Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Εδώ είναι ... Κορδοπάτης δεν είναι παίξε-γέλασε!!!




Θανάση Βαλτινού:



              Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη (απόσπασμα)


 ........Σε πέντε μήνες λαβαίνω ειδοποίηση από το πρακτορείο του Μαλούχου στην Τρίπολη. «Αυστροαμερικάνα» η εταιρία και το πλοίο θα έφευγε από Πάτρα για Νέα Ορλεάνη, όχι για Νέα Υόρκη. Ετοιμάστηκα πάλι και είπε ο αδερφός μου ο μεγάλος, αφού έφευγα εγώ, να πάρω και τον Πάνο. Το αποφασίσαμε εκείνη τη στιγμή. Κοντά σε μας αρματώθηκαν[1] άλλοι έξι. Όλοι μαζί φύγαμε από το χωριό τον Οκτώβριο στις πέντε, το ΄907. Στην Πάτρα φτάσαμε βράδυ, στα ψηφώματα[2]. Ψάξαμε για ξενοδοχείο, κλείσαμε κρεβάτια κι ύστερα βγήκαμε για φαγητό. Το πρωί σηκωθήκαμε χαράματα και περιμέναμε ν΄ ανοίξει η εταιρεία. Μας έστειλαν πάλι στο γιατρό κι αυτός μας κοίταζε έναν έναν.  Όσοι ήσαν για φευγιό τους έδινε χαρτί, όσοι δεν ήσαν τους γύριζε πίσω στα χωριά τους….

Αφού όλα τα ετοιμάσαμε, το βράδυ, πριν πέσει ο ήλιος, μπήκαμε στο πλοίο και κατά τις εννιά αναχωρήσαμε.

Τρεις μέρες προχωρήσαμε. Την Τρίτη, νύχτα μεσάνυχτα, το πλοίο χάλασε, χωρίς να καταλάβουμε τίποτα εμείς. Μονάχα οι πλοίαρχοι και οι μηχανικοί το ήξεραν, κι αντί για μπρος, γύριζε πίσω. Το διόρθωσαν και άρχισε πάλι να πηγαίνει, αλλά ψεύτικο διόρθωμα, έκανε μονάχα οκτώ μίλια.Δύο ώρες με τα πόδια, μια με το πλοίο Αυστροαμερικάνα. Έγερνε και στα πλάγια. Τεντωνόμασταν χάμω και πιάναμε το νερό της θάλασσας όταν ήταν γαλανή.  Όταν ο καιρός ήταν μαύρος, φίδια μας έτρωγαν. Η ψυχή του κόσμου ήταν βυθισμένη στο φόβο.

  Για φαγητό έσφαζαν και μας έδιναν κάτι παλιάλογα. Τα βλέπαμε, τα είχαν στα αμπάρια, και τα σιχαινόμασταν. Τρεις τέσσεροι από μας τα έτρωγαν, έκλειναν τα μάτια, η καρδιά τους το δεχότανε. Οι άλλοι κιντυνεύαμε από ασιτία[3].  Καμιά βδομάδα τη βγάλαμε μ΄ αυτά που είχαμε ψωνίσει στην Πάτρα, αλλά σωθήκανε[4]. Μας έδιναν κάτι ρέγκες με σκουλήκια, χαλασμένες, τις πετάγαμε.
 Ζούσαμε μέσα σ΄ αυτή τη φρίκη, από κάτω θάλασσα από πάνω ουρανός. Έπειτα άρχισε να κοχλάζει η ψείρα. Κάθονταν όρθιες στα πανωφόρια των επιβατών, άσπρες με ουρά. Και όλοι μαρτύραγαν από φαγούρα ατέλειωτη. Εμείς είχαμε αλειφτεί με τον υδράργυρο,[5] δεν είδαμε τέτοιο πράμα στα κορμιά μας.
Σε λίγες μέρες, με την αργοπορία του πλοίου, το νερό λιγόστεψε. Τρεις χιλιάδες κόσμος που ήμασταν μέσα διψάσαμε. Μαζευόμασταν μυρμήγκια με τις βίκες[6] μπροστά στα ντεπόζιτα και εκεί γινόταν χαλασμός..............
 
___________________________________________________________
[1] Αρματώνομαι: εφοδιάζομαι με τα απαραίτητα για το ταξίδι,    2 Το σούρουπo     3 Έλλειψη τροφής    4 Τελείωσαν   5 Ειδική αλοιφή (αργυραλοιφή) για να απωθηθούν οι ψείρες   6 Μεγάλα πήλινα αγγεία νερού.
 
 
 

 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: