Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

ΓΚΥ ΝΤΕ ΜΩΠΑΣΑΝ: ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ ΤΟΥ ΒΟΣΚΟΥ


Γκυ ντε Μωπασάν

                   ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ ΤΟΥ ΒΟΣΚΟΥ

     Από τη Διέππη ίσαμε τη Χάβρη, η ακτή είναι συνεχώς απόκρημνη, έχει ύψος εκατό περίπου μέτρα και είναι ίσια σαν τείχος. Εδώ κι εκεί, αυτή η μεγάλη σειρά άσπρων βράχων, χαμηλώνει απότομα, και τότε βλέπεις μια μικρή στενή κοιλάδα με απότομες πλαγιές, καλυμμένες με γρασίδι και παραθαλάσσια σκίνα, να κατεβαίνει από το καλλιεργημένο πλάτωμα προς μια παραλία με βότσαλα, όπου απολήγει μέσα από μια σούδα όμοια με κοίτη χειμάρρου. Η φύση διαμόρφωσε αυτές τις κοιλάδες, και οι νεροποντές τις ολοκλήρωσαν με αυτά τα φαράγγια, τέμνοντας ό,τι απόμεινε από την απόκρημνη ακτή, σκάβοντας ως τη θάλασσα τις ρεματιές που χρησιμεύουν για πέρασμα στους ανθρώπους.
     Που και που κάποιο χωριό κουρνιάζει σ’ αυτά τα λαγκάδια όπου χυμάει με ορμή ο άνεμος του πελάγους.
     Πέρασα το καλοκαίρι σε μιαν από αυτές τις θαλασσοφαγωμένες ακτές, στο σπίτι ενός χωρικού, που, όπως ήταν στραμμένο προς τη θάλασσα, μου επέτρεπε να βλέπω από το παράθυρό μου ένα μεγάλο γαλάζιο τρίγωνο νερού, πλαισιωμένο από τις πράσινες κατωφέρειες της κοιλάδας και κατάστικτο από άσπρα πανιά κάθε φορά που περνούσαν στ’ ανοιχτά, λουσμένα στον ήλιο.
     Ο δρόμος που οδηγούσε στη θάλασσα ακολουθούσε το βάθος του φαραγγιού και βυθιζόταν ξαφνικά ανάμεσα σε δυο τοιχώματα από ασβεστόλιθο, γινόταν σαν βαθιά αυλακιά, προτού καταλήξει σε μια ωραία απλωσιά από κροκάλες που τις κύλησε, τις στρογγύλεψε και τις λείανε το προαιώνιο χάδι των κυμάτων.
     Αυτό το στενόστρατο ονομάζεται «το πήδημα του βοσκού».
     Ακούστε τώρα την τραγική ιστορία που του έδωσε αυτό το όνομα.

                                                       *

     Διηγούνται ότι άλλοτε το χωριό αυτό το διαφέντευε ένας νεαρός ιερέας, αυστηρός και βίαιος. Είχε αποφοιτήσει από την ιερατική σχολή γεμάτος μίσος γι’ αυτούς που ζούνε σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους και δεν ακολουθούν τους νόμους του δικού του Θεού. Άκαμπτης αυστηρότητας για τον ίδιο του τον εαυτό, επέδειξε αμείλικτη αδιαλλαξία για τους άλλους. Ένα προπαντός πράγμα τον εξόργιζε και τον αηδίαζε: ο έρωτας. Αν ζούσε στις πόλεις, ανάμεσα σε πολιτισμένους και εκλεπτυσμένους ανθρώπους, οι οποίοι κρύβουν πίσω από τα λεπτεπίλεπτα πέπλα του συναισθήματος και της τρυφερότητας τις ζωώδεις πράξεις που επιβάλλει η φύση, αν εξομολογούσε μέσα στο ημίφως των μεγαλοπρεπών καθεδρικών ναών τις παρφουμαρισμένες αμαρτωλές, που τα λάθη τους μοιάζουν να μετριάζονται από τη χάρη της πτώσης τους και την εξιδανίκευση με την οποία περιβάλλουν το φυσικό φίλημα, δεν θα είχε ίσως νοιώσει αυτήν την τρελή αναστάτωση, αυτήν την ανεξέλεγκτη οργή που τον καταλάμβανε μπροστά στο βρομερό σμίξιμο των κουρελήδων μέσα στη λάσπη ενός χαντακιού ή πάνω στ’ άχυρα ενός στάβλου.
     Τους παρομοίαζε με κτήνη αυτούς τους ανθρώπους που αγνοούσαν παντελώς την αγάπη και έσμιγαν μονάχα με τον τρόπο των ζώων, και τους μισούσε για τη χυδαιότητα της ψυχής τους, για τον ρυπαρό κορεσμό των ενστίκτων τους, ακόμη και για την αηδιαστική ευθυμία των γεροντότερων από αυτούς όταν μιλούσαν γι’ αυτές τις σιχαμερές απολαύσεις.
     Ίσως κιόλας να βασανιζόταν, άθελά του, από το άγχος ανικανοποίητων ορέξεων και να καταδυναστευόταν κρυφά απ’  την πάλη του επαναστατημένου κορμιού του ενάντια στο τυραννικό και πουριτανικό πνεύμα.
    Πάντως, κάθε τι που σχετιζόταν με τη σάρκα τον δαιμόνιζε, τον έκανε έξω φρενών, και τα σφοδρά κηρύγματά του, γεμάτα απειλές και τρομερούς υπαινιγμούς, έκαναν να σαρκάζουν οι κοπέλες και οι νεαροί που ανταλλάσσανε μεταξύ τους κλεφτές ματιές στην εκκλησία, και οι χωριάτες με την μπλε μπλούζα και οι γυναίκες τους με τη μαύρη μπέρτα έλεγαν στο τέλος της λειτουργίας, καθώς επέστρεφαν στα χαμόσπιτά τους, που η καπνοδόχος έστελνε στον ουρανό τολύπες γαλάζιου καπνού: «Δε χωρατεύει με τέτοια πράγματα ο παπάς».
     Μια φορά μάλιστα, για το τίποτα, φρένιασε σε βαθμό τρέλας. Πήγαινε να δει κάποιαν άρρωστη. Μόλις μπήκε, που λέτε, στην αυλή της αγροικίας, είδε ένα τσούρμο παιδιά, του σπιτιού και των γειτόνων, μαζεμένα γύρω από το σπιτάκι του σκύλου. Κοίταζαν όλο περιέργεια κατιτί, ακίνητα και σιωπηλά, με τεταμένη προσοχή. Ο παπάς σίμωσε. Ήταν η σκύλα που γεννούσε. Μπρος στο σπιτάκι της, πέντε κουτάβια μάρμαζαν γύρω από τη μάνα τους, που τα έγλυφε στοργικά, και τη στιγμή που ο παπάς τέντωνε το κεφάλι του για να κοιτάξει κι αυτός πάνω από τα κεφάλια των παιδιών, γεννήθηκε κι ένα έκτο κουταβάκι. Όλα τα χαμίνια βάλθηκαν τότε κατενθουσιασμένα να φωνάζουν χτυπώντας παλαμάκια: «Κι άλλο ένα, να κι άλλο ένα». Ήταν ένα παιχνίδι γι’ αυτά, ένα φυσικό παιχνίδι όπου τίποτα το ακάθαρτο δεν υπεισερχόταν. Παρακολουθούσαν αυτήν την γέννηση όπως θα παρατηρούσαν τα μήλα να πέφτουν. Όμως ο άντρας με το μαύρο ράσο συσπάστηκε από αγανάκτηση και, χάνοντας κάθε έλεγχο, σήκωσε τη μεγάλη μπλέ ομπρέλα του και άρχισε να κοπανάει τα παιδιά, που σκόρπισαν πιλαλώντας. Τότε, μένοντας ολομόναχος με την ετοιμόγεννη σκύλα, άρχισε να την χτυπάει και δώσ’ του να την χτυπάει. Η σκύλα, καθώς ήταν δεμένη, δεν μπορούσε να το σκάσει, και, ενώ σπάραζε βογκώντας, ο παπάς ανέβηκε πάνω της, την ποδοπάτησε, την έκανε να φέρει στον κόσμο ένα τελευταίο κουτάβι και την αποτέλειωσε με χτυπήματα της φτέρνας. Κατόπιν την παράτησε αιμόφυρτη ανάμεσα στα νεογέννητα που έσκουζαν ζητώντας κιόλας να βυζάξουν.
     Έκανε μακρινούς περιπάτους, ολομόναχος, με γοργό βήμα, μεγάλες δρασκελιές και αγριεμένη θωριά.
     Εκεί που επέστρεφε, κάποια μαγιάτικη βραδιά, από έναν μακρινό περίπατο, και ακολουθούσε την απόκρημνη ακτή, για να γυρίσει στο χ  ωριό, τον έπιασε στο δρόμο δυνατό χαλαζόβροχο. Δεν υπήρχε σπίτι, παντού η γυμνή ακτή που η μπόρα την τρυπούσε με υδάτινα βέλη.
     Η τρικυμισμένη θάλασσα άφριζε, και τα βαριά μαύρα σύννεφα, που έρχονταν γοργά από τον ορίζοντα, έκαναν τη βροχή να δυναμώνει. Ο αγέρας σφύριζε, φυσομανούσε, πλάγιαζε τις νέες σοδειές και παράσερνε τον ιερέα που είχε γίνει παπί, κολλούσε το μουσκεμένο του ράσο στους μηρούς του και γέμιζε με βόμβο τ’ αυτιά και με αχό την ταραγμένη του καρδιά.
     Ξεσκέπασε το κεφάλι του, αφήνοντας το μέτωπό του στην καταιγίδα και σιγά σιγά πλησίαζε τον κατήφορο για το χωριό. Όμως τον πρόφτασε ένα τέτοιο δρολάπι, που δεν μπορούσε πια να προχωρήσει. Έξαφνα πήρε το μάτι του πλάι σ’ ένα μαντρί την κινητή καλύβα ενός βοσκού. Έτρεξε προς τα κει να βρει καταφύγιο.
     Τα σκυλιά που τα μαστίγωνε η ανεμοζάλη δεν σάλεψαν καθώς τα πλησίασε, κι έτσι έφτασε ίσαμε το ξύλινο καλύβι, κάτι σαν παράπηγμα πάνω σε ρόδες, που οι τσοπαναραίοι σέρνουν το καλοκαίρι από το ‘να βοσκοτόπι στο άλλο.
     Πατώντας σ’ ένα σκαμνί, έφτανες στη χαμηλή πόρτα που ήταν ανοιχτή και άφηνε να φαίνεται η ψάθα που ήταν στρωμένη μέσα.
     Ο παπάς ετοιμαζόταν να μπει όταν διέκρινε στο μισοσκόταδο δυο ερωτευμένους να χαϊδολογούνται. Τότε έκλεισε απότομα την πόρτα και την μαντάλωσε, ύστερα ζεύτηκε τα μπράτσα κυρτώνοντας το αχαμνό κορμί του, τραβώντας σαν άλογο και λαχανιάζοντας μεσ’ στο καταμουσκεμένο ράσο του, έτρεξε παρασύροντας προς την απότομη ακτή, τη θανάσιμη ακτή, τους νέους ερωτευμένους που πιάστηκαν στα πράσα σφιχταγκαλιασμένοι και που χτυπούσαν τώρα τα τοιχώματα με τις γροθιές τους, νομίζοντας αναμφίβολα πως κάποιος περαστικός τους έκανε φάρσα.
     Σαν έφτασε στην κορυφή της πλαγιάς, ξαμόλησε την ελαφριά κατοικία που άρχισε να ροβολάει την απότομη κατηφοριά.
     Η άμαξα επιτάχυνε την πτώση της, καθώς παρασυρόταν ξέφρενα από το βάρος της, κατρακυλώντας όλο και πιο γρήγορα, πηδώντας, σκοντάφτοντας σαν ζώο, χτυπώντας τη γη με τα μπράτσα της.
     Κάποιος γεροζητιάνος κουρνιασμένος μέσα σ’ ένα χαντάκι, την είδε να περνάει με φόρα πάνω από το κεφάλι του και άκουσε φρικιαστικές κραυγές να βγαίνουνε από αυτό το ξύλινο κιβώτιο.
     Ξαφνικά έχασε η άμαξα μια ρόδα που αποσπάστηκε εξαιτίας του τράκου, έγειρε στο πλάι και άρχισε να κατρακυλάει σαν τόπι, όπως θα κατρακυλούσε ένα ξεθεμελιωμένο σπίτι από μια βουνοκορφή ύστερα, φτάνοντας στο φρύδι του τελευταίου γκρεμού, τινάχτηκε διαγράφοντας καμπύλη και, πέφτοντας στο βάθος, τσακίστηκε σαν αβγό.
     Τους περιμάζεψαν και τους δύο εραστές συνθλιμμένους, κομματιασμένους, με τσακισμένα όλα τους τα μέλη, αλλά πάντοτε αγκαλιασμένους, με τα χέρια του ενός τυλιγμένα στο λαιμό του άλλου, μές στον τρόμο τους ή στην ηδονή.
     Ο παπάς αρνήθηκε να επιτρέψει την είσοδο των πτωμάτων τους στην εκκλησία και να ευλογήσει τα φέρετρά τους.
     Και την Κυριακή στο θείο κήρυγμα, μίλησε με παραφορά για την έβδομη εντολή του Θεού, απειλώντας τους ερωτευμένους μ’ ένα εκδικητικό και μυστηριώδες χέρι και αναφέροντας το τρομερό παράδειγμα των δύο δυστυχισμένων που σκοτώθηκαν την ώρα πάνω που αμάρταιναν.
     Εκεί που έβγαινε όμως από την εκκλησία, τον συνέλαβαν δύο χωροφύλακες.
     Ένας τελωνοφύλακας που παραφύλαγε μέσα σ’ ένα παρατηρητήριο, είχε δει τα πάντα. Ο παπάς καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα.

                                                        *

     Κι ο χωρικός που μου διγήθηκε την ιστορία πρόσθεσε σοβαρά: «Τον είχα γνωρίσει, εγώ, κύριε. Ήτανε τραχύς άνθρωπος και δεν του άρεσαν οι ξετσιπωσιές

___________________________________
Από τη συλλογή «Γκυ ντε Μωπασάν: Επίλεκτα Διηγήματα. Μετάφραση Φοίβος Ι. Πιομπίνος. Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ. 2005

Πληκτρολόγηση: Δημήτρης Κουκουλάς 19.03.2020

  

Δεν υπάρχουν σχόλια: