα που διαβάζω αυτόν τον καιρό αναφέρεται απο τον ίδιο ο χαρακτήρας αυτός της "παρανομίας" της πλατείας.
Μόνο που τότε όλοι συνυπήρχαν, το περιθώριο δεν είχε διώξει τους υπόλοιπους όπως συμβαίνει σήμερα!
Η ανάρτησή σου, συμπλήρωμα στο κοινό αφιέρωμά μας!
Νάσαι καλά navarino!

chameleontas09 είπε...

@ navarinos
δυο παρατηρησεις!!!
*νομιζω πολυς κοσμος θα προτιμουσε αυτη την ομονοια απο τη σημερινη! οσον αφορα την ατμοσφαιρα της εννοω! αλλα και αισθητικως φανταζομαι. μεσα σ αυτους ειμαι κι εγω!!
*απο αισθητικης αποψεως η σημερινη παντως ομονοια ειναι η χειροτερη που εχει υπαρξει ποτε!! μηπως αυτο σχετιζεται με την "ιδιοσυγκρασια" των καιρων μας?

υ.γ.μονο η "παρανομια" της πλατειας που λεει και η kariatida62 παραμενει διαχρονικη, οσο κι αν αλλαζουν οι καιροι!!


Αγγελής

Roadartist είπε...

Καλημέρα!
Καταπληκτική η σκέψη σου.. πολύ όμορφο να διαβάσουμε ένα άρθρο της τότε εποχής αφιερωμένο στην Ομόνοια..

Διαβάζοντας το ..μεταφέρθηκα εκεί..
Και ξέρεις τι σκέφτηκα;..
Πως ο αρθρογράφος αν μπορούσε να βρεθεί για λίγο στο σήμερα της Ομόνοιας θα πάθαινε ένα πολιτισμικό (και βάλε..) σοκ.. Δε νομίζω να το άντεχε το σημερινό χάλι..

Elva είπε...

Πραγματικα ενα κειμενο που σε μεταφερει στην ατμοσφαιρα της εποχης του 1900, οταν ολα ηταν διαφορετικα, (οχι απαραιτητα σε ολα καλυτερα), απλα διαφορετικα απο τη σημερινη εποχη και πιο ανθρωπινα....

Εκανες παλι την...ερευνα σου, ετσι; ;)

Vipera Lebetina είπε...

Άλλες εποχές, διαφορετικές!
Δεν πάω και πολύ συχνά στην Αθήνα, αλλά την έχω δει μόνο υπό το φως του ήλιου (άντε βαριά του λυκόφωτος).
Απ' ότι ξέρω δεν είναι και το πιο ακίνδυνο μέρος.
Δεν την έχω γνωρίσει παλιότερα, οπότε μεταφέρθηκα, έστω νοερά, σε ένα άλλο περιβάλλον, μια άλλη εποχή!

navarino-s είπε...

@kariatida62
Σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια!
Αλλά κοίτα σύμπτωση: διαβάζω και εγώ αυτές τις μέρες το βιβλίο του Ζαμπέτα! Δεν είναι καταπληκτικό; Έχει μια καταιγιστική αφηγηματική δύναμη και δίνει άπειρες πληροφορίες όχι μόνο για το χώρο του και το τραγούδι αλλά γενικώτερα για την Αθήνα μιας άλλης εποχής!
Να είσαι καλά!

navarino-s είπε...

@chameleontas09
Αγγελή έχεις δίκιο: οικολογικά τουλάχιστον, σίγουρα ήταν καλύτερη η παλιά!
Η "αμαρτίες" όμως των ανθρώπων παραμένουνε ίδιες!

navarino-s είπε...

@Roadartist
Σ' ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια!
Μπορει ο Μητσάκης να πάθαινε το σοκ που λες γιατί είναι τεράστια η χρονική απόσταση και η δραματική αλλαγή, αλλά ο πιο πρόσφατος Γιώργος Ιωάννου που το βιβλίο του "Ομόνοια 1980" στο συνιστώ να το διαβάσεις, νομίζω πως όχι, γιατί ήταν ένας άνθρωπος που έμπαινε βαθειά στην ψυχή των περιθωριακών ανθρώπων και ίσως τα μάτια του να εύρισκαν εκεί μια ομορφιά!

navarino-s είπε...

@Elva μου γειά σου!
Να είσαι καλά γιατί από σένα πήρα την πάσα να δω τα άλλα μπλόγκς και να γράψω και εγώ τη δική μου πενελιά!

ΥΓ: Δεν διαμαρτύρησε για το κρύο τις τελευταίες μέρες άρα θα έχει ζεστάνει ο καιρός!

navarino-s είπε...

@Vipera Lebetina
Μή μου πεις ρε...ιοβόλο καθαρματάκι ότι διάβασες το κείμενο της καθαρεύουσας;
Θα σε περάσω κατ' ευθείαν στο πανεπιστήμιο και θα σου δώσω και πτυχίο!

Vipera Lebetina είπε...

Navarino-s στο σχολείο είναι μια καθηγήτρια που λέει συνεχώς "Εν τη αιθουση", "δεν εκφραζομεθα τι ουτω τροπω" και -αναγκαστικά- συνηθίζεται! Αλλά, εντάξει, σίγουρα έχω διαβάσει και πιο εύκολα πράγματα, είναι γεγονός!

Μη σας πω πως ξερω και.... λατινικά,
μιας και βρήκα στην αποθήκη ένα βιβλίο που έλεγε η ιταλική γλώσσα άνευ διδασκάλου.. Αλλά είναι τόσο παλιό που τότε τα ιταλικά ήταν λατινικά!

Υ.Γ.: Προσπαθώ να πείσω τον καθηγητή της λογοτεχνίας να διαβάσουμε το φύλακα στη σίκαλη στην ώρα του μαθήματος, κάτι που θα κάναμε έτσι και αλλιώς από Μάρτιο... Ελπίζω μόνο να τα καταφέρω!!

navarino-s είπε...

@Vipera Lebetina
Ρε ...καθαρματάκι με εκπληττεις ευχάριστα! Πήρα μεγάλη χαρά από αυτά μου γράφεις γιατί δεν είναι λίγο πράγμα να έχεις τόσα ενδιαφέροντα στην ηλικία σου! Αν και εξ' αρχής το είχα καταλάβει και από το ύφος σου αλλά το σπουδαιότερο από το ότι ένιωθες την ανάγκη να εκφραστείς και έφτιαξες δικό σου μπλόγκ. Αυτό δείχνει έναν πολύ ανήσυχο χαρακτήρα και επειδή πιστεύω ότι το στοιχείο της ανησυχίας είναι το πιο δημιουργικό στοιχείο του ανθρώπου, είμαι σίγουρος ότι θα μεγαλουργήσεις στη ζωή σου αρκεί, λόγω ταχύτητας, να προσέχεις πολύ στις ...στροφές!!!
Την καλημέρα μου!

Δικαιoπολις είπε...

Καλημέρα!
Πολύ όμορφο άρθρο της τότε εποχής, η Πλατεία ήταν ένας χώρος συνάντησης διαφορετικών κόσμων: Της ανεπτυγμένης ανατολικής Αθήνας με την παρηκμασμένη δυτική πλευρά της. Της σύγχρονης μοντέρνας πρωτεύουσας με τα θραύσματα της νεοκλασικής πόλης. Της πόλης των «Αθηναίων» με αυτή των μεταναστών που παραδοσιακά συγκεντρώνονται στον χώρο της πλατείας. Της «φωτεινής» πόλης των οδών Πανεπιστημίου και Σταδίου με τη «σκοτεινή» πόλη των οδών Αθηνάς και Σωκράτους, μια περιοχή με τη δική της ξεχωριστή ταυτότητα.

navarino-s είπε...

@Δικαιόπολις
Πολύ ωραία αυτή η αντιπεράθεση της ..,φωτεινής με τη ...σκοτεινή Ομόνοια που κάνεις!

the monkeys είπε...

Αλλες εποχές...δέντρα στην πλατεία φοιτητές και γέροι να αράζουν και εσύ αν περνάς στισ 3 το ξημέρωμα!
Δεν θα μπορούσε να μην είχε αλλάξει η Αθήνα και η πλατεία Ομονοίας αλλά τόσο άσχημη να την κάνουν??και τόσο πολύ η πολιτεία να την υποβαθμίζει συνεχώς αφήνοντας τον υπόκοσμο να κάνει ότι θέλει?
αν μου πείτε για το πιο άσχημο μέρος στην Αθήνα θ σας πω την Ομόμοια σίγουρα!πολύ ωραίο κείμενο ναβαρίνο!

navarino-s είπε...

@monkaki μου γειά σου! Χάρηκα που σου άρεσε το κείμενο. Το παλιό δυστυχώς δεν γυρίζει!